Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Δημητριάδος Ιγνάτιος: «Χωρίς Θεία Ευχαριστία ενορία δεν υφίσταται» Η Ορθόδοξη ενορία στον 21ο αιώνα


Την Ορθόδοξη Εκκλησία της Φινλανδίας επισκέπτεται, από το περασμένο Σάββατο, ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, προσκεκλημένος του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Καρελίας & Πάσης Φινλανδίας κ. Λέοντος, προκειμένου να ομιλήσει στο Συνέδριο  που διοργανώνει η Ένωση Ορθοδόξων Ιερέων Φινλανδίας στην πόλη Oulu (6-8/2/2011). Ο κ. Ιγνάτιος την Κυριακή 6/2 λειτούργησε στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ουσπένσκι, στο Ελσίνκι και το μεσημέρι παρακάθισε σε γεύμα, που παρέθεσε προς τιμήν του ο Γενικός Γραμματέας του Οικουμενικού Συμβουλίου Εκκλησιών της Φινλανδίας, Ορθόδοξος Ιερέας π. Heikki Hutunen.
Σήμερα ξεκίνησαν οι εργασίες του Συνεδρίου, στο οποίο συμμετέχουν ο Σεβ. Αρχιεπίσκοπος Καρελίας & Πάσης Φινλανδίας κ. Λέων, ο Σεβ. Μητροπολίτης Oulu κ. Παντελεήμων και περίπου 35 Ιερείς της ημιαυτόνομης Ορθοδόξου Εκκλησίας της Φινλανδίας.
Στο Συνέδριο ο κ. Ιγνάτιος ανέπτυξε δύο εισηγήσεις. Η πρώτη είχε θέμα «Η Μυστηριακή ζωή στη σύγχρονη ενορία». Ο Σεβασμιώτατος, μεταξύ άλλων, σημείωσε ότι «χωρίς την Θεία Ευχαριστία, ως οδό που ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός υπέδειξε για ένωση με Εκείνον, ενορία δεν υφίσταται. Μία ενορία χωρίς αυτό το κέντρο, διεκδικεί ίσως ιδιότητες μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης ή ενός συλλόγου ορθόδοξης πνευματικότητας, έχει χάσει όμως την ιδιότητα του ορατού σώματος του Χριστού σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, δηλαδή έχει χάσει τον βασικό της χαρακτήρα και τον βασικό της προσανατολισμό. Συγχρόνως, όμως, η θεία Ευχαριστία και γενικότερα η μυστηριακή ζωή της ενορίας, αφορά ανθρώπους οικείους, ανθρώπους σε σχέση, τόσο σε επίπεδο μεταξύ πνευματικού πατέρα και πνευματικών παιδιών, όσο και μεταξύ αδελφών συνανθρώπων. Η Θεία Ευχαριστία ολοκληρώνει και τελειοποιεί μία βιωμένη κοινοτική ενοριακή ζωή. Όσο, λοιπόν, προϋπόθεση αυθεντικής ενορίας υπάρχει το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τόσο προϋπόθεση ενέργειας του Μυστηρίου αυτού είναι η δυνατότητα μιας ζωντανής ενοριακής ζωής...»
Στη συνέχεια ο κ. Ιγνάτιος ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο του συνειδητοποιημένου και έμπειρου Ποιμένα, ως βασικού παράγοντα της Μυστηριακής ζωής της ενορίας: «Στις Ορθόδοξες ενορίες σε όλες τις γωνιές της γης, ο συνειδητός ιερέας, με συνείδηση του έργου του, γνώση των τοπικών συνθηκών, εμπειρία διαποίμανσης, αλλά και προσωπική πνευματική ζωή, αποτελεί μέγεθος αναντικατάστατο. Τέτοιοι ιερείς προσδίδουν αναμφίβολα μία βαθύτερη πνευματικότητα και στην μυστηριακή ζωή της κοινότητας. Είναι σε θέση να καταστήσει τα μυστήρια όντως λειτουργικά (έργο λαού) και να τα εδραιώσει στην συνείδηση των πιστών ως σημείο αναφοράς, ενδυνάμωσης, αλλά και παράγοντα ενίσχυσης των δεσμών μεταξύ των ενοριτών...»


Σε άλλο σημείο της ομιλίας του κατέδειξε ότι η Μυστηριακή ζωή συνιστά την σύγχρονη μαρτυρία της Εκκλησίας στον κόσμο και σημείωσε: «Η ενοριακή ζωή πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα επεκτεινόμενο μυστήριο, ορατό και αυτομάτως ελκυστικό. Η οδός της προσέγγισης και της ουσιαστικής ανανέωσης της μυστηριακής ζωής περνάει μέσα από την καθημερινή πρακτική. Το Χριστιανικό μυστήριο δεν είναι αποκρυφιστική τελετή, στην οποίαν συμμετέχουν ορισμένοι εκλεκτοί, μακριά από τα βλέμματα του όχλου. Αντίθετα, τελείται σε κοινή θέα και επιδιώκει να ενσωματώσει ολόκληρο τον χωροχρόνο. Κατά συνέπεια, η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας αποτελεί συγχρόνως και μαρτυρία προς τον κόσμο και όχι μια εσωτερική λειτουργία της ενορίας...» Κατέληξε δε, με τα εξής: «Η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας γεννά αγίους, ικανούς να θρέφουν πνευματικά γενεές επί γενεών, αγίους όμως, των οποίων το πρόσωπο δεν προκαλεί θαυμασμό και αίσθηση μηδαμινότητας, αλλά μάλλον διάθεση για μίμηση και αυτοπεποίθηση πως η μίμηση αυτή είναι εφικτή. Πίσω από ζωντανές ενορίες, πίσω από ζωντανή εκκλησία, πάντα κρύβονταν και πάντα θα κρύβονται συγκεκριμένα πρόσωπα, συνήθως αφανή, τα οποία ενσωμάτωσαν το μυστήριο του Σταυρού και σήκωσαν στις δικές τους πλάτες τις αμαρτίες του κόσμου τους. Είδαν στο πρόσωπο του πλησίον τον ίδιο τον Χριστό και συγχρόνως προσωποποίησαν στο δικό τους πρόσωπο το πρόσωπό Του, πείθοντας με τρόπο απόλυτο πως ζει ο Χριστός, όντας ο αυτός εις τους αιώνας»
Μετά τη συζήτηση, ακολούθησε η δεύτερη εισήγηση που είχε θέμα «Η Ορθόδοξη ενορία στον 21ο αιώνα». Ο κ. Ιγνάτιος επεσήμανε τους παράγοντες που αλλοτριώνουν την Ορθόδοξη ενορία σήμερα και σημείωσε χαρακτηριστικά: «Η ατομική εξασφάλιση, εγκόσμια και υπερβατική, υποβίβασε σε δεύτερη μοίρα τον ρόλο του κοινού, του εκκλησιαστικού και βασικό ζητούμενο έγινε η ατομική ηθική και η μεταθανάτια τακτοποίηση. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της επιλογής υπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει η χαλάρωση και η εν πολλοίς αδρανοποίηση του νοήματος της ενορίας. Δεν πρόκειται περί ελλείψεως δράσεων. Πολλές ενορίες έχουν να επιδείξουν και συσσίτια και δράσεις και φιλόπτωχα ταμεία. Κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα και την εναρμόνισή τους με τις θείες εντολές. Όμως ζητούμενο παραμένει  η νοηματοδότηση όλων των δράσεων. Και νόημα είναι ένα: η φανέρωση της αγάπης του θεού για τους ανθρώπους. Αλλά και κάτι πέρα από αυτό: η αποκάλυψη της ποιότητας της ζωής και η ποιότητα της σχέσης με Θεό και ανθρώπους που ανταποκρίνεται στη βαθύτερη φύση μας και στους βαθύτερους πόθους μας...»
Στη συνέχεια ανέλυσε τους τέσσερις βασικούς πυλώνες της αυθεντικής ενορίας: Την Μυστηριακή ζωή, την ανθρώπινη σχέση, ως συνύπαρξη στον ίδιο χώρο, την κοινή ενοριακή δράση και την σύνδεση της προσωπικής σχέσης των ενοριτών με τον Θεό και μεταξύ τους. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, ο κ. Ιγνάτιος τόνισε πως «η Εκκλησία μπορεί χωρίς φόβο, αλλά και με ρεαλισμό, να διαλεχθεί με τις σημερινές συνθήκες και να αναζητήσει νέες μορφές ενοριακής ζωής. Προηγουμένως, όμως, απαιτείται η αναγνώριση και ανάλυση των ριζικά διάφορων συνθηκών από κάθε άλλη εποχή της ανθρώπινης ιστορίας, όπως είναι: α) Η γιγάντωση των ενοριών, με αντιστρόφως ανάλογη την ισχύ των δεσμών μεταξύ των ενοριτών, αλλά και της επαφής με τον πυρήνα της ενοριακής ζωής, δηλ. τα μυστήρια... β) Η ενοποίηση του χώρου, με αποτέλεσμα την εύκολη μετακίνηση, αλλά και την δημιουργία πολλές φορές ενός ενοριακού τουρισμού... γ) Ο χρόνος πλέον δεν ενώνει τους ανθρώπους. Μάλιστα αποβαίνει πλέον παράγοντας διάσπασης. Η ώρα της ανάπαυσης για τον έναν αποτελεί ώρα εργασίας για τον άλλον... δ) Νέοι τρόποι  ανθρώπινης επαφής. Το διαδίκτυο αποτελεί και μάλλον περισσότερο θα αποτελέσει στο μέλλον, τη μεγαλύτερη πρόκληση για την παραδοσιακή ενοριακή ζωή, αλλά και το μεγαλύτερο εργαλείο...»
Καταλήγοντας, επεσήμανε ότι είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη σύγχρονη ενορία ν' ανακτήσει το χαμένο Θεολογικό και πρακτικό της υπόβαθρο για να ξαναδώσει ζωή στο Εκκλ/κό σώμα: «Μια νέα εποχή ήδη καλπάζει, με αλλαγές και εξελίξεις, που δεν προλαβαίνουν ούτε οι πρωταγωνιστές της να αντιληφθούν. Ο πυρήνας της Εκκλησίας, η Ορθόδοξη ενορία, όχι μόνον δέχεται τις πιέσεις των αλλαγών σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, αλλά και επωμίζεται με συχνά επώδυνο τρόπο τα κενά σε επίπεδο θεολογίας, αλλά και οργάνωσης της εκκλησιαστικής ζωής σε οικουμενικό επίπεδο. Οι παραδοσιακές Ορθόδοξες εκκλησίες, συνηθισμένες σε υποστήριξη εξωγενών παραγόντων (κράτος παραδοσιακών κοινωνικών δομών), έχουν αναλωθεί περισσότερο σε υπεράσπιση κεκτημένων, παρά σε δυναμικές απαντήσεις στις νέες προκλήσεις. Η απώλεια της εσχατολογίας έχει οδηγήσει σε μαρασμό τον ζωντανό θεολογικό λόγο. Συγχρόνως οι πιέσεις από μια πλουραλιστική κοινωνία με ποικιλία απόψεων, θρησκειών, αιρέσεων και κινημάτων στις πόλεις πιέζει μια Ορθοδοξία με ανοικτά τα προβλήματα της ενότητάς της σε επίπεδο δικαιοδοσιών. Αυτά και αρκετά ακόμη εκδηλώνονται κατά κύριο λόγο στην ενοριακή ζωή. Σ΄ αυτήν όμως βρίσκεται και η ελπίδα.
Η ανάκτηση προϋποθέσεων, τόσο σε θεολογικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο στην ενορία θα ξαναδώσει στο εκκλησιαστικό σώμα την χαμένη υγεία του. Χωρίς αυτήν, χωρίς τον χωροχρόνο της, το Ευαγγέλιο δεν έχει ούτε χρόνο, ούτε τόπο να πατήσει και έχουμε εμείς την ευθύνη αν θα το καταστήσουμε ρεαλιστική απάντηση στον σύγχρονο κόσμο ή ουτοπία»
Την Τρίτη 8/2 ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος θα λειτουργήσει, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Oulu και θα επιστρέψει στο Ελσίνκι, όπου το βράδυ θα παρακαθίσει σε επίσημο δείπνο, που θα παραθέσει προς τιμήν του η Επιτροπή Εκπαιδευτικών Θεμάτων της εκεί ενορίας.


Έρευνα: Οι αντιλήψεις του Δυτικού κόσμου για τους μετανάστες


Πολυεθνική έρευνα πάνω στις αντιλήψεις που επικρατούν σε Μ. Βρετανία, ΗΠΑ, Γαλλία, Ισπανία, Καναδά, Γερμανία, Ολλανδία και Ιταλία σχετικά με τους μετανάστες.


Σε μία εποχή που η μετανάστευση αποτελεί ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο σε όλο τον πλανήτη, οι περισσότερες χώρες του Δυτικού κόσμου την αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Μ. Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Ισπανία και η Γαλλία, όπου το 40% των Γάλλων εκτιμούν ότι οι μετανάστες - λαθραίοι και μη- προκαλούν αύξηση της εγκληματικότητας, τη στιγμή που το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 25%.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Transatlantic Trends: Immigration, η οποία συμπεριέλαβε τον Καναδά, τις ΗΠΑ, τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία και την Ισπανία, η κοινή γνώμη γίνεται όλο και πιο αρνητική απέναντι στους μετανάστες, αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο της μετανάστευσης μάλλον σαν πρόβλημα παρά σαν ευκαιρία.

Το 2/3 των Βρετανών και περίπου το 50% των Ισπανών και των Αμερικανών συμμερίζονται αυτή την άποψη- αλλά ο Καναδάς αποτελεί εξαίρεση, καθώς μόνο το 27% θεωρεί πως οι μετανάστες είναι πρόβλημα.

Στο θέμα της ενσωμάτωσης στην κοινωνία, ποσοστά 54% και 59% σε Ισπανία και ΗΠΑ αντίστοιχα εκτιμούν ότι οι μετανάστες ενσωματώνονται ομαλά στην κοινωνία, ενώ στην περίπτωση του Καναδά την άποψη αυτή έχουν τα 2/3. Ωστόσο, στην Ολλανδία και την Ιταλία, μόνο το 36% θεωρεί ότι η ενσωμάτωση γίνεται σωστά. Σε Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 40%.

Όταν η «προσοχή» στράφηκε συγκεκριμένα στους μουσουλμάνους, οι αντιδράσεις του κοινού σε Ολλανδία και Ιταλία ήταν σε γενικές γραμμές ίδιες με τις γενικότερες αντιδράσεις προς τους μετανάστες- αλλά στις άλλες χώρες (πλην μίας) η εντύπωση είναι πως οι μουσουλμάνοι ενσωματώνονται πιο δύσκολα.


Στην Ισπανία, μόνο 2 στους 10 πιστεύουν πως οι μουσουλμάνοι ενσωματώνονται, ενώ στην Γερμανία την άποψη αυτή έχει το 1/4. Σε ΗΠΑ και Καναδά, το 45% πιστεύει πως οι μουσουλμάνοι ενσωματώνονται καλύτερα από ό,τι άλλοι μετανάστες. Στη Βρετανία, το 37% θεωρεί πως η ενσωμάτωση των μουσουλμάνων γίνεται ομαλά. Μόνο στη Γαλλία υπάρχει η εντύπωση ότι οι μουσουλμάνοι ενσωματώνονται καλύτερα στην κοινωνία σε σχέση με τους μετανάστες «συνολικά» (44% έναντι 45%).

Όσον αφορά το θέμα του πώς ακριβώς γίνεται σωστά η ενσωμάτωση, οι απόψεις ποικίλλουν: οι Γερμανοί πιστεύουν ότι η γλώσσα είναι «κλειδί», οι Ολλανδοί μιλούν για γλώσσα συν πολιτιστικές αξίες, ενώ οι Ιταλοί, οι Ισπανοί και οι Γάλλοι πιστεύουν ότι μεγαλύτερη σημασία έχει ο σεβασμός προς τους πολιτικούς θεσμούς και τους νόμους.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι αντιλήψεις περί μετανάστευσης έχουν επηρεαστεί από την οικονομική κρίση, καθώς έχει αυξηθεί ο φόβος για τον ανταγωνισμό από τους μετανάστες σχετικά με τις θέσεις εργασίας. Περισσότερο ανησυχούν οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί, ενώ οι Ιταλοί βλέπουν τους μετανάστες πιο πολύ ως «βοηθητικούς/ συμπληρωματικούς» του ντόπιου εργατικού δυναμικού.

Στο πλαίσιο της έρευνας, την οποία διεξήγε το GMF των ΗΠΑ (German Marshall Fund of the United States), μαζί με το Ίδρυμα Lynde and Harry Bradley (ΗΠΑ), την Compagnia di San Paolo (Ιταλία) και του Barrow Cadbury Trust of Britain, με την υποστήριξη του Fundacion BBVA (Ισπανία), ερωτήθηκαν 1.000 ενήλικες σε κάθε χώρα.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από AFP

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

The Daily: Σωτήρας της βιομηχανίας εφημερίδων ή «πυροτέχνημα» ;


Η online εφημερίδα του Ρούπερτ Μέρντοχ για κάποιους φαίνεται ικανή να «διασώσει» την κινδυνεύουσα βιομηχανία εφημερίδων, ενώ για κάποιους άλλους δεν πρόκειται για τίποτα παραπάνω από μία «κίνηση εντυπωσιασμού» .


Το ενδιαφέρον πολλών υψηλών στελεχών της βιομηχανίας εφημερίδων μονοπώλησε το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη την Τετάρτη, όπου έλαβε χώρα η παρουσίαση της The Daily, της πρώτης εφημερίδας αποκλειστικά για iPad και tablet PCs γενικότερα.

Η εν λόγω εφημερίδα έχει προσελκύσει έντονο ενδιαφέρον, καθώς δεν λανσάρεται από κάποιον τυχαίο, αλλά από τον Ρούπερτ Μέρντοχ, έναν άνθρωπο ο οποίος έχει επανειλημμένα αποδείξει πως μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα στον κόσμο των media.

Για κάποιους, ο Μέρντοχ έχει βρει το «Άγιο Δισκοπότηρο» των ΜΜΕ: έναν τρόπο να «πείσει» το καταναλωτικό κοινό ότι αξίζει να δαπανήσει λεφτά για δημοσιογραφία, η οποία θα έρθει στα χέρια του μέσω του iPad.

Η The Daily, όπως είναι φυσικό, χαίρει της υποστήριξης της Apple, όπως αυτή έχει εκφραστεί μέσω των δηλώσεων του Στιβ Τζομπς περί «εξαιρετικής εφαρμογής». Επίσης, αξίζει να σημειωθεί πως, ακόμη και οι αντίπαλοι της News Corp., σε αυτή την περίπτωση ελπίζουν το εγχείρημα να επιτύχει, καθώς είναι γενικότερα αποδεκτό από όλους πως η δημοσιογραφία και η βιομηχανία των ΜΜΕ (και δη των εφημερίδων) περνούν δύσκολες ώρες- και η The Daily φαίνεται ικανή να λειτουργήσει ως «σωτήρας», αλλάζοντας τις τάσεις του κοινού.

Επί της παρούσης, η The Daily διατηρεί μάλλον τον «χαρακτήρα» της εφημερίδας- κάτι που κάποιοι θα θεωρούσαν ως αρνητικό χαρακτηριστικό, καθώς εξακολουθεί να δίνει τα χτεσινά νέα. Επίσης, υπάρχουν κάποια στοιχεία περιοδικού, με πολλές «ελαφρές» πινελιές, όπως χρήση βίντεο μαζί με παρουσιάσεις ταινιών, online Sudoku και άλλα παρεμφερή. Η εφημερίδα απευθύνεται μόνο σε συνδρομητές, ωστόσο υπάρχει η δυνατότητα εύκολης δημοσίευσης άρθρων σε κοινωνικά δίκτυα, τα οποία μπορούν να διαβαστούν και από άτομα που δεν είναι συνδρομητές.

Το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσον η The Daily είναι σε θέση να κερδίσει αρκετούς συνδρομητές για να καλύψει τα έξοδά της. Αυτή τη στιγμή είναι φτηνότερη από τις ψηφιακές/ iPad εκδόσεις «συμβατικών» εφημερίδων, όπως των Τimes του Λονδίνου, φερ'ειπείν (λιγότερο από ένα δολάριο την εβδομάδα αντί τριών δολαρίων στη δεύτερη περίπτωση), οπότε είναι ευπρόσιτη από οικονομικής πλευράς σε όσους έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν ένα iPad. Αλλά- σύμφωνα με τον αντίλογο- επί της προκειμένης, αυτά τα άτομα αποτελούν ούτως ή άλλως το κοινό που αγοράζει εφημερίδες, οπότε προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον αυτοί θα υποστηρίξουν και θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ένα προϊόν το οποίο- σε τελική ανάλυση- δεν τους δίνει υλικό το οποίο δεν είναι δυνατόν να βρεθεί αλλού.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Μέρντοχ είναι σίγουρος για το θέμα των οικονομικών: όπως δήλωσε, από τη στιγμή που θα καλυφθεί το κόστος ανάπτυξης (30 εκατομμύρια δολάρια), τα έξοδα λειτουργίας της The Daily θα είναι λιγότερα από 500.000 δολάρια εβδομαδιαίως- κάτι που καθιστά τη λειτουργία της «πανεύκολη», κατά τον ίδιο, ο οποίος συμπλήρωσε πως εκτιμάται ότι μέχρι τα τέλη του 2011 50 εκατομμύρια Αμερικανοί θα κατέχουν κάποιου είδους tablet PC.

Εάν το όλο εγχείρημα επιτύχει, σίγουρα θα αποτελεί πάρα πολύ καλό οιωνό για το μέλλον της βιομηχανίας, η οποία ωστόσο θα συνεχίσει να αναζητεί το συνολικό business model του μέλλοντος για το χώρο της δημοσιογραφίας.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από BBC

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

"ΚΑΥΤΕΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ"

Κείμενο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Έχει καταντήσει της «μόδας» τον τελευταίο καιρό να ακούγονται κάποιες απαξιωτικές φωνές, περί του ρόλου της Εκκλησίας στην κοινωνία και το σύγχρονο γίγνεσθαι. Μάλιστα σε κάποιες τελετές ορκωμοσίας των νέων αιρετών Αρχόντων, υπήρξαν τινές, οι οποίοι ετόλμησαν να είπουν, ότι η Εκκλησία είτε δεν έχει θέση στις τελετές αυτές (βλ. Δημητσάνα, όπου αντέδρασε και δικαίως, ο άξιος Μητροπολίτης της, επικροτούμενος από το σύνολο του ευσεβούς Λαού), είτε ότι η Εκκλησία, καιρός είναι, να ασχοληθή με τα του οίκου της, είμαστε υπέρ του πλήρους χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας κ.λ.π. (βλ. Πάτρα, όπου αμέσως απαντήσαμε περί του ρόλου και της προσφοράς της Εκκλησίας στο κοινωνικό σύνολο). Βεβαίως ο λόγος μας ήτο συνετός και ουσιαστικός και δεν απέβλεπε στο να δημιουργήση ταραχή στην τόσο ωραία Εκδήλωση της Ορκωμοσίας του αγαπητού μας πρώτου Αιρετού Περιφερειάρχου Δυτικής Ελλάδος κ. Αποστόλου Κατσιφάρα και του Περιφερειακού Συμβουλίου. Όμως η πρόκληση δεν έπρεπε να μείνη χωρίς απάντηση.

Όλα αυτά, μας εδημιούργησαν και μας δημιουργούν πόνο ψυχής, διότι λέγονται από χείλη ανθρώπων, οι οποίοι εγεννήθησαν και ανετράφησαν και ζουν σε ένα χώρο και σε ένα κλίμα το οποίο διαποτίστηκε με τα νάματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και αναπνέουν τον αέρα της ελευθερίας, τον οποίο με αγώνες εκέρδισε αυτός ο Λαός που είχε και έχει βαθειά ριζωμένη στην καρδιά του την πίστη στον μόνο Αληθινό Θεό, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για μας. Αυτή η πίστη στόν Θεό της αγάπης, έκανε αυτό τον Λαό να αγκαλιάζη χωρίς διακρίσεις όλους τους ανθρώπους και να μπορή να θυσιάζεται για τις πανανθρώπινες αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία βάναυσα οι επικριτές της Εκκλησίας καταπατούν, εκφράζοντας για την Πατρίδα μας, την δημοκρατική Ελλάδα, ένα επικίνδυνο ρατσισμό, εις βάρος αυτής ταύτης της υποστάσεως του Έθνους μας, της Πατρίδος μας. Τούτο το γεγονός είναι πρωτοφανές και πρωτάκουστο, μάλιστα όταν οι πάντες, όπου γης, υπερασπίζονται (και καλώς, κάλλιστα πράττουν) την ιδιοπροσωπεία τους και τις αξίες της παραδόσεως και του τόπου τους.

Επί χρόνια τώρα, στην Πατρίδα μας, αυτές οι φωνές δηλητηριάζουν τις ψυχές των ανθρώπων, των Νεοελλήνων, οι οποίοι τα τελευταία έτη μεγάλωσαν και διαπαιδαγωγήθηκαν δυστυχώς, μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, όπου ακούγονται τέτοιες θέσεις ακυρωτικές των θεσμών, των προσώπων και των αξιών. Τα αποτελέσματα εμφανή. Αποδιοργάνωση της κοινωνίας, διάλυση των οικογενειών, διάλυση της παιδείας, απαξίωση των θεσμών, καταρράκωση της ανθρωπίνης προσωπικότητας και αυτής ταύτης της ζωής.

Από την άλλη μεριά, δυστυχώς, υπάρχει μια απάθεια και ένας «ωχαδερφισμός», πράγματα επικίνδυνα για την πορεία των κοινωνικών μας πραγμάτων. Η όποια υγιής αντίδραση θεωρείται ως προσπάθεια φίμωσης της ελευθερίας.

Φαίνεται ότι, μερικοί, θεωρούν ελευθερία, το να μιλάνε μόνο ολίγοι και να λένε ο,τι θέλουν, προσβάλλοντας θεσμούς και πρόσωπα και ρίχνοντας λάσπη σε αξίες διαχρονικές, χωρίς, κατ’ αυτούς, να έχη το δικαίωμα κάποιος να αντιδράση η να διαμαρτυρηθή η να υπερασπιστή τον εαυτό του και τον θεσμό που υπηρετεί.

Η στοχοποίηση  και γνωστή  είναι και επαναλαμβάνεται κατά καιρούς, εις βάρος της Εκκλησίας, η οποία Εκκλησία είναι το λίκνο αυτού του Λαού, η κρηπίδα του, το θεμέλιό του δηλαδή, αυτή ταύτη η υπόστασή του.

Η τακτική γνωστή. Κάθε τόσο και ένα πλήγμα στο σώμα της Εκκλησίας από συγκεκριμένα κέντρα, τα οποία πάντοτε εστόχευαν στο να αποδυναμώσουν την σχέση του Λαού με την πνευματική του μάνα, και τροφό.
Την μια φορά με το παραμύθι περί της «αμυθήτου» Εκκλησιαστικής περιουσίας, για την οποία πολλάκις έχομε μιλήσει, ενημερώνοντας τον ευσεβή Λαό μας, αλλά και όποιον άλλον έχει ερωτήματα επ’ αυτού, ότι δηλαδή η υπόθεση αυτή είναι μια αισχρή προπαγάνδα εις βάρος της Εκκλησίας, αφού μόνο το 4% έχει απομείνει από την Εκκλησιαστική περιουσία, από τις κατά καιρούς απαλλοτριώσεις της από το κράτος για τους «κοινωφελείς» σκοπούς του, και από το εναπομείναν μέρος της περιουσίας αυτής κάποιο τμήμα είναι δεσμευμένο ως δασικό και κάποιο άλλο για διαφόρους λόγους δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθή. Από αυτό, το εναπομείναν μέρος της περιουσίας της, η Εκκλησία στηρίζει αυτόν τον Λαό, τον πονεμένο, τον προδομένο, τον αδικημένο και πολλάκις εμπαιζόμενο.

 Από αυτά η Εκκλησία επιτελεί το τεράστιο κοινωνικό έργο της στηρίζοντας τα λαϊκά στρώματα, που απλώνουν το χέρι τους, ειδικά σήμερα για ένα πιάτο φαγητό και για μια εργασία, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζειν, τα οποία δυστυχώς τους στερεί καθ’ ημέραν το σύστημα.
Ποιός περίμενε, ότι θα φτάσωμε στο σημείο, ώστε αρχές του 2011, να λειτουργούν συσσίτια στις Ενορίες και να έρχονται κάθε ημέρα και περισσότεροι άνθρωποι να χορτάσουν την πείνα τους και να βρουν παρηγοριά και απαντοχή. Ναι, κάθε ημέρα και περισσότεροι προσέρχονται με εμπιστοσύνη στην μάνα τους, που λέγεται Εκκλησία και την οποία βάναυσα πλήττουν οι εχθροί της. Είναι σαν να σκοτώνουν την μάνα, ώστε να μην μπορή να θηλάση το παιδί της και να ζήση. Ποιός, λοιπόν, είναι εναντίον των λαϊκών στρωμάτων, η Εκκλησία η εκείνοι που την πλήττουν  θέλοντας να στερήσουν από τον Λαό την πηγή της ζωής;

Τελευταία ακούγονται πλείστες όσες, ανεύθυνες γνώμες περί του θέματος της μισθοδοσίας των Κληρικών.

Μια άλλη αισχρή προπαγάνδα των γνωστών κύκλων εναντίον της Εκκλησίας. Δυστυχώς, βομβαρδίζονται οι άνθρωποι με συνθήματα εναντίον των Κληρικών μας, των ηρώων αυτών, οι οποίοι καθ’ ημέραν αναλίσκονται για να ζήση αυτός ο τόπος, για να βρίσκουν λόγον αγάπης και παραμυθίας οι άνθρωποι στις πόλεις μας και στα δύστυχα χωριά μας, τα οποία η πολιτική των τελευταίων ετών, τα ρήμαξε και τα ενέκρωσε.

Αυτοί, οι Ιερείς μας, τώρα, που δεν υπάρχει τίποτε στην Ύπαιθρο χώρα, ούτε σχολεία, ούτε δάσκαλοι, ούτε κάποια αρχή να νοιάζεται για τον τόπο, όπου γέροντες πολλάκις εγκαταλελειμμένοι ζώντες με σύνταξη της πείνας, αγωνίζονται να κρατηθούν αξιοπρεπώς στην ζωή, αυτοί οι Ιερείς μας μένουν πιστοί στο χρέος κάθε ημέρα «φυλάσσοντες τον τόπο» και στηρίζοντας ο,τι έχει απομείνει, από τις ψυχές μέχρι την πολιτιστική και ιστορική μας παράδοση και κληρονομιά.

Σ’ αυτούς τους Ιερείς μας, οι οποίοι εργάζονται νύχτα και ημέρα στις πόλεις και τα χωριά μας, παρέχεται ο μισθός, αυτός που παρέχεται, ως μία συμβατική υποχρέωση του κράτους για την περιουσία, την οποία έχει κατά διαστήματα πάρει από την Εκκλησία. Και όμως, αυτό αποσιωπάται τεχνηέντως, ώστε να ρίχνεται λάσπη συνεχώς στα πρόσωπα των Ιερέων μας, οι οποίοι είναι οι φρυκτωροί αυτού του τόπου και οι υπηρέτες του Λαού. Όλοι αυτοί που υποστηρίζουν την διακοπή της μισθοδοσίας του Κλήρου, πρέπει να γνωρίζουν, ότι για να γίνη αυτό, πρέπει να καταργηθούν οι συμβάσεις, βάσει των οποίων, το Κράτος κατά καιρούς απαλλοτρίωσε την Εκκλησιασική περιουσία, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση της μισθοδοσίας του Κλήρου, να επιστραφή η περιουσία αυτή (και εφ’ όσον αυτό δεν είναι δυνατόν ως αντιλαμβάνεσθε), να αποτιμηθή η αξία της με τα νυν δεδομένα και να δοθούν τα χρήματα στην Εκκλησία για την μισθοδοσία των Κληρικών.

Το θέμα αυτό χρειάζεται πολλή σύνεση, ώστε να μη δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις στην κοινωνία μας. Πιστεύομε ότι έτσι χειρίζεται η πολιτεία ανέκαθεν τα ζητήματα αυτά, με σωφροσύνη δηλαδή, ώστε να μη δημιουργηθούν μεγάλες αδικίες εις βάρος ενός μεγάλου τμήματος του Ελληνικού Λαού, με τεράστιες επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο.Όμως ας είναι. Ο «κλήρος» του Ιερού Κλήρου είναι το μαρτύριο και το «όνειδος» για του Χριστού την αγάπη και την δόξα και την σωτηρία των ανθρώπων.

Το τρίτον που θα ήθελα να σημειώσω. Απόηχος όλων των παραπάνω είναι όσα λέγονται περί του περιλαλήτου χωρισμού Εκκλησίας - Πολιτείας. Η Εκκλησία να ασχολήται με τα του οίκου της, μας λένε, και να αφήση την Πολιτεία να κάνη την δουλειά της. Βέβαια, όλοι αυτοί που μιλάνε με αυτόν τον τρόπο, δεν γνωρίζουν ούτε τι είναι Εκκλησία, ούτε ποιός είναι ο οίκος της. Δεν θέλουν να αντιληφθούν, διότι αυτό τους καίει και τους πονάει, ότι Εκκλησία δεν είναι τα κτήρια των Ναών, αλλά ο Λαός, οι άνθρωποι, όλοι αυτοί οι οποίοι εμπιστεύονται την Εκκλησία γιατί είναι μέλη της. Όπως ένα μέλος δεν είναι δυνατόν να ζήση μακράν του σώματος, αλλά αυτονομούμενον η αποκοπτόμενον, ξηραίνεται, έτσι και όποιος αποκόπτεται από την Εκκλησία είναι καταδικασμένος στην απώλεια, στον θάνατο. Ο Λαός απεχθάνεται τον θάνατο, γιατί είναι ο εχθρός της ανθρωπίνης υπάρξεως. Ο Λαός αγαπάει την ζωή και γι’ αυτό παραμένει ενωμένος με την Εκκλησία του Εσφαγμένου Αρνίου, η οποία είναι η ρίζα του και η πηγή της ζωής του. Αυτό είναι το πρώτο και βαθύ και ουσιαστικό στοιχείο της σχέσεως του Λαού με την Εκκλησία και γι’ αυτό «πύλαι άδου, ου κατισχύσουσιν αυτής», κατά τον Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομο. Το δεύτερον στοιχείο που καίει και τσουρουφλίζει όλους αυτούς, οι οποίοι πιπιλίζουν ως καραμέλα και επαναλαμβάνουν ως ανούσιοι και κουραστικοί παπαγάλοι, τα περί χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας είναι ότι ο Λαός, για τον οποίον λένε ότι κόπτονται, ευτυχώς γνωρίζει τι έκανε η Εκκλησία κατά καιρούς, ώστε να μη χάση την αυτοσυνειδησία του, την ιδιοπροσωπεία του και την ταυτότητά του.

Αγωνίστηκε η Εκκλησία, αυτός ο Λαός τον οποίον χρησιμοποιούν όλοι οι παραπάνω, γιατί επαναλαμβάνω, αυτός ο Λαός είναι η Εκκλησία, αγωνίστηκε για ο,τι ιερό και όσιο σ’ αυτό τον τόπο, τα οποία δυστυχώς τώρα κάποιοι δεν σέβονται, άλλοι τα ξεπουλούν και έτεροι τα υβρίζουν και τι κρίμα «μιλάνε» εξ’ονόματος του Λαού. Αν ρωτήσης κάποιον απ’ αυτούς, «τι εννοείς όταν λέγης χωρισμό Εκκλησίας από την Πολιτεία;» , δεν γνωρίζει να σου απαντήση. Όλους αυτούς, την θλιβερή μειοψηφία του Λαού, τους πείραξε και τους πειράζει το γεγονός, ότι μέσα σε μια εποχή ποικίλης κρίσεως, την οποία διέρχεται η χώρα μας, αυτός ο Λαός «κατακλύζει» τους Ιερούς Ναούς, που είναι ο δικός του οίκος για να ομολογήση την πίστη του στον Θεό και την αφοσίωση του στην Εκκλησία. Να λοιπόν, ποιός είναι ο οίκος της Εκκλησίας. Αυτός ο Λαός είναι. Τα παιδιά της, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, πλούσιοι και πτωχοί, όπως συνεχώς ευαγγελίζεται. Είναι όλοι αυτοί, οι οποίοι ψηφίζουν, εκφράζονται και αποφασίζουν μέσα σε μια δημοκρατική Χώρα.

Και όμως, όσοι μιλούν για χωρισμό Εκκλησίας – Πολιτείας, εκείνο που θέλουν είναι να καταπνίξουν την φωνή των πολλών, να τους δέσουν τα μάτια, να τους κλείσουν το στόμα και να τους βουλώσουν τα αυτιά. Ε, αυτό μόνο δημοκρατία δεν είναι και αυτό ο Λαός δεν είναι δυνατόν να το αφήση να περάση.

Επί του θέματος αυτού δεν είναι της παρούσης να ασχοληθούμε εκτενώς. Πετώντι καλάμω μόνο θα σημειώσωμε τα εξής:

Πρώτον. Εννοούν όσοι ισχυρίζονται για χωρισμό, τον χωρισμό των μελών της Εκκλησίας, από τα μέλη του Κράτους; Αλλά τα μέλη της Εκκλησίας είναι ταυτόχρονα και πολίτες του Κράτους, ακόμα και Ηγέτες του Κράτους. Πως θα χωρίσουν λοιπόν;

Δεύτερον. Εννοούν την παράδοση της Ελληνικής Κοινωνίας; Όμως λησμονούν ότι αυτή η παράδοση έχει γίνει ένα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι τα ήθη και τα έθιμα των πολιτών αυτής της Χώρας. Οι πολίτες, λοιπόν, τηρούν αυτές τις παραδόσεις που είναι η ίδια τους η ζωή. Πως είναι δυνατόν η Πολιτεία να μη το λάβη υπ’όψη της αυτό;

Τρίτον. Το άλλο σημείο το οποίο ίσως εννοούν οι θιασώτες του χωρισμού Εκκλησίας – Πολιτείας είναι, το θέμα του χωρισμού της διοίκησης της Εκκλησίας από την διοίκηση του Κράτους. Αλλά αυτό ισχύει, αφού έχομε διακριτούς ρόλους, οι οποίοι τυγχάνουν σεβασμού. Οπότε και στο σημείο αυτό χρειάζεται πολύ μεγάλη σύνεση και ο,τι λέγεται, πρέπει να αντέχη στον διάλογο και την κριτική. Επ’ αυτού θα επανέλθωμε εκτενώς, όταν χρειασθή.

Αλλά ας προχωρήσωμε και σε ένα άλλο σημείο. Ενοχλούνται κάποιοι, όταν η Εκκλησία μιλάη. Θέλουν εδώ στην Ελλάδα, όλοι να έχουν λόγο, (και καλώς έχουν), επί παντός θέματος, εκτός από την Εκκλησία. Αυτή πρέπει να σιωπά. Μας αμφισβητούν η καλύτερα θέλουν να μας στερήσουν το δικαίωμα να μιλάμε και να παρεμβαίνομε στα κοινωνικά δρώμενα. Ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας δικαιούται και υποχρεούται, και γνώμη να έχη και στα δρώμενα να μετέχη και να κρίνη με σύνεση και ευπρέπεια και να αγωνίζεται για καλύτερο μέλλον, για καλύτερη διαβίωση, παιδεία, εργασία κ.λ.π.

Οι Αρχιερείς και Ιερείς, σύμφωνα με τους ολίγους, δεν έχουν δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη, γιατί «πολιτικολογούν». Αλήθεια, τι άδικο είπαμε, τι αντιλαϊκόν, τι αντιδημοκρατικόν; Η τι κακόν λέγομεν, όταν μιλάμε για την κοινωνική αδικία, για τη φτώχεια, για την καταπίεση των αδυνάτων, για τις εξαρτήσεις των νέων από τις ποικίλες μάστιγες, για την καταρράκωση των αξιών, για την απαξίωση των θεσμών, για την ανεργία, για το μεταναστευτικό; Δεν είναι θέματα αυτά, που καίνε όλους τους πολίτες;

Κάποιοι προχωρούν ακόμα πιο πέρα. Ναι, σαν άτομα να μιλάτε, αλλά όχι σαν Εκκλησία, σαν σώμα δηλαδή. Άλλο και αυτό καινοφανές και παράλογο. Όλοι οι σύλλογοι κάνουν ψηφίσματα, διαμαρτυρίες, κ.λ.π. Εμείς η Εκκλησία, πρέπει να έχομε το στόμα μας κλειστό. Αυτοί που μιλάνε για τους λαϊκούς αγώνες, θέλουν έξω από τον αγωνιστικό χώρο, την Εκκλησία. Τι αδικία όμως. Δυστυχώς αυτοαποκαλύπτονται.

Αλλά ας θίξω και ένα άλλο σημείο. Όλα αυτά και άλλα περισσότερα, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι θέλουν ένα άθεο κράτος. Γι’ αυτό γίνεται όλη αυτή η υπόγεια η εμφανής πολεμική εναντίον της Εκκλησίας. Θέλουν ένα μοντέλο, το οποίο δυστυχώς έχει παρακμάσει και έχει αποβληθεί προ πολλού από άλλους λαούς, που το είχαν κάποτε υιοθετήσει.

Ναι, αυτό θέλουν όλοι οι παραπάνω και οι πάτρωνες τους. Γι’ αυτό κάθε τόσο και κάτι ανασύρεται από τα συρτάρια τους. Μια το θέμα για τα σύμβολα, μια το ζήτημα για το μάθημα των Θρησκευτικών, μια εκείνο για τον όρκο, την άλλη για την εκκλησιαστική περιουσία και τόσα άλλα.
Προς όλους αυτούς απαντούμε με τη γλώσσα της αλήθειας, της ευθύνης έναντι του Λαού, τον οποίον μας ενεπιστεύθη ο Θεός και έναντι αυτών των ιδίων. Απαντούμε με τη γλώσσα της αγάπης.

Η Εκκλησία με την Πολιτεία έχουν διακριτούς ρόλους και αυτό τυγχάνει σεβασμού από όλους μας. Όλοι μας αγωνιζόμαστε για αυτό τον τόπο, τον τόσο βασανισμένο και πολυαγαπημένο, για την Ελλάδα. Όλοι μας εργαζόμεθα και δε θα φεισθώμεν ουδέ αυτής της ζωής μας για τα δίκαια του Λαού μας. Για την πνευματική του τροφή και την σωτηρία του πρωτίστως, αλλά και για κοινωνική δικαιοσύνη, για σωστή παιδεία, για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, για την αντιμετώπιση της βίας, της πείνας και όποιας άλλης αδικίας απειλεί τον Λαό μας και την Πατρίδα μας.

Η θέση μας είναι μέσα στην κοινωνία, θέση πνευματική, θυσιαστική για την έξοδο των ανθρώπων από την απελπισία, την κρίση θεσμών και αξιών και την οδύνη που δοκιμάζει καθημερινά.

Τώρα είναι η ώρα της Εκκλησίας. Τώρα καλούμεθα ως Εκκλησία, να προσφέρωμε, όπως πάντοτε, αλλά ακόμα περισσότερο τον αληθινό Θεό, τον Ιησού Χριστό ως μόνη σωτηρία του κόσμου. Τώρα καλούμεθα να στηρίξωμε με όλες μας τις δυνάμεις τον Λαό μας, να τον βοηθήσωμε, να του δώσωμε την χαμένη ελπίδα, το μήνυμα της ζωής.

Η φωνή μας, δυνατή, προφητική, οι λόγοι μας έκφραση αγωνίας και πλήμμυρα αγάπης για αυτό τον Λαό. Η Εκκλησία υπάρχει για να ζήση ο Λαός και ψυχικά και σωματικά. Ο,τι έχομε ανήκει στον Λαό. Για να τον στηρίξωμε πνευματικά και να τον ψωμίσωμε σωματικά. Σ’ αυτό το πνεύμα κινούμεθα όλοι οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, όλος ο Ιερός Κλήρος. Ο ρόλος μας δεν είναι η ηττοπάθεια και ο λόγος μας θα είναι πάντοτε αφυπνιστικός, ουσιαστικός, φωτιστικός, παραμυθητικός, λόγος ελπίδος, αλλά και ελεγκτικός σε κάθε περίπτωση που διαπράττονται αδικίες από οποιονδήποτε εις βάρος αυτού του Λαού και των ιερών και οσίων του Γένους μας.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Δυναμική και «αγαπητική» παρέμβαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ.Χρυσοστόμου στην ορκωμοσία Περιφερειάρχου και Περιφερειακών Συμβούλων Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος



Παρόμοιο περιστατικό με αυτό του Μητροπολίτου Γόρτυνος κ. Ιερεμία στην Δημητσάνα, αντιμετώπισε κατά την ορκωμοσία του Περιφερειάρχη Πατρών και των Συμβούλων, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος.
Μιλώντας από του βήματος, επικεφαλής αριστερής παράταξης, αφού τόνισε ότι ορκίστηκε πολιτικά, ανέφερε ότι είναι υπέρ του πλήρους διαχωρισμού μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας κι ότι η Εκκλησία θα πρέπει να περιοριστεί «στα του οίκου της».
Άμεση ήταν η αντίδραση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ. Χρυσοστόμου, οποίος  διευκρίνισε ότι:  «Η Εκκλησία με την Πολιτεία έχουν διακριτούς ρόλους και αυτούς τους σεβόμεθα. Και αυτή η Εκκλησία, αγωνίζεται για αυτό τον λαό. Εδώ είναι η θέση μας και μαζί σας αγωνιζόμαστε. Το λέγω για να το ξέρετε όλοι.
Με πολλή αγάπη η Εκκλησία στηρίζει όχι μόνο τα λαϊκά στρώματα, αλλά και όλον αυτόν το λαό, είτε πιστεύει στην Εκκλησία, είτε όχι.
Σας αγκαλιάζουμε όλους με πολύ - πολύ αγάπη. Και τον προλαλήσαντα».



(Για να δείτε το σχετικό απόσπασμα προχωρήστε τον δείκτη στα 45.30)

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Ένας εκκλησιαστικός λόγος γιά τήν σύγχρονη κρίση

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Οι κρίσιμες ημέρες πού περνάμε ανέδειξαν ένα σοβαρό ζήτημα. Μάς βομβαρδίζουν καθημερινά γιά τήν οικονομική κρίση, αναφέρουν οικονομικούς όρους, γίνονται οικονομικές αναλύσεις καί, βεβαίως, γίνεται λόγος γιά έξοδο από τήν οικονομική κρίση. Κανείς δέν αμφισβητεί ότι τό οικονομικό πρόβλημα, η δυσπραγία, είναι ένα σοβαρό ζήτημα πού απασχολεί πολλές οικογένειες γιά τήν επιβίωσή τους. Αλλά η μονομέρεια αυτή κατατείνει στό νά θεωρήται ο άνθρωπος μόνον οικονομικό καί βιολογικό όν καί νά υπονομεύεται ή νά αγνοήται ότι ο άνθρωπος είναι καί θεολογικό όν. Πέρα από τίς βιολογικές ανάγκες –απαραίτητες– υπάρχουν καί θεολογικές ανάγκες. Ο άνθρωπος αναζητά τόν Θεό καί τήν σχέση μαζί Του, τά προβλήματα στήν ουσία είναι θεολογικά, υπαρξιακά, θέματα πού σχετίζονται μέ τό νόημα τής ζωής καί τού θανάτου.
Η Εκκλησία πρέπει νά συνδράμη τούς ανθρώπους καί στήν οικονομική κρίση, όπως καί τό κάνει, αλλά θά πρέπει νά μήν υποκύψη στόν πειρασμό νά υπονομεύση τήν βασική αποστολή της πού είναι νά υποδεικνύη στόν άνθρωπο τόν δρόμο τής θεώσεως, τής κοινωνίας του μέ τόν Θεό.

Στήν συνέχεια θά επισημανθούν δύο σημεία, ήτοι τά αίτια τής σύγχρονης κρίσης καί η αντιμετώπισή της.

1. Τά αίτια τής κρίσης
Η παγκόσμια καί τοπική μας κοινωνία διέρχεται οικονομική κρίση τόν τελευταίο καιρό, πράγμα τό οποίο δημιουργεί πολλά προβλήματα στούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν νά αντιμετωπίσουν τό οικονομικό πρόβλημα μέσα στήν οικογένειά τους.
Γίνονται αναλύσεις από διαφόρους οικονομολόγους καί κοινωνιολόγους γιά νά εντοπίσουν τά αίτια τής κρίσης, τά οποία επικεντρώνονται στήν πολιτική, οικονομική, γεωπολιτική, πολιτισμική καί θρησκευτική συμπεριφορά τού ανθρώπου. Όταν υπάρχη μιά κρίση, τότε αναζητούνται τά αίτια καί οι αφορμές καί μέσα σέ αυτήν τήν αναζήτηση λέγονται πολλά, ευκαίρως ή ακαίρως.
Οι Κληρικοί δέν έχουν τόσο αρμοδιότητα νά ασχοληθούν μέ τά οικονομικά ή πολιτικά αίτια τής κρίσεως, αλλά κυρίως πρέπει νά δούν τό θέμα από εκκλησιαστικής-θεολογικής πλευράς. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η θεολογία ενδιαφέρεται γιά τήν κατακόρυφη σχέση τού ανθρώπου μέ τόν Θεό, αλλά καί τήν οριζόντια σχέση τού ανθρώπου μέ τούς συνανθρώπους του. Οι δύο αυτές σχέσεις σχηματίζουν σταυρό καί καθένας πού θέλει νά προσδιορίζη ορθώς τίς σχέσεις του μέ τόν Θεό καί τούς ανθρώπους θά πρέπει νά σταυρώνεται. Ο εσταυρωμένος υπερβαίνει τήν κρίση, ενώ ο ασταύρωτος δημιουργεί κρίσεις παντός είδους.
Επειδή εμείς οι Κληρικοί πρέπει νά δούμε τά τού οίκου μας, γι' αυτό θά ήθελα, αποφεύγοντας τήν οποιαδήποτε αναφορά στό οικονομικό, πολιτικό καί κοινωνικό επίπεδο, νά τό περιορίσω στό εκκλησιαστικό καί θεολογικό επίπεδο, κάνοντας καί μιά θετική αυτοκριτική.
Άν δούμε τήν κρίση τών ημερών μας από εκκλησιαστικής πλευράς, θά δούμε ότι η πλειονότητα τών Χριστιανών μας καί τών Κληρικών μας έχουμε αλλοιώσει τήν εκκλησιαστική μας ταυτότητα. Η Εκκλησία, όπως είναι γνωστόν, είναι τό Σώμα τού Χριστού, είναι η Βασιλεία τού Θεού επί τής γής καί αυτή η Βασιλεία δέν είναι εκ τού κόσμου τούτου αλλά από τόν Θεό καί εργάζεται στόν κόσμο. Ο Χριστός στόν Πιλάτο είπε: «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ τού κόσμου τούτου ει εκ τού κόσμου τούτου ήν η βασιλεία η εμή, οι υπηρέται άν οι εμοί ηγωνίζοντο, ίνα μή παραδοθώ τοίς Ιουδαίοις νύν δέ η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εντεύθεν» (Ιω. ιη', 36). Καί κάθε φορά ο Χριστός, πού αντιμετώπισε πρόκληση από τούς ανθρώπους νά περιορίση τό έργο Του στήν ενδοκοσμικότητα, τό αρνήθηκε, όπως τό βλέπουμε μετά τό θαύμα τού πολλαπλασιασμού τών πέντε άρτων, μετά τήν θριαμβευτική είσοδό Του στά Ιεροσόλυμα κ.α.
Όμως, σέ πολλούς από εμάς παρατηρείται έντονα τό φαινόμενο τής εκκοσμίκευσης, πού ορίζεται ως απώθηση στό περιθώριο τής ζωής μας τής εσχατολογικής προσδοκίας καί η ταύτισή μας μέ τό ενθάδε, τήν κοσμική νοοτροπία, τό κοσμικό φρόνημα. Θά μπορούσα νά υπογραμμίσω πολλά ως πρός τό θέμα αυτό, αλλά όμως θά περιορίσω τόν λόγο μου στήν επί τού όρους ομιλία τού Χριστού.
Είναι γνωστή η ομιλία τήν οποία έκανε ο Χριστός επάνω στό όρος τών μακαρισμών, όπως διασώζεται από τόν Ευαγγελιστή Ματθαίο (Ματθ. κεφ. ε'-ζ'). Η επί τού όρους ομιλία τού Χριστού είναι ο κατασταστικός χάρτης τού Χριστιανισμού καί τών Χριστιανών. Όταν τήν διαβάση κανείς προσεκτικά καί συγκρίνη τά όσα λέγει ο Χριστός μέ τήν σύγχρονη ζωή μας, θά δή τήν χαώδη διαφορά.
Στήν αρχή γίνεται λόγος γιά τούς μακαρισμούς, πού αναφέρονται στήν πορεία τού ανθρώπου γιά τήν βίωση τής Βασιλείας τού Θεού, ήτοι γιά τήν ταπείνωση, τήν μετάνοια, τό πένθος, τήν πραότητα, τήν πείνα καί τήν δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τού Θεού, τήν ελεημοσύνη, την καθαρότητα τής καρδιάς, τό ειρηνοποιό πνεύμα καί τό μαρτύριο γιά τήν δόξα τού Θεού.
Στήν συνέχεια ο Χριστός κάνει λόγο γιά τό ότι οι Χριτιανοί είναι τό άλας τής γής καί τό φώς τού κόσμου καί ότι ο Χριστιανός θά πρέπει νά τηρή στήν ζωή του τόν νόμο τού Θεού σέ όλες τίς εκφάνσεις, πού είναι η τελείωση καί η πλήρωση τού νόμου τής Παλαιάς Διαθήκης, πού δόθηκε στόν Μωϋσή. Η τήρηση τού Νόμου δέν αναφέρεται σέ εξωτερικά ζητήματα, αλλά μέσα στόν χώρο τής καρδιάς, πού φθάνει μέχρι τήν αγάπη καί αυτών τών εχθρών.
Ακολούθως γίνεται λόγος γιά τήν ελεημοσύνη, πού πρέπει νά γίνεται μακριά από τό θεαθήναι καί γιά τήν προσευχή. Μάλιστα δέ παρέδωσε καί τήν Κυριακή Προσευχή, τό «Πάτερ ημών», πού αναφέρεται σέ όλα τά ζητήματα τής πνευματικής ζωής. Ειδικά στήν προσφώνηση «Πάτερ ημών» παρουσιάζονται δύο βασικές αρχές, πού πρέπει νά διέπουν τούς Χριστιανούς, ήτοι ότι έχουμε Πατέρα στούς ουρανούς, καί γι' αυτό δέν είμαστε ορφανοί, καί ότι έχουμε καί άλλα αδέλφια, καί γι' αυτό δέν είμαστε μοναχοπαίδια.
Έπειτα, κάνει λόγο γιά τήν νηστεία καί γιά τό νά μή θησαυρίζουμε θησαυρούς επί τής γής. Είναι καταπληκτικός ο λόγος του γιά τό ότι δέν μπορούμε νά εργαζόμαστε σέ δύο κυρίους, δηλαδή στόν Θεό καί τόν μαμωνά, καθώς επίσης γιά τό ότι δέν πρέπει νά διακατεχόμαστε από αγωνιώδη μέριμνα γιά τήν τροφή καί τό ένδυμα, γενικότερα τήν ζωή μας, αλλά θά πρέπει νά αναζητούμε πρώτα τήν Βασιλεία τού Θεού καί τήν δικαιοσύνη Του καί όλα τά άλλα θά προστεθούν.
Αμέσως μετά συνιστά στούς ακροατές Του καί σέ μάς νά μή κρίνουμε τούς ανθρώπους, νά μή δίνουμε τά Άγια στά σκυλιά, νά προσευχόμαστε στόν Θεό καί στήν συνέχεια παρουσιάζει τόν χρυσό κανόνα τής χριστιανικής ζωής: «πάντα ούν όσα άν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω καί υμείς ποιείτε αυτοίς ούτος γάρ εστιν ο νόμος καί οι προφήται» (Ματθ. ζ', 12).
Καταλήγει δέ τήν επί τού όρους ομιλία Του ο Χριστός μέ τήν προτροπή νά ακολουθούμε τήν στενή καί τεθλιμμένη οδό πού οδηγεί στήν ζωή καί όχι τήν πλατεία πού οδηγεί στήν απώλεια, νά αποφεύγουμε τούς ψευδοπροφήτες καί νά τηρούμε τό θέλημα τού Πατρός μας τού εν ουρανοίς. Θεμέλιο τής ζωής μας πρέπει νά είναι ο ίδιος ο Χριστός, αυτή η ισχυρή καί σταθερή πέτρα.
Διαβάζοντας προσεκτικά όλη αυτήν τήν ομιλία, βλέπει κανείς πόσο μακριά είμαστε από αυτόν τόν καταστατικό χάρτη τού Χριστιανισμού. Σέ όλες τίς ενέργειές μας είμαστε έτοιμοι νά παραθέσουμε άρθρα από τό Σύνταγμα, άρθρα από διαφόρους νόμους, πού κατοχυρώνουν τά ατομικά μας δικαιώματα καί τίς ελευθερίες, πού προστατεύουν τήν επιθυμία γιά τήν απόκτηση καί τήν διαφύλαξη τού πλούτου, στήν δέ Εκκλησία συνεχώς επικαλούμαστε άρθρα τού Καταστατικού Χάρτου καί τών Κανονισμών γιά νά δικαιολογήσουμε κάποια πράξη μας, καί όμως αγνοούμε παντελώς τήν πραγματική μας καταστατική νομοθεσία πού είναι η επί τού όρους ομιλία τού Χριστού.
Αυτό σημαίνει ότι, ενώ ως μέλη τής Εκκλησίας τού Χριστού ανήκουμε σέ έναν πνευματικό χώρο, πού δέν είναι εκ τού κόσμου τούτου, καίτοι εργάζεται στόν κόσμο, εν τούτοις είμαστε απόλυτα ταυτισμένοι μέ τήν νοοτροπία τού κόσμου, ως πρός τά πάθη τής φιληδονίας, τής φιλοδοξίας καί τής φιλαργυρίας. Βεβαίως δέν βρίσκονται όλοι σέ αυτήν τήν κατηγορία, αλλά έχουμε επηρεασθή βαθύτατα από αυτήν τήν νοοτροπία.
Εκτός από τήν κρίση τής εκκλησιαστικής μας ταυτότητας έχουμε κρίση καί τής θεολογικής μας ταυτότητας. Η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού καί η θεολογία είναι η φωνή τής Εκκλησίας. Θά πρέπει νά θεολογούμε καί γιά τά πιό μικρά πράγματα, πού σημαίνει ότι κάθε γεγονός τής ζωής μας καί κάθε αντικείμενο πού συνδέεται μαζί μας, πρέπει νά αντιμετωπίζεται από μάς μέ έναν διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι τό αντιμετωπίζουν άλλοι συμπολίτες μας. Ο τρόπος τής ζωής μας, η διοργάνωση τής κοινωνίας μας, η συγκρότηση τής οικογενειακής ζωής, ο τρόπος τής σκέψεώς μας κλπ., όλα πρέπει νά εμπνέωνται από τήν θεολογία τής Εκκλησίας, η οποία κάνει λόγο τί είναι ο Θεός, τί είναι ο άνθρωπος καί ποιός είναι ο προορισμός του, τί έκανε ο Θεός γιά μάς, καί πώς εμείς θά ανταποκριθούμε σέ αυτήν τήν αγάπη τού Θεού.
Παρατηρώ ότι περισσότερο «τεχνολογούμε» παρά «θεολογούμε», κατά τόν γνωστόν λόγο τού Μεγάλου Βασιλείου. Καθιερώθηκε στήν ζωή τής Εκκλησίας μας οι Επίσκοποι νά προέρχωνται από τόν μοναχικό βίο, γιατί θά πρέπει νά διακρίνωνται γιά τίς βασικές μοναχικές αρετές καί νά έχουν μάθει γιά τήν μοναχική ζωή τήν αξία τής υπακοής, τής λατρείας, τής προσευχής, τής ασκητικής ζωής, τής ακτημοσύνης, δηλαδή όλους αυτούς τούς όρους καί τίς προϋποθέσεις τής θεολογικής σκέψεως. Στίς συζητήσεις μας, ακόμη καί στά Συνοδικά όργανα, αναφερόμαστε σέ όλα τά θέματα πού απασχολούν τόν τρόπο ζωής τών ανθρώπων, ωσάν νά βρισκόμαστε σέ ένα κοινοβούλιο. Αυτό αποδεικνύεται από τό ότι ελάχιστες φορές στόν χώρο αυτό τής Ιεραρχίας έγινε συζήτηση γιά δογματικά ζητήματα καί γιά τό μεγάλο ζήτημα τού διαλόγου τής Ορθοδόξου Εκκλησίας μέ άλλες Ομολογίες.
Τελικά, η κρίση βρίσκεται καί μέσα στήν Εκκλησία καί μέσα στήν ίδια μας τήν ύπαρξη. Είναι κρίση εκκλησιαστική καί θεολογική, αφού σέ πολλές περιπτώσεις υποκύψαμε στούς τρείς πειρασμούς, στούς οποίους δέν υπέκυψε ο Χριστός, ήτοι θελήσαμε νά μετατρέψουμε τούς λίθους σέ άρτους, θελήσαμε νά κάνουμε θεαματικές πράξεις γιά νά εντυπωσιάσουμε τούς ανθρώπους, πέφτοντας από τό πτερύγιο τού Ναού, καί θελήσαμε νά αποκτήσουμε κοινωνική καί άλλη ποικιλόμορφη εξουσία μέ οποιοδήποτε τίμημα. Αυτό λέγεται εκκοσμίκευση.
Άλλωστε, είναι γνωστός ο λόγος τού Ευαγγελιστού Ιωάννου, πού κάνει λόγο γιά τό ποιός έχει εκκοσμικευμένο φρόνημα: «πάν τό εν τώ κόσμω, η επιθυμία τής σαρκός καί η επιθυμία τών οφθαλμών καί η αλαζονεία τού βίου, ουκ έστιν εκ τού πατρός, αλλ εκ τού κόσμου εστί» (Α' Ιω. β', 16).
Αφήσαμε τόν κόσμο ακατήχητο στό θέμα ποιός είναι ο σκοπός τής υπάρξεώς του, πώς θά ζήση τήν ασκητική ζωή καί πώς θά ακολουθήση τήν στενή καί τεθλιμμένη οδό, τήν σταυρική θυσία καί προσφορά, καί τόν αφήσαμε νά ασχολήται μέ τήν ευδαιμονία καί τήν φιλαυτία. Μερικές φορές δέ θεωρήσαμε ότι η συσσώρευση υλικών αγαθών αποτελεί καί ένδειξη τής αγάπης καί τής ευεργεσίας τού Θεού σέ μάς. Έτσι, καί πολλοί Χριστιανοί πλούτισαν σέ βάρος άλλων ανθρώπων, αλλά καί ταυτίζονται μέ τούς πλουσίους σέ βάρος τού λαού.
Είναι γνωστόν ότι στήν Δύση τουλάχιστον ο Χριστιανισμός ταυτίσθηκε μέ τήν πλουτοκρατία, τόν καπιταλισμό, ο οποίος είναι πραγματικά «η θρησκεία τής φιλαργυρίας». Τά λεγόμενα Χριστιανοδημοκρατικά κόμματα συνδέονται μέ τόν φιλελευθερισμό, πού συνίσταται στήν ανταγωνιστικότητα τής αγοράς καί δημιουργεί πλουσίους καί πτωχούς.
Ως Κληρικοί θά πρέπει νά δούμε τά αίτια τής εκκλησιαστικής καί θεολογικής κρίσης, τό πώς μετατρέψαμε τόν Χριστιανισμό σέ μιά θρησκεία πού ευνοεί τήν ικανοποίηση τών αισθήσεων, τήν συσσώρευση υλικών αγαθών καί τήν αύξηση τής ψαλίδας μεταξύ πλουσίων καί πτωχών. Μέ τόν τρόπο αυτόν αλλοιώσαμε τήν εκκλησιαστική καί θεολογική μας ταυτότητα.
Οπότε, θά πρέπει νά συγκρίνουμε τήν ζωή μας μέ τήν επί τού όρους ομιλία τού Χριστού καί νά προσδιορίσουμε επακριβέστερα τόν σκοπό τής υπάρξεως τής Εκκλησίας καί τό έργο τής ποιμαντικής διακονίας τού λαού.



2. Η αντιμετώπιση τής κρίσης
Προηγουμένως προσδιορίσθηκαν τά αίτια τής οικονομικής, κοινωνικής καί, κυρίως, τής εκκλησιαστικής καί θεολογικής κρίσεως. Δυστυχώς πολλοί από τούς Χριστιανούς μας δέν ζούν σύμφωνα μέ τίς εντολές τού Χριστού καί τό Ευαγγέλιο, πού αναφέρεται στήν ευαγγελική πτωχεία, τήν ελευθερία από εξαρτήσεις τίς οποίες θέλουν νά επιβάλλουν οι αισθήσεις καί τά αισθητά, τήν πείνα καί τήν δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τού Θεού καί τήν αναζήτηση τής Βασιλείας τού Θεού. Αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα καί τών Χριστιανών καί τής Εκκλησίας μας.
Τώρα, όμως, θά εντοπισθούν μερικά σημεία, τά οποία είναι απαραίτητα γιά τήν αντιμετώπιση τής ποικιλόμορφης κρίσης πού μαστίζει τίς κοινωνίες μας.
Είναι γνωστόν ότι η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού άρχισε τήν λειτουργία της τήν ημέρα τής Πεντηκοστής καί άρχισε νά επεκτείνεται καί νά διοργανώνεται σέ μιά κοινωνία πού μαστιζόταν από μεγάλη κρίση. Πρόκειται γιά τήν ιουδαϊκή, ελληνική καί ρωμαϊκή κοινωνία. Όταν μελετάμε τήν κοινωνική κατάσταση τής εποχής τού Χριστού καί τών αγίων Αποστόλων, διαπιστώνουμε ότι υπήρχε η δουλεία στούς Ρωμαίους, ο αμοραλισμός καί η φτώχεια, η ανεξέλεγκτη εξουσία καί πολλά άλλα. Μέσα σέ έναν τέτοιο χώρο ο Χριστιανισμός έκανε όλες τίς κοινωνικές εφαρμογές του στόν χώρο τής Εκκλησίας.
Τό πρώτο σημείο είναι ότι οι Απόστολοι καί οι Διάδοχοί τους έδωσαν μεγάλη βαρύτητα στό χριστολογικό κήρυγμα, τό τί είναι ο Χριστός καί πώς κανείς θά βιώση τόν Χριστό στήν προσωπική του ζωή. Ομιλούσαν γιά τήν μετάνοια, ως τρόπο κοινωνίας μέ τόν Χριστό. Η θεία Λειτουργία ήταν τό κέντρο τής εκκλησιαστικής ζωής καί χωρίς τήν θεία Κοινωνία δέν μπορούσαν νά ζήσουν. Ο Χριστός νοηματοδοτούσε όλη τήν ζωή τους, ώστε ο Απόστολος Παύλος νά πή «ζώ δέ ουκέτι εγώ, ζή δέ εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β', 20). Η αγάπη τών Χριστιανών γιά τόν Χριστό τούς έκανε νά καταβαίνουν μέχρι τά έγκατα τής γής στίς κατακόμβες γιά νά τόν υμνήσουν καί νά τελέσουν τήν θεία Ευχαριστία, αλλά καί νά θυσιάσουν τήν ζωή τους γι' Αυτόν, οπότε έχουμε καί τό ενθουσιαστικό στοιχείο στήν ζωή τών Χριστιανών καί τήν ανάδειξη χιλιάδων καί εκατομμυρίων μαρτύρων.
Όταν διαβάση κανείς προσεκτικά τίς επιστολές τού Αποστόλου Παύλου, θά διαπιστώση ότι οι πρώτες Εκκλησίες ήταν οργανωμένες, όπως είναι οργανωμένα τά σημερινά καλά ορθόδοξα Μοναστήρια. Οι δύο επιστολές τού Αποστόλου Παύλου στήν Κόρινθο αποδεικνύουν μιά Εκκλησία η οποία, πέρα από μερικά ανθρώπινα λάθη, ήταν πολύ ζωντανή, γεμάτη από τήν Χάρη τού Αγίου Πνεύματος καί οι Χριστιανοί ήταν πλημμυρισμένοι από τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος.
Οπότε, μιά πρώτη πρόταση αντιμετωπίσεως τής εκκλησιαστικής καί θεολογικής κρίσεως τών ημερών μας είναι νά έχουμε μπροστά μας τό όραμα τών πρώτων Εκκλησιών, όπως φαίνεται στίς επιστολές τού Αποστόλου Παύλου καί νά αγωνιζόμαστε νά επανέλθουμε σέ αυτήν τήν κατάσταση.
Τό δεύτερο σημείο είναι νά δούμε τήν κοινοβιακή ζωή τής πρώτης Εκκλησίας. Εφ' όσον ζούσαν τήν αγάπη τού Θεού, πλουσιοπάροχα, έπρεπε νά τήν διοχετεύσουν στούς αδελφούς τους, αλλά πολλές φορές καί σέ ανθρώπους εκτός τής εκκλησιαστικής κοινότητας. Έτσι, μαζί μέ τήν ευχαριστιακή ζωή, είχαν διοργανώσει καί τήν κοινοβιακή ζωή, ακόμη καί κατά τήν διάρκεια τού φαγητού, είναι τά γνωστά κοινά δείπνα πού περιγράφονται στίς Πράξεις τών Αποστόλων. Οι Χριστιανοί πωλούσαν τά υπάρχοντά τους καί τά χρήματα πού εισέπρατταν τά έδιναν στούς Αποστόλους, ώστε νά βοηθούνται όλοι οι Χριστιανοί. Καί όταν χρειάσθηκε νά ασχοληθούν μερικοί άνθρωποι μέ τά δείπνα, εξέλεξαν επτά άνδρες πού ήταν γεμάτοι από Άγιον Πνεύμα. Επομένως, δέν διοργάνωσαν τήν κοινοβιακή τους ζωή επί τή βάσει οικονομικών θεωριών, αλλά επί τή βάσει τού Ευαγγελίου καί τής εν Χριστώ ζωής, τήν οποία βίωναν μέσα στήν Εκκλησία.
Συνήθως λέμε ότι αυτή η κοινοβιακή ζωή πού περιγράφουν οι Πράξεις τών Αποστόλων κράτησε γιά λίγα χρόνια καί στήν συνέχεια εξέλιπε. Είναι λάθος αυτή η άποψη, γιατί ήδη έχουμε γραπτή μαρτυρία από τά μέσα τού 2ου αιώνος, δηλαδή μετά τό 150 μ.Χ. ότι αυτή η κοινοβιακή ζωή, μέ πολλούς τρόπους, λειτουργούσε σέ όλες τίς κατά τόπους Εκκλησίες, όχι μόνον στά Ιεροσόλυμα. Γιά παράδειγμα στήν πρώτη Απολογία τού αγίου Ιουστίνου τού Μάρτυρος γίνεται λόγος γιά τήν από κοινού θεία Ευχαριστία καί τήν θεία Κοινωνία καί εκεί μεταξύ άλλων λέγεται: «Καί οι έχοντες τοίς λειπομένοις πάσιν επικουρούμεν, καί σύνεσμεν αλλήλοις αεί». «Οι ευπορούντες δέ καί βουλόμενοι κατά προαίρεσιν έκαστος τήν εαυτού ό βούλεται δίδωσι, καί τό συλλεγόμενον παρά τώ προεστώτι αποτίθεται, καί αυτός επικουρεί ορφανοίς τε καί χήραις, καί τοίς διά νόσον ή δι' άλλην αιτίαν λειπομένοις, καί τοίς εν δεσμοίς ούσι, καί τοίς παρεπιδήμοις ούσι ξένοις, καί απλώς πάσι τοίς εν χρεία ούσι κηδεμών γίνεται».
Η Απολογία αυτή δόθηκε από τόν άγιο Ιουστίνο στόν αυτοκράτορα Αντωνίνο τόν Ευσεβή καί, βεβαίως, επ' ουδενί λόγω σέ μιά τέτοια επίσημη Απολογία θά ήταν υπερβολικός καί θά χρησιμοποιούσε ψευδή επιχειρήματα. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη Εκκλησία ζούσε μέσα στό κοινοβιακό πνεύμα καί ενδιαφερόταν γιά τούς ορφανούς, τίς χήρες, τούς ασθενείς, τούς φυλακισμένους, τούς παρεπιδημούντας καί γιά όλους πού είχαν τήν ανάγκη. Είναι σημαντική η μελέτη τού αειμνήστου Καθηγητού Παναγιώτου Δημητρόπουλου μέ τίτλο «Η πίστις τής αρχαίας Εκκλησίας ως κανών ζωής καί ο κόσμος», ειδικά τά κεφάλαια περί τού θεσμού τής ιδιοκτησίας, περί χριστιανικής φιλανθρωπίας καί περί τού θεσμού τής δουλείας, όπου υπάρχουν πολλά παραδείγματα από τόν τρόπο πού ζούσε η αρχαία Εκκλησία.
Αυτή η κοινοβιακή ζωή τής αρχαίας Εκκλησίας δέν έπαυσε ποτέ καί βιώθηκε στήν συνέχεια από τούς μοναχούς στά Μοναστήρια, πού υπήρξαν χώροι λατρείας, προσευχής καί κοινοβιακής ζωής, καθώς επίσης καί φιλοξενίας τών πολλών προσκυνητών. Αυτό βιώνεται καί σέ πολλές Ενορίες, πού αναπτύσσουν τήν φιλανθρωπία. Οπότε, πρόταση τής Εκκλησίας στήν σημερινή κρίση είναι νά διοργανωθούν ακόμη περισσότερο οι Ενορίες καί τά Μοναστήρια ως χώροι κοινοβιακής ζωής.
Τό τρίτο σημείο είναι τό κήρυγμα τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας πού στρεφόταν εναντίον τών πλουσίων, οι οποίοι αδιαφορούσαν γιά τούς πτωχούς. Οι Πατέρες ομιλούσαν ελεγκτικά εναντίον τών εχόντων καί κατεχόντων πού ζούσαν σέ βάρος τού λαού. Αλλά πρώτοι οι Πατέρες αυτοί έδιναν τό καλό παράδειγμα, αφού απαλλάσσονταν από τήν περιουσία τήν οποία είχαν καί τήν οποία προσέφεραν στούς πτωχούς.
Είναι περίφημοι οι λόγοι τού Μεγάλου Βασιλείου, τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου καί πολλών άλλων Πατέρων τής Εκκλησίας. Θά περιορίσω τήν αναφορά μου στόν περίφημο λόγο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου «περί φιλοπτωχίας». Καί αυτό γιατί, στόν λόγο αυτό παρουσιάζεται όλη η θεολογική προοπτική τής κοινοβιακής ζωής. Ο άγιος Γρηγόριος δέν εμπνέεται απλώς από οικονομικές θεωρίες καί από φιλεύσπλαχνη διάθεση, αλλά καθαρά από τήν θεολογία τής Εκκλησίας μας.
Μεταξύ τών άλλων λέγει ότι ο Θεός έπλασε τόν άνθρωπο νά ζή στόν Παράδεισο τής τρυφής ελεύθερος καί αυτεξούσιος καί πλούσιος στήν απόλαυση. Όμως, μετά τήν παράβαση δημουργήθηκαν οι φθόνοι, οι έριδες καί η καταδυνάστευση τού διαβόλου, η οποία δαιμονική καταδυνάστευση παρασύρει τούς πιό θρασείς ανθρώπους εναντίον τών ασθενεστέρων καί έτσι σχίσθηκε τό ενιαίο ανθρώπινο γένος καί έλαβε διάφορα ονόματα, καί η πλεονεξία κατακερμάτισε τήν ευγένεια τής φύσεως. Σαφέστατα εδώ φαίνεται ότι η πρώτη ζωή τού ανθρώπου στόν παράδεισο ήταν η απόλυτα κοινοβιακή ζωή, η δέ συσσώρευση τού πλούτου καί τών υλικών αγαθών ήταν αποτέλεσμα τής παραβάσεως τού ανθρώπου. Γι' αυτό προτρέπει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τόν ακροατή του: «αλλά σύ βλέπε μοι τήν πρώτην ισονομίαν, μή τήν τελευταίαν διαίρεσιν μή τόν τού κρατήσαντος νόμον, αλλά τόν τού κτίσαντος».
Ο λόγος αυτός τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου είναι πολύ σημαντικός, γιατί δείχνει ότι οι Χριστιανοί θά πρέπει νά βλέπουν τήν πρώτη ισονομία πού επικρατούσε στόν Παράδεισο, τήν διαίρεση πού ήλθε διά τής πτώσεως καί νά αποβλέπουν μέ τήν δική τους ελευθερία στήν επαναφορά στήν πρώτη εκείνη ευλογημένη κατάσταση.
Μέσα στήν προοπτική αυτή πρέπει νά εντάξη κανείς όλον αυτόν τόν υπέροχο λόγο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου. Σέ ένα σημείο γράφει: «Πάσι μέν δή πτωχοίς ανοικτέον τά σπλάγχνα» καί συνεχίζει ότι πρέπει νά δείξουμε τήν αγάπη μας σέ όποιον τήν χρειάζεται, σέ αυτούς πού διατελούν σέ χηρεία, σέ ορφάνεια, σέ αυτούς πού είναι εξόριστοι, είτε σέ αυτούς οι οποίοι καταδιώκονται από τήν ωμότητα τών δεσποτών είτε από τό θράσος τών αρχόντων είτε από τήν απανθρωπία τών φορολόγων είτε από τόν φόνο τών ληστών είτε από τήν απληστία τών κλεπτών είτε από τήν δήμευση είτε από τό ναυάγιο.
Μιλώντας στούς Χριστιανούς του, λέγει: «Πάντες γάρ έν εσμέν εν Κυρίω, είτε πλούσιος, είτε πένης, είτε δούλος, είτε ελεύθερος, είτε υγιαίνων, είτε πονηρώς έχων τού σώματος». Καί σέ κάποια στιγμή λέγει τόν φοβερό λόγο ότι δέν θά ήθελε ποτέ νά συμβή στόν ίδιο νά πλουτίζη αυτός, ενώ οι άλλοι δέν έχουν τίποτε, είτε νά διάγη αυτός καλά, ενώ οι άλλοι νά υποφέρουν: «Μή μοι γένοιτο, μήτε πλουτείν τούτων απορουμένων μήτε ευεκτείν, ει μή βοηθοίην τοίς τούτων τραύμασι μή τροφής ικανώς έχειν, μή σκέπης, μή υπό στέγην αναπαύεσθαι, ει μή καί άρτον ορέξαιμι, καί μεταδοίην εσθήτος εις δύναμιν καί υπό στέγην αναπαύσαιμι».
Έχοντας αυτό υπ' όψιν, θά πρέπει νά ομιλούμε συνεχώς εναντίον τής συγκεντρώσεως τών υλικών αγαθών από λίγους ανθρώπους, νά κάνουμε λόγο γιά τήν κατά τό δυνατόν ισότητα τών ανθρώπων ή, τουλάχιστον, νά τονίζουμε ότι όσοι έχουν υλικά αγαθά θά πρέπει νά φροντίζουν γιά τήν προσφορά τών αναγκαίων σέ αυτούς οι οποίοι υποφέρουν. Δέν είναι δυνατόν νά είναι κανείς καλός Χριστιανός καί νά ζή πλουσιοπάροχα, ενώ οι αδελφοί του εν Χριστώ υποφέρουν καί βασανίζονται.
Τό τέταρτο σημείο είναι ότι πρέπει νά δοθή σημασία στήν ασκητική ζωή, όπως τήν συναντάμε στήν Αγία Γραφή καί τήν Παράδοση τής Εκκλησίας. Όταν ομιλούμε γιά ασκητική ζωή, εννοούμε τό νά διακρίνη ο άνθρωπος μεταξύ τού αναγκαίου καί τού υπερβολικού, μεταξύ ψευδών καί πραγματικών αναγκών. Δυστυχώς, πολλοί Χριστιανοί επηρεασμένοι από τήν νοοτροπία τής εποχής καταναλώνουν περισσότερα απ' όσα παράγουν καί δέν ζούμε κατά τρόπον ασκητικό. Αυτή η προτροπή γιά άσκηση είναι αναγκαία στήν εποχή μας, κατά τήν οποία υπάρχει πολύ μεγάλη ευμάρεια, συσσώρευση υλικών αγαθών, τά οποία δέν μάς χρειάζονται.
Τά τέσσερα αυτά σημεία τά οποία υπεγράμμισα δείχνουν καί τό πώς μπορεί σήμερα νά βοηθήση η Εκκλησία στήν κρίση πού διερχόμαστε, ήτοι θά πρέπει νά δώση βαρύτητα στήν θεία Ευχαριστία καί τήν θεολογία της, η οποία αναπαύει τήν πνευματική πείνα τού ανθρώπου καί δίνει νόημα ζωής, νά διοργανώση τήν Ενορία μέσα στό κοινοβιακό σύστημα τής αρχαίας Εκκλησίας μέ τήν προσφορά υλικών αγαθών σέ ανθρώπους πού έχουν ανάγκη καί τήν ποικιλότροπη ποιμαντική διακονία μέ τά Ιδρύματα καί τό προνοιακό έργο. Αλλά συγχρόνως θά πρέπει νά ομιλή τήν γλώσσα τών Πατέρων γιά τήν αδικία πού υπάρχει στίς κοινωνίες μας καί τήν ανάπτυξη τού πνεύματος τής φιλανθρωπίας, καθώς επίσης εμείς οι Κληρικοί καί οι τακτικώς εκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί νά κάνουμε πράξη τήν αρχή τής λιτότητας στήν προσωπική μας ζωή.
Η αντιμετώπιση τής κρίσεως από εκκλησιαστικής πλευράς πρέπει νά είναι εκκλησιαστική καί θεολογική. Νά μήν πέσουμε στόν πειρασμό νά βλέπουμε τήν οικονομική κρίση μέσα από οικονομικούς όρους, γιατί άν γίνεται αυτό, τότε ζούμε εκκοσμικευμένη ζωή. Οι κοινωνικές καί οικονομικές κρίσεις αντιμετωπίζονται μέ πνευματικά μέτρα, ήτοι ασκητική ζωή, προσευχή, πίστη στόν Θεό, εντατικοποίηση γιά τήν εφαρμογή τών εντολών τού Χριστού.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Ο χωροχρόνος της Εκκλησίας

Αθανασίου Γιέβτιτς

….Εμεις οι χριστιανοί πιστεύουμε και το μαρτυρούμε και ομολογούμε ότι στην Εκκλησία ο χώρος και ο χρόνος βρήκαν το νόημα τους. Στην Εκκλησία, ο χωροχρόνος μας είναι ένα πρόσωπο. Ειναι ο Χριστός ως Θεάνθρωπος, ο Χριστός εν τη Εκκλησία και ως Εκκλησία.
Οι αρχαίοι Ελληνες ασχολήθηκαν πολύ με τον τόπο , τον χώρο, ενώ οι Εβραίοι ασχολήθηκαν περισσότερο με τον χρόνο. Και στον χριστιανισμό ενώθηκαν τα δυο αυτά ενδιαφέροντα, διότι και τα δυο είναι δημιουργήματα του Θεού, και επίσης διότι ο Κύριος ως Θεάνθρωπος ηλθε και φανερώθηκε εν τόπω και χρόνω. Και ετσι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την εμπειρία της δίνει την μαρτυρία ότι και ο χώρος και ο χρόνος είναι για τον ανθρωπο όχι απλώς αναγκαίες φυσικές προυποθέσεις υπάρξεως και ζωής, αλλά εχουν το νόημα και το πλήρωμα τους στον Χριστό, ο οποίος ως ο δημιουργός Θεός ολου του κόσμου μπήκε στον χώρο και τον χρόνο. Ο Χριστός με την Ενσάρκωση και Ενανθρώπησή Του εισήλθε κα εχωρήθη στον χωροχρόνο μας.
(Ο ανθρωπος και ο χωροχρόνος στο βιβλίο "Χριστός η χώρα των ζώντων", σελ. 52)

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Η εντονη και θαρραλέα αντίδραση του Μητροπολίτη Γόρτυνος


Την Κυριακή 19 Δεκεμβρίου στο Συνεδριακό Κέντρο της Δημητσάνας, το κατάμεστο από τον λαό και τους άρχοντες, ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμίας με αρκετούς ιερείς και μοναχούς έκανε την ορκομωσία του νέου Δημάρχου Γορτυνίας κ. Ιωάννου Γιαννοπούλου.

Μετά την ολιγόλεπτη προσφώνηση του Μητροπολίτου στον νέο Δήμαρχο, η οποία χειροκροτήθηκε από το πλήθος, ένα σημαίνον μέλος, περιφρονώντας την παρουσία του ιερού κλήρου, ομίλησε και είπε ότι δεν χρειαζόμασταν τους ιερείς, γιατί κατά τον κανονισμό δεν προβλέπεται η παρουσία του αρχιερέως και των ιερέων σε ορκομωσία.
Τα περιφρονητικά για τον ιερό κλήρο αυτά λόγια, λεχθέντα μάλιστα σε επίσημη στιγμή και ενώπιον τόσου πλήθους, εξόργισαν τον Μητροπολίτη κ. Ιερεμία, ο οποίος με οξύτητα πράγματι και με θυμό επιτέθηκε στον υβριστή και με ισχυρά την φωνή του είπε: «Αυτό σε πείραξε, κύριε, εσένα, η παρουσία των ιερέων; Εμείς οι ιερείς και οι αρχιερείς αγωνιστήκαμε για να υπάρχει ελεύθερη πατρίδα και να κινείσαι εσύ ελεύθερος. Και λέγονται αυτά τα λόγια, χριστιανοί, εδώ στην Δημητσάνα, τον τόπο γέννησης του Πατριάρχου Γρηγορίου, που κρεμάστηκε για την πίστη και την πατρίδα; Ντροπή σε μερικούς και πάλι ντροπή τους, που βάλθηκαν να κάνουν την Ελλάδα μας άθεη. Δεν θα τους αφήσουμε. Εγώ εδώ που ήλθα εμπνέομαι από το σχοινί του Πατριάρχου Γρηγορίου και θέλω να γίνω αγωνιστής, θέλω να γίνω τρελλός για την πίστη την αγία. Να ξέρετε και να μάθετε ότι εδώ στην Δημητσάνα έχετε ένα τρελλό Δεσπότη, που δεν θα μείνει απαθής σε ανθρωπάκια και σε νάνους, που θέλουν να τα βάλουν με την άγια πίστη μας και να ξεριζώσουν την αγάπη μας στον Χριστό και την Παναγία, που μας άφησαν ως προίκα οι πατέρες μας. Εγώ είμαι τέκνον ήρωος αλβανικών ορέων και δεν σκοτώθηκε παλλικάρι 25 ετών στα αλβανικά βουνά ο πατέρας μου, για νάρχεται αυτός ο κύριος να περιφρονεί εδώ δημόσια τον ιερό κλήρο. Αφού λοιπόν, κατά τα λόγια του κυρίου αυτού, για τα οποία δεν άκουσα κανένα από σας να διαμαρτυρηθεί, αφού δεν χρειάζονται οι ιερείς στην ορκομωσία, διαμαρτύρομαι και εξέρχομαι από την αίθουσα και δίνω εντολή σε όλους τους ιερείς και τους μοναχούς να φυ-γουν και αυτοί από την αίθουσα».
Και απευθυνόμενος στους ιερείς και τους μοναχούς είπε: «Εμπρός, εμπρός! Πατέρες όλοι να φύγουμε, αφού μας περιφρονούν».
Τότε όλο το πλήθος ηλεκτρίστηκε από την σκηνή και από τους πονετικούς και έντονους λόγους του Δεσπότη και διαμαρτυρήθηκε λέγοντας να βγει έξω από την αίθουσα αυτός που είπε αυτά τα λόγια και όχι ο Δεσπότης μας.
Και όλοι οι πρώην Δήμαρχοι και οι άρχοντες και ο νέος Δήμαρχος και ο λαός έπεσαν επάνω στον Δεσπότη και του ζητούσαν συγγνώμη για το συμβάν και τον παρακαλούσαν να μην εξέλθει από την αίθουσα αυτός και οι κληρικοί.
Η σκηνή ήταν πολύ ταραχώδης και εντυπωσιακή και δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Τελικά ο κ. Ιερεμίας κάμφθηκε από τον γλυκό λόγο του πρώην Δημάρχου Δημητσάνης κ. Αναστασίου Βλάχου, ο οποίος του είπε:
«Σεβασμιώτατε, επικαλούμαι τα τέσσερα χρόνια της άριστης συνεργασίας μας και σας παρακαλώ να ξεχάσετε τον προσβλητικό λόγο εναντίον των ιερέων που ειπώθηκε και να μείνετε και εσείς και οι ιερείς στην αίθουσα».
Στην συνέχεια ομίλησαν ο κ. Δήμαρχος και οι επίσημοι. Όλοι τους στον πρόλογο της προσλαλιάς τους ζητούσαν συγγνώμη από τον Δεσπότη για το συμβάν.
Ο ίδιος ο Δεσπότης, όπως ακούσαμε και διαπιστώσαμε, ήταν ήρεμος ψυχικά και χαρούμενος, γιατί από το συμβάν βεβαιώθηκε ότι στην Γορτυνία με έδρα την Δημητσάνα καταπνίγονται από τον ίδιο τον λαό και τους άρχοντές του οι ακουόμενες αθεϊστικές ιδέες.