Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εισαγωγικές προτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εισαγωγικές προτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης καί η «Εμπειρική Δογματική»

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ.κ.Ιεροθέου
Θά ήθελα νά ευχαριστήσω εκ καρδίας τούς τρείς διακεκριμένους εισηγητάς τής σημερινής παρουσιάσεως τών δύο τόμων τής «Εμπειρικής Δογματικής, κατά τίς προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη», πού μέ τόν λόγο τους έκαναν ένα μνημόσυνο στόν μεγάλο αυτόν διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής θεολογίας τών Προφητών, Αποστόλων καί Πατέρων.


Νά μνημονεύσω τόν αγαπητό Πρωτοπρεσβύτερο καί Καθηγητή π. Γεώργιο Μεταλληνό, πού συντόνισε τήν σημερινή συνάντηση καί ομίλησε γιά τόν πεφιλημένο διδάσκαλο μέ καρδιακά αισθήματα, όπως καί τό κάνει επανειλημμένως. Ο ίδιος θεωρεί τιμή πού τόν αποκαλούν μαθητή τού π. Ιωάννου, άν καί δέν διετέλεσε ποτέ φοιτητής του. Νά ευχαριστήσω τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Στέφανο Αβραμίδη, μαθητή τού π. Ιωάννου στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, ο οποίος πολλάκις τόν ανέπαυσε καί τόν βοήθησε ποικιλοτρόπως καί στό γραφείο τού οποίου κατέφευγε πολλές φορές ο αείμνηστος π. Ιωάννης. Επίσης, νά ευχαριστήσω τόν καθηγητή κ. Λάμπρο Σιάσο, ο οποίος ήταν μαθητής του στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί επηρεάσθηκε από αυτόν.
Ευχαριστώ καί τούς τρείς, γιατί δέχθηκαν νά παρουσιάσουν τό δίτομο αυτό έργο, νά ομιλήσουν γιά τόν μακαριστό διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής ορθοδόξου θεολογίας καί νά πούν λόγο καρδιακό καί γιά τήν ελαχιστότητά μου. Εξομολογούμενος θά ήθελα νά πώ ότι, παρά τό ότι εξέδωσα πολλά βιβλία στήν ελληνική γλώσσα, εν τούτοις αρνήθηκα προτάσεις γιά δημόσια παρουσίαση γιά κάποιο από αυτά. Εξαίρεση γίνεται γιά τό δίτομο αυτό έργο τής «Εμπειρικής Δογματικής», γιατί θέλω νά προβληθή τό πρόσωπο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ιδίως εφέτος πού συμπληρώνεται δεκαετία από τήν κοίμησή του.
Θά ήθελα κλείνοντας τήν σημερινή εκδήλωση νά τονίσω τέσσερα «πώς», δηλαδή τέσσερα σημεία πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο καί τό έργο τού μακαριστού Διδασκάλου τής ορθοδόξου Πνευματικότητας.


1. Πώς ανακάλυψα τόν π.Ιωάννη Ρωμανίδη
Η ανακάλυψη εκ μέρους μου τού π. Ιωάννου έγινε προοδευτικά. Τόν γνώρισα, όπως περίπου γνωρίζει κανείς κάποιον καλλιτέχνη, αφού πρώτα ακούει γι’ αυτόν, έπειτα θαυμάζει τά έργα του καί στήν συνέχεια συναντά καί τόν ίδιο προσωπικά.
Στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου σπούδαζα (1964-1968) καί στά επιλεγόμενα μαθήματα άκουσα γι’ αυτόν, γιά πρώτη φορά, πρίν έλθη στήν Ελλάδα. Στό επιλεγόμενο μάθημα τής Πατρολογίας, μέ τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, έγινε κάποτε τό 1967 συζήτηση γιά ένα θεολογικό ζήτημα. Μερικοί μεταπτυχιακοί από τήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης Αμερικής αναφέρθησαν διεξοδικώς στόν άγιο Ιγνάτιο τόν Θεοφόρο καί μετά σέ άλλους Αποστολικούς Πατέρας τής Εκκλησίας. Τότε ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου είπε: «γνήσιοι μαθητές τού Ρωμανίδη». Τήν εποχή εκείνη ο π. Ιωάννης δίδασκε στήν Θεολογική Σχολή Βοστώνης καί βέβαια ησχολείτο ιδιαιτέρως μέ τούς αγαπητούς του Αποστολικούς Πατέρας.
Στό τέλος τού τετάρτου έτους τών σπουδών μου ο καθηγητής Ιωάννης Καλογήρου, πού μάς δίδασκε κατά ανάθεση τό μάθημα τής Δογματικής, αφού η έδρα ήταν κενή, μάς ανήγγειλε, μέ μεγάλη χαρά ότι εξελέγη νέος Καθηγητής γιά τήν Δογματική, ένας μεγάλος θεολόγος από τήν Αμερική καί θά άρχιζε τά μαθήματα τήν επομένη χρονιά. Βέβαια, ακούγαμε γι’ αυτόν, γιά τήν συζήτηση πού προκάλεσε, πρίν λίγα χρόνια στήν Θεολογική Σχολή Αθηνών, η διδακτορική του διατριβή πού είχε υποβληθή. Όμως, έλαβα τό πτυχίο τής Θεολογικής Σχολής, χωρίς νά έχη αρχίσει τήν παράδοση τών μαθημάτων του καί έτσι δέν τόν γνώρισα τότε προσωπικά. Άκουγα γι’ αυτόν από τά πνευματικά μου παιδιά πού σπούδαζαν στό Πανεπιστήμιο τής Θεσσαλονίκης καί ομιλούσαν μέ ενθουσιασμό γι’ αυτόν. Μού έφερναν νά ακούσω διάφορες μαγνητοφωνημένες κασέτες καί τά πρώτα κείμενά του. Αγόρασα τό βιβλίο τής «Δογματικής» του καί άρχιζα νά τήν διαβάζω μέ ικανοποίηση καί ενθουσιασμό.
Αργότερα τόν γνώρισα προσωπικά στήν Αθήνα, μετά τήν αναγκαστική, πλήν όμως μέσα στό σχέδιο τού Θεού, μετακίνησή μου εκεί από τήν Εδεσσα, στό Γραφείο τού δικηγόρου κ. Αθανασίου Σακαρέλλου, τόν οποίον αγαπούσε πολύ, όπου παρέδιδε μαθήματα σέ έναν κύκλο είκοσι μέ τριάντα μαθητών, καί ήμουν ακροατής διαφόρων παραδόσεών του στόν Ιερό Ναό τής Αγίας Μαρίνης Ιλισίων. Θυμάμαι μιλούσε μέ σταθερό καί αυθεντικό τρόπο, χωρίς νά έχη μπροστά του σημειώσεις καί συνέδεε στενά τήν θεολογία μέ τήν ιστορία. Στήν παράδοσή του είχε στόχο. Μέ τόν καιρό γνωρισθήκαμε καλύτερα, τόν επισκεπτόμουν στό σπίτι του, συμφάγαμε σέ διάφορα φιλικά σπίτια, πήγαμε μαζί στό Βανκούβερ τού Καναδά γιά νά παραδώσουμε μαθήματα γιά τρείς ημέρες σέ ειδικό σεμινάριο πού διοργάνωσε η Orthodox Church of America (OCA) καί είχαμε καθημερινή σχεδόν τηλεφωνική επικοινωνία. Τελικά, μού ζήτησε νά τόν προσλάβω στήν Ιερά Μητρόπολή μου ως Ιερέα, πράγμα πού έγινε μετά από απολυτήριο πού εξεδόθη από τήν Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής, χωρίς βεβαίως νά εγγραφή στούς μισθολογικούς κατάλόγους. Τόν εκτιμούσα, τόν αγαπούσα καί τόν σεβόμουν γιά τήν θεολογία πού δίδασκε, αλλά κυρίως γιά τό ταπεινό καί ευγενικό του ύφος. Δικά μου πνευματικά παιδιά τόν βοηθούσαν σέ διάφορες εργασίες του, αφιερώνοντας πολύ χρόνο μαζί του, ακόμη καί τίς νυκτερινές ώρες.


2. Πώς εξετίμησα τά κείμενά του
Είχα τήν εξαιρετική ευλογία από τόν Θεό νά είμαι φοιτητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, μέσα στό κέντρο τής μελέτης τών έργων τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Έτσι, διάβαζα γιά τήν θεολογία τού μεγάλου αυτού αγιορείτου καί θεόπτου Πατρός, όπως επίσης διάβαζα καί τά έργα τών μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησίας, επισκεπτόμουν τό Άγιον Όρος καί είχα επικοινωνία μέ τούς ερημίτας πατέρας, τούς οποίους ρωτούσα γιά τήν ευχή καί γενικά γιά τήν πνευματική ζωή. Στήν Έδεσσα, ο αείμνηστος γέροντάς μου Μητροπολίτης Καλλίνικος μέ προέτρεψε νά μελετώ τά έργα τού αγίου Νικοδήμου τού αγιορείτου, ιδίως τό Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον καί τό Εορτοδρόμιον, καί τών άλλων φιλοκαλικών Πατέρων. Έπειτα, γνώρισα τόν γέροντα Σωφρόνιο από τόν οποίο ωφελήθηκα πολύ. Αργότερα διάβασα όλα τά εκδοθέντα κείμενα τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου.
Ευρισκόμενος μέσα σέ αυτήν τήν ατμόσφαιρα γνώρισα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί τά εκτίμησα δεόντως. Κατάλαβα τήν πνευματική τους συγγένεια μέ τά έργα τών Πατέρων τής Εκκλησίας. Στήν πραγματικότητα ο π. Ιωάννης συνδύαζε άριστα τήν ησυχία μέ τήν θεολογία, τήν άσκηση μέ τήν καθηγητική έδρα, τήν προσευχή μέ τήν θεολογική έκφραση.
Έτσι, μπορώ νά πώ ότι δέν διάβασα πρώτα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί στήν συνέχεια ανέτρεξα στά έργα τών αγίων Πατέρων, αλλά πρώτα είχα μελετήσει τά έργα όλων τών γνωστών καί μεγάλων ησυχαστών Πατέρων καί στήν συνέχεια γνώρισα τά έργα τού μακαριστού καθηγητού. Ένοιωσα ότι είχε καταλάβει τό πνεύμα τών Πατέρων καί είχε συλλάβει τήν πεμπτουσία τής διδασκαλίας τους. Καταλάβαινα ότι εξέφραζε τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων μέ έναν σύγχρονο τρόπο, χωρίς όμως νά τά αλλοιώνη, χωρίς νά είναι νεοπατερικός ή μεταπατερικός θεολόγος. Ο προφορικός λόγος του ήταν μιά ζωντανή αφομοιωμένη τροφή. Ο ίδιος είχε γνωρίσει τόν σχολαστικισμό καί τόν ηθικισμό τών δυτικών Χριστιανών στήν Αμερική, γνώρισε δέ καί τόν ησυχασμό σέ διαφόρους αγιορείτες καί ασκητές καί γι' αυτό ο λόγος του ήταν αυθεντικός, ορθόδοξος. Είναι χαρακτηριστικά τά όσα είπε σέ μιά ομιλία του:
«Εγώ, επειδή πέρασα τά στάδια τής σχολαστικής θεολογίας στήν δική μου ζωή, όταν ήλθα στήν Ελλάδα μού έκανε μεγάλη εντύπωση όταν έβλεπα τούς σημερινούς ορθοδόξους θεολόγους στό Πανεπιστήμιο τών Αθηνών νά ζητούν συγγνώμη από όλο τόν κόσμο, γιατί καί εμείς δέν είχαμε σχολαστική θεολογία, όπως έχουν οι δυτικοί καί σταματήσαμε στούς Πατέρες τής Εκκλησίας μέχρι τόν Δαμασκηνό καί τόν Ισίδωρο Σεβίλλης ή τόν Μέγα Φώτιο».
Έτσι, μελετώντας τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη διέκρινα τόν καθαρό, ορθόδοξο, πατερικό λόγο, ο οποίος στήν πραγματικότητα απαντούσε σέ όλες τίς προκλήσεις τής δυτικής θεολογίας, αλλά καί τής δικής μας θεολογίας πού είχε επηρεασθή από τήν σχολαστική θεολογία, δηλαδή τόν σχολαστικισμό καί ηθικισμό. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, μέ τόν λόγο του καί τά γραπτά του, είχε έναν σημαντικό στόχο, παρουσίαζε τήν καθαρή διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, πού ήταν ησυχαστική καί θεωτική.

3. Πώς εργάσθηκα γιά νά ολοκληρώσω τό δίτομο έργο τής «εμπειρικής δογματικής»
Όσοι ασχολούνται μέ τό γράψιμο, πού καί αυτό είναι ένα χάρισμα τού Θεού καί μιά τέχνη, γνωρίζουν ότι δέν είναι εύκολο έργο. Τό έργο αυτό είναι στήν πραγματικότητα καλλιτεχνικό, όπως η ζωγραφική καί άλλες τέχνες, πού πολλές φορές κανείς δυσκολεύεται γιά νά συντονίση τήν σκέψη καί τόν σκοπό μέ τόν διατυπωμένο λόγο. Πολύ περισσότερο τό επιστημονικό έργο είναι δυσχερές, γιατί πρέπει κανείς νά συγκεντρώση πολύ υλικό καί θά πρέπει νά τό τιθασεύση καί στήν συνέχεια νά τό συρράψη μέ έναν βασικό σκοπό.
Αυτήν τήν δυσκολία τήν αισθάνθηκα κυρίως στήν συγγραφή αυτού τού έργου. Μέ κούρασε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο στήν σύνθεση καί τήν ολοκλήρωση. Βέβαια, μέ βοήθησαν πολλά πνευματικά μου παιδιά σέ διάφορες φάσεις τού έργου, τούς οποίους ευχαρίστησα στόν πρόλογο τού Α’ Τόμου, δηλαδή μέ βοήθησαν στήν συλλογή κασετών, στήν απομαγνητοφώνησή τους, στό πέρασμα τών απομαγνητοφωνήσεων στόν υπολογιστή, στήν ευρετηρίαση τών κειμένων. Στήν συνέχεια εγώ έπρεπε νά επιλέξω τά θεολογικά χωρία καί νά τά ξεχωρίσω μέσα από πληθώρα άλλων αναφορών. Καί κατ’ αυτόν τόν τρόπο συγκέντρωσα πάνω από δυό χιλιάδες μεγάλα ή μικρά χωρία από τίς απομαγνητοφωνημένες ομιλίες ή παραδόσεις του.
Γιά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, σχεδόν έναν χρόνο, μελετούσα γιά τό ποιά μορφή θά πάρη η επεξεργασία τού θέματος καί πώς θά παρουσιασθή η «εμπειρική δογματική». Όταν κατέληξα στό σχήμα πού έπρεπε νά λάβη, άρχισε η δυσχέρεια τού χωρισμού τού υλικού κατά μεγάλες ενότητες, κεφάλαια, υποκεφάλαια, υποδιαιρέσεις. Καί στήν συνέχεια ακολούθησε τό εξαιρετικά δύσκολο έργο νά συνδέσω καί νά συρράψω τά χωρία, καθώς επίσης νά γεμίσω τυχόν κενά μέσα από τήν σκέψη τού π. Ιωάννου, γιά νά μή αλλοιωθή ο λόγος του. Γιά τόν λόγο αυτόν ανέτρεξα καί διάβασα όλα τά γνωστά καί άγνωστα κείμενά του, γραμμένα κυρίως στήν αγγλική γλώσσα καί τά οποία δέν έχουν δημοσιευθή μεταφρασμένα στά ελληνικά. Είναι γνωστόν ότι ο π. Ιωάννης πέρασε τόν περισσότερο χρόνο τής ζωής του στήν έρευνα, παρά στό γράψιμο, αλλά καί τό μεγαλύτερο τμήμα τών επιστημονικών του ερευνών είναι γραμμένο στήν αγγλική γλώσσα καί είναι ακόμη αμετάφραστο.
Γιά τήν συγγραφή διαφόρων κειμένων μου, χρησιμοποιώ τρείς τρόπους, ήτοι τόν υπολογιστή, τήν υπαγόρευση καί τήν ιδιόχειρη γραφή. Τό έργο αυτό «Εμπειρική Δογματική», πού τελικά ολοκληρώθηκε σέ 850 περίπου σελίδες, γράφηκε ολόκληρο ιδιοχείρως, μέ μολύβι, γιατί μέ διευκόλυνε στήν σύνθεση τών δεκάδων καί εκατοντάδων αποσπασμάτων τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη πού είχα υπ' όψιν μου.
Πάντως, δέν γνωρίζω άν πέτυχα απόλυτα αυτήν τήν σύνδεση, πράγμα πού θά τό πούν οι αναγνώστες. Τό γεγονός είναι ότι επειδή ο π. Ιωάννης ομιλούσε μέ πυκνό λόγο καί τρόπο καί επανελάμβανε τίς ίδιες απόψεις, αφού συνήθως δέν είχε κατά τήν ομιλία του ένα σχεδιάγραμμα, καί οι ομιλίες πού είχα υπ’ όψη μου ήταν από διαφορετικούς χρόνους καί από διαφορετικά ακροατήρια, γι’ αυτό ήταν επόμενο νά δυσκολευθώ στήν οργάνωση καί τόν διαχωρισμό, κατά ενότητες, τού υλικού πού συγκέντρωσα. Επίσης, πρέπει νά υπογραμμίσω ότι κάθε τόμο τόν δούλευσα μέ διαφορετικό τρόπο, πού δέν είναι κατάλληλη η ώρα νά αναλύσω.
Αυτή ήταν η πρώτη καταγραφή. Στήν συνέχεια έπρεπε νά ξεκαθαρισθούν τά κεφάλαια ακόμη περισσότερο, νά ευρεθούν τά επαναλαμβανόμενα χωρία καί νά αποφασισθή ποιό θά παραμείνη καί ποιό θά απομακρυνθή. Διάβασα κάθε τόμο προσεκτικά οκτώ μέ δέκα φορές καί κάθε φορά έκανα τίς αναγκαίες διορθώσεις. Ακόμη καί τώρα πού τό διαβάζω δέν τό χορταίνω, αλλά καί βρήκα μερικά ορθογραφικά καί φραστικά λάθη, τά οποία θά διορθωθούν στήν δεύτερη έκδοση.
Επί πλέον, έδωσα αυτά τά κείμενα καί σέ διάφορα πνευματικά μου παιδιά, καθηγητές Πανεπιστημίων, Θεολόγους, Κληρικούς, μοναχούς, γιά νά διατυπώσουν τίς κρίσεις τους. Σέ πολλά σημεία οι παρατηρήσεις τους μέ βοήθησαν νά βελτιώσω τό κείμενο καί έτσι έλαβαν οι δύο Τόμοι τήν τελική τους μορφή. Επίσης καί κυριολεκτικά τήν τελευταία στιγμή, πρίν νά αρχίση η εκτύπωση, έκανα διορθώσεις. Τήν μεγαλύτερη βοήθεια μού προσέφερε ο Αρχιμ. Καλλίνικος Γεωργάτος, σέ όλες τίς φάσεις τής συγγραφής καί τής επεξεργασίας τού έργου.
Πάντως, παρά τό ότι τό έργο ήταν δυσχερές καί παρά τό ότι δέν υπήρχε κάποια παρόμοια δογματική γιά νά τήν έχω ως πρότυπο, οπότε τό έργο είναι κατ' εξοχήν πρωτότυπο, εν τούτοις τό έκανα μέ μεγάλη χαρά καί μπορώ νά προσθέσω μέ μεγάλη έμπνευση, αλλά καί προσευχή. Δέν αισθανόμουν καθόλου κόπωση καίτοι έγραφα ιδιοχείρως τίς νυκτερινές καί πρωϊνές ώρες. Ζούσα περίπου όπως ο καλλιτέχνης ο οποίος καί όταν βρίσκεται μέσα σέ πολυκοσμία δουλεύει εσωτερικά τό θέμα του καί βιάζεται νά επιστρέψη στό σπίτι του γιά νά συνεχίση τό έργο του καί νά αποτυπώση τήν έμπνευσή του. Καί μάλιστα πολλές φορές όταν εργάζεται πολλές ώρες απορροφάται τελείως από τό αντικείμενο πού συνθέτει ή επεργάζεται. Ένα από τά σημαντικότερα κείμενα τού Β’ τόμου, τό περί σταδίων τής πνευματικής τελειώσεως (κάθαρση, φωτισμός, θέωση) τό έγραψα κατά τήν διάρκεια τών Συνεδριάσεων τής Ιεραρχίας τού Οκτωβρίου 2009, γιά πολλές ημέρες καί όμως μέ είχε απορροφήσει τελείως τό θέμα τού βιβλίου, χωρίς νά παύσω νά συμμετέχω ενεργώς στίς Συνεδριάσεις της καί νά ενημερώνω τούς δημοσιογράφους ως εκπρόσωπος Τύπου τής Ιεράς Συνόδου.
Δοξάζω τόν Θεό γι’ αυτήν τήν δωρεά καί τήν έμπνευση πού μού έδωσε. Κάποιος μού είπε ότι, διαβάζοντας τό βιβλίο, αισθάνθηκε μιά αύρα προσευχής. Αυτό αισθανόμουν καί εγώ συνθέτοντας καί ενοποιώντας τόν ζωντανό προφορικό λόγο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη.


4. Πώς αισθάνθηκα τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη, κυρίως όσο δούλευα μέ τά κείμενά του
Στούς προλόγους, τίς εισαγωγές καί τούς επιλόγους καί τών δύο τόμων έχω γράψει μερικά γιά τό θέμα αυτό καί ο αναγνώστης μπορεί νά ανατρέξη σέ αυτά. Εδώ κυρίως θά ήθελα νά τονίσω ότι αισθανόμουν ότι ο π. Ιωάννης είχε ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Συμπεριφερόταν, μιλούσε, επικοινωνούσε θεολογικά μέ τούς ανθρώπους, συμμετείχε στά Συνέδρια καί τούς διαλόγους ως ένας κατά Χριστόν σαλός. Είχε καταλήξει στήν αυθεντική θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων, τών Πατέρων, κατάλαβε τί αλλοιώσεις επέφερε η σχολαστική θεολογία καί η Φραγκολατινική παράδοση, καί ήταν απόλυτος στόν λόγο του καί στίς φράσεις του, σχεδόν «τσεκουράτος».
Μεγάλωσε στό Μανχάταν τής Νέας Υόρκης, σέ ένα όμως καππαδοκικό περιβάλλον, μέ προσευχή καί νηστεία. Τίς γυμνασιακές του σπουδές τίς έκανε σέ παπικό Γυμνάσιο φοίτησε στήν Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης έκανε ευρύτερες σπουδές στήν προτεσταντική Σχολή τού Γέιλ κατά καιρούς σπούδασε στό Πανεπιστήμιο Κολούμπια τής Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Σεργίου στό Παρίσι, στήν προτεσταντική Σχολή τού Μονάχου Γερμανίας καί μετά ήλθε στήν Αθήνα γιά τήν εκπόνηση τής διδακτορικής του διατριβής. Έπειτα, έκανε διδακτορικό στήν Σχολή Ιστορίας καί Φιλοσοφίας τής Θρησκείας τού Χάρβαρντ, δίδαξε στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή τού Λιβάνου.
Τό σημαντικό είναι ότι μετά από τέτοιες σπουδές τά εγκατέλειψε όλα, όσα είχε μάθει, κυριολεκτικά τά απαρνήθηκε, «τά έφτυσε», κατά τό κοινώς λεγόμενο, καί μιλούσε συνέχεια γιά τήν κάθαρση τής καρδιάς, τόν φωτισμό τού νού, τήν προσευχή, τήν θεωρία τού Θεού, δηλαδή μιλούσε γιά τήν εμπειρία καί τήν θεολογία τών ησυχαστών μοναχών καί τών Πατέρων, πού τήν θεωρούσε ως τήν βάση τής ορθοδόξου θεολογίας.
Αυτόν τόν θεολογικό λόγο, μαζί μέ τίς παρατηρήσεις του γιά τήν Ρωμηοσύνη καί τήν Φραγκοσύνη, τόν περνούσε σέ Συνέδρια, σέ διαλόγους, σέ μεγάλα ακροατήρια, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ακροατών του. Ένας αγιορείτης Ηγούμενος πού τόν είχε ακούσει νά ομιλή καί νά εισηγήται ένα θέμα σέ συνάντηση Θεολογικών Σχολών μού είπε ότι τόν αισθάνθηκε «ως ταύρον εν υαλοπωλείω». Αυτήν τήν νοοτροπία του καί τήν ισχυρά παρρησία του τήν χαρακτηρίζω ως ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Μιλούσε στόν 20ο αιώνα μέ τήν νοοτροπία τού 4ου αιώνος, μιλούσε ως ένας ερημίτης καί Πατέρας τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ανθρώπων.
Στήν περίπτωσή του ισχύει αναλογικά ο λόγος τού αγίου Συμεών τού κατά Χριστόν σαλού, όταν πήρε απόφαση νά κατέβη στήν πόλη καί νά κτυπήση τήν υποκρισία καί τόν φαρισαϊσμό τών ανθρώπων. Τότε είπε στόν συνασκητή του: «Πίστευσον εγώ ου μένω, αλλ' εν τή δυνάμει τού Χριστού υπάγω εμπαίζων τώ κόσμω». Καί ο π. Ιωάννης ήταν ένας τέτοιος κατά Χριστόν σαλός πού ενέπαιζε τήν υποκρισία, τόν σχολαστικισμό καί τόν ευσεβισμό τών ανθρώπων τής Εκκλησίας, κυρίως τόν δυτικό χριστιανισμό πού ζούσαν στήν πράξη.

Θεωρώ σημαντική τήν σύμπτωση πού γίνεται η σημερινή παρουσίαση, ημέρα κατά τήν οποία εορτάζουν ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ένας ησυχαστής Πατέρας πού μιλούσε γιά τήν επάνοδο τού νού στήν καρδιά, καί ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο ατρόμητος αυτός ομολογητής τής πίστεως, στήν Σύνοδο τής Φερράρας-Φλωρεντίας. Καί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είχε στοιχεία καί από τούς δύο αυτούς αγίους, γι' αυτό ήταν διδάσκαλος τού ησυχασμού καί ομολογητής τής ορθοδόξου πίστεως, τόσο στήν Ελλάδα, όσο καί ακτός αυτής στήν Δύση καί τήν Ανατολή.
Τό θέμα είναι πώς έφθασε στό σημείο αυτό ο π. Ιωάννης. Στήν Αμερική κατάλαβε καλά ότι οι Ορθόδοξοι βρίσκονταν σέ μιά σύγχυση, πράγμα τό οποίο παρατηρεί κανείς καί σέ άλλους χώρους. Δηλαδή, όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς προτεστάντες χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα παπικά, καί όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς παπικούς χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα προτεσταντικά. Αυτό σημαίνει ότι δέν είχαν δικό τους ορθόδοξο λόγο. Αυτό παρατηρούσε κανείς παλαιότερα, ίσως καί τώρα, καί σέ μερικούς δικούς μας θεολογικούς κύκλους.
Έχοντας αυτό υπ’ όψη του ο π. Ιωάννης προσπάθησε νά βρή τόν αυθεντικό ορθόδοξο λόγο. Γι’ αυτό στράφηκε στό ευχολόγιο τής Εκκλησίας, τίς προσευχές, τίς ευχές καί τόν τρόπο τών Μυστηρίων, δηλαδή τό lex orandi τής Εκκλησίας, καθώς επίσης επιδόθηκε στήν ανάγνωση τών έργων τών Πατέρων τής Εκκλησίας, ήτοι τών Αποστολικών Πατέρων, τών μεγάλων Πατέρων τών Οικουμενικών Συνόδων καί τών λεγομένων Φιλοκαλικών, δηλαδή τό lex credendi τής Εκκλησίας, όπως λέγει καί ο Andrew Sopko στό εξαιρετικό βιβλίο του Ο προφήτης τής Ρωμαϊκής Ορθοδοξίας, η θεολογία τού Ιωάννου Ρωμανίδη. Γι’ αυτό ο λόγος του είναι ατόφια ορθόδοξος. Καί επειδή ο ίδιος ήταν ευφυής καί είχε έκτακτα διανοητικά χαρίσματα, τά διετύπωνε μέ πολύ ωραίο τρόπο. Η δέ έντονη καί βαθειά φωνή του, καθώς επίσης, η ηρεμία τού λόγου του, αλλά ενίοτε καί ο παλμός του, όταν καυτηρίαζε αιρετικές αποκλίσεις μερικών ορθοδόξων θεολόγων, ενθουσίαζε τούς ακροατές του καί μετέδιδε προσωπικά βιώματα καί έδινε έμπνευση.
Σέ μερικούς έχει σχηματισθή η εντύπωση ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν μονομανής καί επιθετικός εναντίον τών Φραγκολατίνων καί τού Αυγουστίνου, τόν οποίον εκείνοι εχρησιμοποίησαν γιά νά στηρίξουν τίς απόψεις τους. Πράγματι, αυτό φαίνεται από μιά πρόχειρη καί επιφανειακή ανάγνωση τών κειμένων τού π. Ιωάννη. Όμως, άν μελετήση κανείς στό βάθος τήν θεολογική του σκέψη, όπως καταγράφεται κυρίως στούς δύο τόμους τής «Εμπειρικής Δογματικής» καί σέ άλλα κείμενά του, θά διαπιστώση ότι τό όλο θεολογικό του έργο ήταν έργο ενότητας καί οδηγούσε πρός τήν ενότητα.
Ήδη έχω αρχίσει νά μελετώ αυτήν τήν πλευρά τού π. Ιωάννη καί επεξεργάζομαι τό θέμα τής ενότητας στό θεολογικό του έργο σέ τέσσερα κυρίως σημεία, ήτοι ενότητα μεταξύ Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης, στήν ενότητα μεταξύ εβραϊκής σκέψης καί ελληνικής νοοτροπίας, στήν ενότητα μεταξύ ελληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας καί στήν ενότητα μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας καί άλλων Χριστιανών. Μέσα από αυτήν τήν νοοτροπία έβλεπε τό διασπαστικό έργο τών αιρετικών καί τών Φράγκων, γι' αυτό καί καταφερόταν εναντίον τους. Στήν πραγματικότητα μέσα από αυτές τίς τέσσερεις πλευρές έβλεπε τήν επιστροφή τών Χριστιανών στήν ενότητα τής πίστεως καί τήν κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό όμως είναι ένα θέμα τό οποίο δέν είναι τής παρούσης ώρας.
Πρίν περατώσω τόν λόγο, θά ήθελα νά ευχαριστήσω τήν Ιερά Μονή Γενεθλίου τής Θεοτόκου - Πελαγίας, τήν Γερόντισσα Σιλουανή καί τίς μοναχές πού εξέδωσαν καί τούς δύο αυτούς τόμους, μέ πολύ μεγάλο ζήλο, αλλά νά ευχαριστήσω καί τόν Σεβ. Μητροπολίτη Θηβών καί Λεβαδείας κ. Γεώργιον, αγαπητό εν Χριστώ αδελφό, πού ευλογεί αυτήν τήν προσπάθεια, η οποία αποτελεί καί τό ιεραποστολικό έργο τής Ιεράς Μονής καί τό εργόχειρο τών μοναζουσών της. Επίσης, νά ευχαριστήσω θερμότατα τόν Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ο οποίος ως Μητροπολίτης Θηβών καί Λεβαδείας προστάτευσε εμένα καί τό Μοναστήρι καί υπήρξε ο κύριος αίτιος όλου αυτού τού έργου, ακόμη καί τού εκδοτικού.
Οπωσδήποτε, θά ήθελα νά ευχαριστήσω καί όλους εσάς πού ήλθατε σήμερα στήν παρουσίαση αυτή, ιδιαιτέρως τούς τρείς εισηγητές, αλλά καί τόν κ. Αθανάσιο Σακαρέλλο, πού μού έδωσε τό περισσότερο υλικό (κασέτες), μέ τήν προτροπή νά αξιοποιήσω τήν διδασκαλία τού μεγάλου διδασκάλου τής Ορθοδόξου Παραδόσεως. Καί εύχομαι ο Θεός νά αναπαύση τήν ψυχή τού μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, τού Θεολόγου καί «Προφήτου τής Ρωμηοσύνης» γιά τούς κόπους πού κατέβαλε γιά νά διδάξη τήν «εμπειρική δογματική» καί, φυσικά, μέ τήν υπόμνηση ότι έχουμε καθήκον νά φροντίζουμε γιά τό πώς τό δόγμα θά γίνη τροφή καί ζωή.
Θά τελειώσω μέ έναν λόγο τού Ρώσου θεολόγου Αλέξη Χομιακώφ (1804-1860), συγχρόνου τού μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη Φ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος έγραψε σέ μιά επιστολή του: «Υπάρχει ένας νόμος, τόν οποίον δέν θά βρήτε σέ ιστορικά συγγράμματα, αλλά ασφαλώς ισχύει στήν πραγματική ιστορία: ηγετικοί άνδρες δέν μπορούν νά γίνουν ηγήτορες τής δικής τους εποχής αυτοί ηγούνται μόνον εκείνων πού τούς ακολουθούν, διότι οι σύγχρονοί τους δέν είναι ακόμη έτοιμοι». Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας θεολόγος ηγέτης, πού άνοιξε δρόμους καί προοπτικές, επηρέασε οπωσδήποτε πολλούς θεολόγους τής εποχής του, άν καί η πλειονότητα δέν ήταν ακόμη έτοιμη νά τόν δεχθή, αλλά κυρίως θά επηρεάση τίς επόμενες γενιές καί θά δημιουργήση μιά άλλη αίσθηση τών θεολογικών καί εκκλησιαστικών πραγμάτων.–

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Ο άγιος Νεκτάριος έναντι της παπικής εκκλησίας

Αθανασίου Γιέβτιτς 

Ο άγιος Νεκτάριος, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος, ήταν ο ηγούμενος ημών που ορθοτόμησε και κήρυξε τον λόγον της αληθείας. Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να αναθεωρούμε την τελευτή του βίου του και να μιμούμεθα την ορθόδοξο πίστη του, διότι μόνο έτσι θα ορθοτομούμε και εμείς τον λόγον της θεολογίας και θα βαδίζουμε μαζί του και μαζί με όλους τους άλλους αγίους. [...] 
Ο άγιος Νεκτάριος είχε ήδη αρχίσει να γράφει το έργο Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του Σχίσματος από το 1895 όταν ο πάπας Πίος ο Θ΄ - και αργότερα ο Λέων ο ΙΓ΄ - θέλοντας να συγκαλέσει την πρώτη Βατικάνεια Σύνοδο απηύθυνε μήνυμα στους ανατολικούς πατριάρχες, προκειμένου να προσέλθουν στην ουνία και ενωθούν με την παπική Εκκλησία, που σημαίνει βασικά να υποταγούν σ' αυτόν, τον πάπαν Ρώμης. Οι Πατριάρχες της Ανατολής απήντησαν με τη γνωστή Επιστολή που θα ‘πρεπε και σήμερα να διαβάζεται. Ο άγιός μας, λοιπόν, άρχισε να δημοσιεύει τη μελέτη του στον Ιερό Σύνδεσμο, που μόλις το 1912 βγήκε ο πρώτος τόμος και αργότερα ο δεύτερος. Δύο χρόνια πριν είχε αλληλογραφήσει με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κρυπτοφέρρη, Μελέτιο Zesonis, που, νομίζω, πρέπει να ήταν ένας Έλληνας Ουνίτης που ήθελε να εκδώσει ένα περιοδικό το Roma e l' Oriente, το οποίο αποσκοπούσε στη«θεάρεστον ένωσιν της Ανατολικής Ελληνικής Εκκλησίας μετά της Δυτικής Ρωμαϊκής», όπως λέει ο άγιος στο γράμμα του. [...] 
Στο γράμμα του όμως ο άγιος Νεκτάριος λέει και τα εξής: «...επέστη ο καιρός της συνδιαλλαγής και της ενώσεως και της από κοινού ενεργείας κατά των παντοίων πολεμίων της Μιας, Αγίας, Καθολικής Αποστολικής Εκκλησίας. Αλλά φρονώ, ότι προς επίτευξιν του επιζητούμενου σκοπού πρέπει πρωτίστως να γίνωσι συνεννοήσεις ουχί δι' επιστολών, αλλά δια λόγου προφορικού», δηλαδή διαλόγου και παραπέμπει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα διατυπώσει τις αρχές για να διεξαχθεί η παραπέρα συζήτηση. 
Σπουδαία είναι η παρατήρηση στο τέλος του γράμματος. Την αντιγράφω:«...μάλιστα πολλοί δυνατοί μεν εισι λέγειν και γράφειν, αλλ' ου δια τούτο αρμόδιοι [...] Φρονώ, ότι περί του ζητήματος τούτου δύνανται να γράφωσι μόνον οι μελετήσαντες αυτό ιστορικώς, κριτικώς και μετά πόθου και ειλικρινείας εργασθέντες εις την ανεύρεσιν των αληθών αιτίων του Σχίσματος». 
Μέσα από το βιβλίο του, την ιστορική μελέτη του, φαίνεται ότι ο άγιος διαθέτει αυτά τα προσόντα. Μου κάνει εντύπωση πως μελέτησε τόσες πηγές και έφτασε σε συμπεράσματα που μόλις στην εποχή μας αρχίζουν να διατυπώνουν μεγάλοι ιστορικοί της Εκκλησίας σε σχέση με την εξέλιξη του Σχίσματος. Ο άγιος ξεκινά από την αρχή, από την εποχή των Αποστόλων και λέει ότι εκεί υπάρχουν οι πρώτες καταβολές της αληθινής οργανώσεως της Εκκλησίας. Εδώ μπορεί κανείς να ‘πεί ότι και στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας μάλλον έπαιξαν τον ρόλο τους οι προσωπικές διεκδικήσεις, οι φιλοδοξίες και οι φιλαρχίες ορισμένων επισκόπων της Ρώμης. Παράδειγμα η περίπτωση του πάπα Βίκτωρος της Ρώμης (τέλος β' αιώνος), ο οποίος αντέδρασε στην διαίρεση της δικής του επισκοπής, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, επειδή ήρθαν πολλοί χριστιανοί από την Ανατολή με έθιμα της ασιατικής Εκκλησίας να εορτάζουν το Σταυροαναστάσιμο Πάσχα και όχι το αναστάσιμο όπως οι περισσότερες Εκκλησίες και η Ρώμη. Και στη συνέχεια, λέγει ο άγιός μας, υπήρξαν διεκδικήσεις και φιλοδοξίες για το πρωτείο, όπως του πάπα αγίου Λέοντος την εποχή της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Σημειώνει ο άγιος γι' αυτόν στο βιβλίο του: «Αν ένας άγιος φανερώνει φιλοδοξίες για πρωτεία, τι θα κάνουν οι άλλοι;». [...] Ο άγιος επικαλείται την εκκλησιαστική συνείδηση της πρώτης Εκκλησίας, όπου ο απόστολος Πέτρος δεν είχε πρωτείο ούτε ήταν ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης, διότι οι απόστολοι δεν ήσαν επίσκοποι μιας ορισμένης πόλεως - λέει ο άγιος - και επομένως δεν μπορεί η φιλοδοξία των παπών, «η ηγεμονία και μονοκρατορία», όπως την ονομάζει, να στηριχθεί στον Πέτρο. «Εάν τα προσόντα του Πέτρου», το πρωτείο της εξουσίας, η αξία δηλαδή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, λέγει ο άγιός μας, «ήσαν αληθή, το πνεύμα του Ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών⋅ θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας».

Παραπέμπει δε περαιτέρω ο άγιος στα βιβλία της Κ.Δ. και στον Παύλο και γίνεται αρκετός λόγος για θέματα ενότητας της Εκκλησίας, για κεφαλή, για θεμέλιο της εκκλησίας. «Η ενότης της Εκκλησίας, λέγει ο άγιος, ουχί εν τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος εστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μια πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία». 
Και πολλά άλλα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, θα αρκεσθούμε, όμως, στο εξής χωρίον από το Ιερατικόν Εγκόλπιον του αγίου Νεκταρίου: «Περί της εξουσίας και δυνάμεως όλων των Αποστόλων συνάγομεν ότι πάντες οι Απόστολοι είχαν την δύναμιν να συγκροτώσι και εγείρωσιν Εκκλησίας, τελείως κατηρτισμένας, ανεξαρτήτους και αυτοκεφάλους [με την έννοια πλήρως καθολικάς], διο και αι αξιώσεις ας εγείρει η Δυτική Εκκλησία δια το είναι τον επίσκοπον Ρώμης διάδοχον του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου είναι ανυπόσταται ως αρνούμεναι τοις λοιποίς Αποστόλοις, το τε Αποστολικόν αξίωμα, την δύναμιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την χειροτονίαν αυτών ως Αρχιερείς και λειτουργούς των θείων Μυστηρίων της Εκκλησίας [...] πάντες οι επίσκοποί εισιν ισότιμοι προς αλλήλους, ως ίσοι και ως διάδοχοι του ενός Αποστολικού αξιώματος». 
Μεταβαίνει μετά στο θεσμό των Συνόδων ως έκφραση ενότητας της Εκκλησίας και των Εκκλησιών που είναι πολύ σημαντικό. Διατυπώνει ο άγιος αυτό που βλέπουμε στη νεώτερη ορθόδοξη θεολογία και εκκλησιολογία. Οι Εκκλησίες που ήσαν όλες πλήρεις και καθολικές, δέχθηκαν από εκούσια αγάπη να υποταγούν στο θεσμό των Συνόδων. Εξυμνεί πολύ τις Συνόδους και παραπέμπει σε κείμενα σαν του Πολυκράτους Εφέσου και την Επιστολή της Συνόδου της Καρθαγένης, το 418, προς τον Κελεστίνο Ρώμης, όπου τονίζεται ότι «ο Θεός δεν έδωσε μόνο σε μια παροικία [= Εκκλησία] και σε ένα άνθρωπο την Χάρη η το Άγιο Πνεύμα, αλλά σε όλους όσοι πιστεύουν και είναι ενωμένοι στο όνομα του Χριστού και είναι συγκεντρωμένοι εις Σύνοδον». 
Στο έργον του⋅ Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, ο άγιός μας διαπραγματεύεται διεξοδικώς περί των θεοσυλλέκτων Συνόδων της Εκκλησίας, απ' όπου αναφέρουμε μόνον τα εξής· οι Οικουμενικές Σύνοδοι είχαν ως κριτήριοόχι ένα ποντίφηκα, αλλά το Άγιον Πνεύμα και την αλήθεια. [...] Στη συνέχεια μεταβαίνει ο άγιός μας στην περίοδο του αγίου Φωτίου. Για τον άγιο Φώτιο ο άγιος έχει γράψει πολλά. Υπήρχε και κάποια παραπλάνηση των ιστορικών ότι και δεύτερο Σχίσμα επήλθε επί Φωτίου και τελικά δεν αποκαταστάθηκε, ενώ ο άγιος βρίσκει ντοκουμέντα και τα δημοσιεύει πολύ πριν από τον France Ovornik ότι οΦώτιος αποκατέστησε την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία και συνεχίστηκε μέχρι και την εποχή των Σταυροφόρων. [...] 
Τη μεγάλη εξέλιξη του παπισμού βλέπει στη Δύση ο άγιος Νεκτάριος μέσα από τα Ψευδοδεκριτάλια, στη Donatio Konstantini, στα ΨευδοϊσιδώρειαΔεκριτάλια και στο «de cretum Gratiaui», τον ια' αιώνα, τα οποία υπερέβησαν κάθε όριο εξελίξεως, διότι ήρθαν να κατοχυρώσουν το ήδη υπέρ-καινοτομηθέν παπικό πρωτείο και τον θεσμό του παπισμού, που είχε μπεί στη συνείδηση της Δύσεως, ενώ στην Ανατολή δεν είχαν δώσει τόση σημασία πως αυτό εκαλλιεργείτο. 
Στη συνέχεια ο άγιος Νεκτάριος μιλάει για το παπικό αλάθητο. Αποδεικνύει ότι ο πάπας κάθε άλλο παρά αλάθητος είναι όπως π.χ. ο επίσκοπος Ρώμης Κάλλιστος τον γ' αιώνα που ήταν Σαβελιανός και υπονομεύει ο κίνδυνος του Σαβελιανισμού και μέχρι σήμερα στο θέμα του Filioque, υπονομεύει ένας «ημισαβελιανισμός», όπως θα ‘πεί ο άγιος Φώτιος στην Μυσταγωγία περί του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή ένας υπερτονισμός της μιας του Θεού ουσίας σε βάρος των τριών Προσώπων και της Μοναρχίας του Πατρός. 
Τον δ' αιώνα έχουμε την περίπτωση του μη αλαθήτου του πάπα Λιβερίου, που υπέγραψε αρειανικό [...] Επίσης και την περίπτωση του πάπα Ονωρίου στον ζ' αιώνα, που καταδικάστηκε από την ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο ως αιρετικός μονοθελητής και το παραδέχθηκε και ο διάδοχός του πάπας Λέων ο Β' το 682-683. Επομένως δεν υπάρχουν ούτε θεολογικά ούτε ιστορικά ερείσματα ότι ο πάπας είναι αλάθητος. 

Η Σύνοδος του Βατικανού (1870) ετόνισε πολύ το αλάθητο του πάπα σε σημείο να ‘πεί ότι ο πάπας και «χωρίς την εκκλησία», «χωρίς τη συμφωνία της», είναι αλάθητος (ex sese, et non ex consensus Ecclesiae). Αν και ο άγιος Νεκτάριος δεν αναφέρει ότι ο πάπας καταργεί την Εκκλησία με τη Σύνοδο του Βατικανού, γράφει ωραιότατα σχόλια στο έργο του Περί Οικουμενικών Συνόδων. Είναι χαρακτηριστικό πως στον άγιό μας δεν κυριαρχεί ούτε ζήλος ούτε αδιαφορία. Και στην εποχή μας, σήμερα, πρέπει να προσέξουμε πολύ στο σημείο αυτό να μη καλλιεργείται μία άποψη: ότι μόνον οι ζηλωτές είναι κακοί και δεν έχουν αγάπη. Διότι και οι άλλοι, οι λεγόμενοι Οικουμενιστές, δεν έχουν αληθινή αγάπη με το να μιλάνε για αγάπη χωρίς την αγάπη της αληθείας. Η πόλωση αυτή δεν είναι καλή. 
Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει ότι η αγάπη είναι το παν. Δεν φταίνε τα δόγματα. Εάν ένας μισεί τον αιρετικό, φταίει περισσότερο το πνεύμα του, η τοποθέτησή του. Ο άγιος, χωρίς να καταργεί την αγάπη, θεωρεί την παπική εκκλησιολογία σαν ένα είδος φιλοσοφικού θεσμού, μια φιλοσοφική θεωρία που παραδέχεται τον Θεόν ως Δημιουργό του κόσμου, αλλά όχι και σαν Προνοητή αυτού. Η παπική Εκκλησία θέτει σε δεύτερη μοίρα τον ίδιο τον Χριστόν. Αυτό το έχει τονίσει και ολόκληρη η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από τις επιστολές των Πατριαρχών της Ανατολής, αλλά έχει τονιστεί και στη Σερβική Θεολογία, στον π. Ιουστίνο Πόποβιτς. Ο πάπας εκτοπίζει την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού καιΚοινωνία του Αγίου Πνεύματος, και έρχεται αυτός να κυριαρχήσει, ενώ ο Χριστός βρίσκεται κάπου πίσω και το Άγιον Πνεύμα δεν έχει την κεντρική θεοπρεπή θέση Του. Ο Φλωρόφσκυ έλεγε ότι πράγματι χωλαίνει η εκκλησιολογία της Ρώμης, μα περισσότερο η Χριστολογία τους. Το ‘χει γράψει και η μηδαμινότητά μου ότι δεν έχει Χριστοκεντρισμό η ρωμαϊκή θεολογία, έχει περισσότερο Χριστομονισμό, χωλαίνει στη Χριστολογία. Και ο άγιος Νεκτάριος, χωρίς να το λέει επί λέξει,το εννοεί⋅ πως το να απωθείται ο Χριστός και να γίνεται ο πάπας αντικαταστάτης του είναι άρνηση του Χριστού ως Απαρχής και Κεφαλής και Ακρογωνιαίου Λίθου της Εκκλησίας, ως Πρωτοτόκου εν πολλοίς αδελφοίς. [...] 
Η συντέλεση του Σχίσματος έγινε τελικά με την επιβολή των Σταυροφόρων και κυρίως της Δ' Σταυροφορίας, όταν πια με την βία εκτοπίζεται η Ορθόδοξος Ιεραρχία. Γι' αυτό και ο Πέτρος Αντιοχείας τον ια' αιώνα, του οποίου το πνεύμα επαινεί ο άγιος Νεκτάριος, πήγε να ειρηνεύσει τον Κηρουλάριο αναφερόμενος μόνον στο πρόβλημα του Filioque και το πρωτείο· και ενώ η Δύση συνέχιζε τη συνοδική παράδοση στην Πίζα, Κωνστάντια και Βασιλεία, η Φλωρεντία έφερε τέρμα σ' αυτά, διότι κατήργησε τη συνοδικότητα και επέβαλε την παπική νοοτροπία. Δεν επικράτησε στη Δύση η συνοδική παράδοση, διότι χαρακτηριστικό των αληθινών Συνόδων είναι όχι μόνον ότι είναι πιστές στις προηγούμενες αλλά και ότι γίνονται δεκτές από την Εκκλησία, από το ζωντανό σώμα του λαού του Θεού. Γράφει ο άγιος Νεκτάριος: «Το ζήτημα του πρωτείου του πάπα είναι κυρίως ειπείν το ζήτημα του Σχίσματος [...] Εγένετο το σχίσμα ένεκα της απαιτήσεως των παπών της υποταγής της Οικουμενικής Εκκλησίας, της μιας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του Σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότερος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου». 
Αποτελεί άρνηση των αρχών του Ευαγγελίου και άρνηση της συνοδικότητας της Εκκλησίας. Ο Χριστός οργάνωσε την Εκκλησία Του και ο πάπας την ανέτρεφε, την έκανε να είναι φτωχή και μονομερής, να είναι μονοκρατορία του. Αποτελεί άρνηση του ιδίου Σώματος της Εκκλησίας, της πνευματοκινήτου πραγματικότητάς της και του Χριστού ως Κέντρου και Κεφαλής της. 
Τα κείμενα του αγίου είναι λίαν σημαντικά. Δεν είναι γραμμένα με μίσος, αλλά αποτελούν έκφραση της ίδιας αγάπης και μέριμνας του αγίου Νεκταρίου και προήλθαν από μια σπουδαία μελέτη, από ένα άνθρωπο που ήθελε πραγματικά το διάλογο: «Δια του δόγματος του αλαθήτου η Δυτική Εκκλησία απώλεσε την πνευματική της ελευθερία, τον στολισμόν της, εκλονίσθη εκ βάθρων, εστερήθητου πλούτου της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, της παρουσίας του Χριστού. Και από πνεύματος και ψυχής κατέστη άναυδον σώμα [...] Από καρδίας θλιβόμεθα για την γενομένην αδικίαν τη Εκκλησία και εκ των μυχίων [...] ευχόμεθα να φωτίση το νουν και την καρδίαν του Μακαριωτάτου Ποντίφηκος το Άγιον Πνεύμα, όπως αποδόση τιμή τη Αγία Καθολική Εκκλησία, ό,τι παρ' αυτής αφήρεσεν ως μη ώφειλεν». 
Είναι μεγάλος ο πόνος του αγίου μας για την πτώση και μη μετάνοια της Ρώμης. Λέει στο βιβλίο του: «...όπως έχουν στην πρώτη σειρά το πρωτείο, την εξουσία του Πέτρου, μακάρι να είχαν και στην πρώτη σειρά τη μετάνοια του Πέτρου για να είναι ολόκληρο το Ευαγγέλιο, να είναι πράγματι ευαγγελική η Εκκλησία». 
Ο άγιος Νεκτάριος δεσπόζει σαν παράδειγμα σοβαρού μελετητού, ανθρώπου που δεν έχει μίσος, έχει διάκριση, που πονάει για την απώλεια της Ρώμης, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρομοιάζει με πτώση ελέφαντα, ο οποίος όταν πέσει δεν μπορεί να σηκωθεί μόνος του. Ρητώς αναφέρει πως πρέπει η εμείς να θυσιάσουμε αυτά που έχουμε από τον Χριστό και τους αγίους αποστόλους, η ο πάπας να θυσιάσει αυτό που είναι, τις καινοτομίες στην πίστη που είναι το πρωτείο, το αλάθητο. Ο πάπας - λέει ο άγιος - μας κάνει χάρη, μας προτείνει να μείνουμε με τα δόγματά μας, με τα έθιμά μας με το vitus Bizantium. Με την σκέψη όμως αυτή μας χαρίζει κάτι που δεν έχουμε ανάγκη να μας χαρίσει, ενώ πρέπει να χάσει η Εκκλησία μας, η Αποστολική Εκκλησία του Θεού, την ελευθερίαν της. 
Ο άγιος όμως πονάει, διότι δεν μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να φύγει από τη βάση της, από τον καθοδηγητή της αληθείας και Παράκλητο της Εκκλησίας, το Πανάγιον Πνεύμα. Κοντά στον άγιο αισθάνεται κανείς σιγουριά. Διότι αυτός βιώνει την αλήθεια της Ορθοδοξίας, γι' αυτό και μπορεί να κάνει το ανάλογο βήμα προς τη Δύση. Αν ήταν στην εποχή μας ο άγιος Νεκτάριος θα μετείχε στους διαλόγους και μάλιστα ενεργά αν και ως ιεράρχης είχε απωθηθεί, και μάλιστα χωρίς να υπάρξει μετάνοια από την πλευρά των διωκτών του. 
Φαίνεται η μεγαλοψυχία του αγίου Νεκταρίου έναντι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, αλλά φτάνει μέχρι του σημείου εκείνου που δεν προδίδει εκείνα που δεν είναι δικά του, γιατί δεν έχει δικαίωμα να τα προδώσει διότι είναι του Χριστού. Αν το κάνει είναι σαν να προδίδει την ίδια την ελπίδα, τη σωτηρία του κόσμου, που είναι η Αλήθεια του Θεού, η Εκκλησία του Χριστού, η χάρις και αιωνία ζωή του Αγίου Πνεύματος. Με τον παπισμόν, γράφει ο άγιος, «η Εκκλησία διατρέχει κίνδυνον να αποβή εκ Μιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, Εκκλησία Ρωμαϊκή η μάλλον παπική, κηρύττουσα ουχί πλέον τα των Αγίων Αποστόλων, αλλά τα των παπών δόγματα». Και προσθέτει στο τέλος: 
«Γένοιτο ο Θεός κριτής μεταξύ ημών και αυτών». 
Από το βιβλίο «Άγιος Νεκτάριος ο Πνευματικός, ο Μοναστικός, ο Εκκλησιαστικός Ηγέτης», Πρακτικά Διορθοδόξου Θεολογικού Επιστημονικού Συνεδρίου επί τη εκατοπεντηκοετηρίδι (1846-1996) από της γεννήσεως του Αγίου Νεκταρίου, Αίγινα 21-23 Οκτωβρίου 1996. - ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009 - Εγκόλπιο

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Σπάνιος χάρτης του Δούναβη από το Βελιγράδι έως τη Μαύρη Θάλασσα, του 18ου αιώνα, σε έκθεση στη Δημοτική Χαρτοθήκη Κοζάνης

Θεσσαλονίκη, 7 Οκτωβρίου 2010

Ένας σπάνιος χάρτης, που απεικονίζει τη ροή του Δούναβη από το Βελιγράδι μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, τυπωμένος στη Βιέννη, τη χρονιά της Γαλλικής Επανάστασης παρουσιάζεται σε χαρτογραφική έκθεση, από τις 11 Οκτωβρίου του 2010 έως τις 16 Ιανουαρίου 2011, στη Δημοτική Χαρτοθήκη Κοζάνης, στο Αρχοντικό Λασάνη.
Στον οκτώ φύλλων χάρτη, που εκδόθηκε από αυστριακούς αξιωματικούς διακρίνονται με εξαιρετική λεπτομέρεια ο ποταμός που έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ιστορία της Ευρώπης και οι παρακείμενες περιοχές του.
Η έκθεση, με θέμα «Δούναβης: To μέγα όριο στην ιστορία των χαρτών, η αποτύπωση του 1789 από το Βελιγράδι μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα» διοργανώνεται στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Οργάνωση και ανάδειξη της Δημοτικής Χαρτοθήκης Κοζάνης», που συντονίζει από το 2008 ερευνητική ομάδα του ΑΠΘ.

«Ο χάρτης απεικονίζει την περιοχή από το Σεμλίνο (σημερινό Ζέμουν), κοντά στο Βελιγράδι μέχρι τις εκβολές του ποταμού στη Μαύρη Θάλασσα, δηλαδή την περιοχή των βόρειων Βαλκανίων, καθώς και τις περιοχές με τις ακμάζουσες ελληνικές παροικίες», δήλωσε στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο συντονιστής της ερευνητικής ομάδας του ΑΠΘ, καθηγητής Ανωτέρας Γεωδαισίας και Χαρτογραφίας του ΑΠΘ, Ευάγγελος Λιβιεράτος.

Το πολύτιμο κληροδότημα του Κοζανίτη διδάσκαλου στη Βουδαπέστη και στο Βελιγράδι, δωρητή της βιβλιοθήκης της Κοζάνης, Ευφρόνιου Ραφαήλ Πόποβιτς, συντηρήθηκε και ψηφιοποιήθηκε χάρη στη δωρεά Κοζανίτικης οικογένεια.
Η Δημοτική Χαρτοθήκη Κοζάνης διαθέτει σπάνια συλλογή χάρη στις δωρεές μελών των ελληνικών κοινοτήτων, που άνθισαν τον 18ο αιώνα στις παραδουνάβιες περιοχές και πρωτοστάτησαν στο κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και στον ελληνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας.

«Οι Έλληνες που ζούσαν στην κεντρική Ευρώπη έστελναν μορφωτικό υλικό, βιβλία και χάρτες, μεταξύ των οποίων και τη Χάρτα του Ρήγα, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή της Δημοτικής Χαρτοθήκης», εξήγησε ο κ. Λιβιεράτος.Οι δωρεές εκπαιδευτικών αγαθών συνέβαλαν στην αναγέννηση πολλών πόλεων και χωριών στο βόρειο τμήμα της σημερινής ελληνικής επικράτειας, όπως στη Δυτική Μακεδονία, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία.
Η έκθεση, πλαισιωμένη από πρόσθετο υλικό, video και με οπτικές ενισχύσεις με τις αντίστοιχες απεικονίσεις του ποταμού Δούναβη από το Ρήγα Βελεστινλή στη Χάρτα του και από τον Άνθιμο Γαζή στον Πίνακά του προσφέρει μία ενδιαφέρουσα περιήγηση στις παραδουνάβιες περιοχές, στις οποίες ήκμασε ο ελληνισμός.
Με θέμα τις ελληνικές κοινότητες, στην περιοχή που απεικονίζει ο χάρτης θα διοργανωθούν τρεις ομιλίες μελετητών της ιστορίας και της κληρονομιάς της παραδουνάβιας ελληνικής διασποράς κυρίως του 18ου αι., όπως ο Κοζανίτης ερευνητής Θεοφάνης Πάμπας από τη Βιέννη, η καθηγήτρια Όλγα Κατσιαρδή-Hering του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Χρίστος Ζαφείρης .Τα εγκαίνια της έκθεσης, που διοργανώνεται σε συνεργασία με το Δήμο Κοζάνης, θα πραγματοποιηθούν τη Δεύτερα 11 Οκτωβρίου. 

Πηγή:ΑΠΕ

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Θεσσαλονίκη- Ελένη Δεληδημητρίου-Τσακμάκη: Η μετανάστρια που έγινε επιτυχημένη συγγραφέας στα 54 της χρόνια

Της Διαμαντένιας Ριμπά
Μέσα από την πορεία της αντανακλάται η πορεία όλων των Ελλήνων μεταναστών, που μοιράστηκαν τις ίδιες δυσκολίες προσαρμογής, τα ίδια προβλήματα εργασίας και επικοινωνίας, αλλά και τον ίδιο καημό: τον γυρισμό στην πατρίδα, που άφησαν αναγκαστικά. Τη δική της πορεία επέλεξε να τη μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό, για πρώτη φορά, στα 54 της χρόνια, για να καταξιωθεί ως μία πολυβραβευμένη συγγραφέας, με αναγνώριση στην Ελλάδα και τη Γερμανία, που έμελε να γίνει κι αυτή μία "πατρίδα".
Ο λόγος για την Ελένη Δεληδημητρίου - Τσακμάκη, από το Ζαγκλιβέρι Θεσσαλονίκης, που ζει, σήμερα, στο Μόναχο με τον σύζυγό της, τα τρία παιδιά, τα έξι εγγόνια και το πρώτο δισέγγονο. Μία γυναίκα θαρραλέα, με δυνατό λογοτεχνικό λόγο, που βίωσε την πεντάχρονη πορεία των Ελλήνων της Γερμανίας. Τα βιβλία της αποτελούν ντοκουμέντο μιας ζωής σκληρής, καθώς μιλά σε αυτά για ανθρώπους ταλαιπωρημένους, που κατάφεραν να σταθούν όρθιοι στη ζωή και να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον ξένο, αρχής γενομένης το 1960, με την υπογραφή της ελληνο-γερμανικής σύμβασης, "Περί Επιλογής και Τοποθετήσεως Ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις".
"Ξεκινήσαμε τον Ιούνιο του 1961, με το σύζυγό μου, για τη Γερμανία, αφού δουλειές δεν υπήρχαν πια στην Ελλάδα. Ακούσαμε ότι, στη Γερμανία και δουλειά και χρήμα υπάρχει και έτσι, όπως χιλιάδες Έλληνες, πήραμε την απόφαση να φύγουμε", αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κα Τσακμάκη.
Πέρασαν όλες τις διαδικασίες για να πάρουν την πολυπόθητη άδεια εργασίας. Αναγκάστηκαν, όμως, να αφήσουν πίσω τα δύο παιδιά τους -το ένα στη μητέρα της, στη Θεσσαλονίκη και το άλλο στην Πτολεμαΐδα, στην πεθερά της.
Πήραν το τρένο από τη Θεσσαλονίκη για τον Πειραιά, απ΄ όπου έφυγαν με το περίφημο καράβι "Κολοκοτρώνης" για το Μπρίντεζι. Από εκεί, με τρένο πάλι, πήραν τον δρόμο για το Μόναχο.
"Όλοι, νέοι και νέες, από 18 έως 35 ετών, με όνειρα και ελπίδες. Άλλοι ανύπαντροι, άλλοι παντρεμένοι. Φεύγαμε με χαρά, αλλά και λύπη. Κάποιοι είχαν αφήσει πίσω συζύγους και παιδιά, όπως και εμείς τα δικά μας. Όλοι, όμως, λέγαμε για παρηγοριά ότι πάμε για κάνα δυο χρόνια, ώσπου να μαζέψουμε χρήματα και μετά θα γυρίσουμε πίσω", μας λέει η κα Τσακμάκη.
Πρώτος σταθμός, το Μίλαχερ της Στουτγάρδης, απ΄ όπου ένα θείος της τούς έστειλε τα συμβόλαια εργασίας για ένα εργοστάσιο μετάλλου. Εκεί, εργάστηκαν συνολικά έξι χρόνια.
"Στη Γερμανία -εξηγεί η κα Τσακμάκη- πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά. Σπάζαμε και τα ακόρντ των Γερμανών, που κάθε μήνα, εξοντωτικά, ανέβαιναν. Η ζωή μας δεν ήταν όπως την ονειρευτήκαμε και μάλιστα χωρίς τα παιδιά μας. Το είχαμε πάρει απόφαση να δουλέψουμε σκληρά και να συντομέσουμε το χρόνο του γυρισμού. Το μόνο που δεν είχαμε σκεφτεί, ήταν ότι θα μέναμε για πάντα τα φτωχά ρομπότ της Γερμανίας, οι καλοί, εργατικοί και υπάκουοι εργάτες, ότι θα μας ξεμυάλιζαν τα εργοστάσιά τους, τα μαγαζιά τους, ακόμη και η τάξη που είχανε σε όλα, πράγμα που έλειπε από την πατρίδα μας".
Το 1967, πήραν την απόφαση να γυρίσουν στη Θεσσαλονίκη, με την ελπίδα ότι τα πράγματα θα είχαν καλυτερεύσει. Γρήγορα κατάλαβαν, όμως, ότι δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα και έτσι επέστρεψαν στη Γερμανία. Αυτή τη φορά, στο Μόναχο, όπου είχαν ξεκινήσει τη λειτουργίας τους και τα πρώτα ελληνικά σχολεία.
"Αποκτήσαμε εν τω μεταξύ και το τρίτο μας παιδί και φέραμε και τα άλλα δύο στη Γερμανία. Για να τα βγάλουμε πέρα δουλεύαμε με το σύζυγο διαφορετικές βάρδιες. Δεν τα καταφέρναμε μόνοι μας και έτσι αναγκάστηκε να έρθει και η μητέρα μου, στην οποία δεν μπορούσαμε να της εξασφαλίσουν άδεια παραμονής, οπότε έπρεπε κάθε τρεις μήνες να φεύγει και να ξανάρχεται", θυμάται η κα Τσακμάκη.
Και συνεχίζει: "Αυτή ήταν η ζωή μας - ένα ατελείωτο ταξίδι, με μια βαλίτσα στο χέρι. Πάντα στην ανασφάλεια και κάθε κουβέντα μας να περιστρέφεται στο γυρισμό. Νομίζαμε ότι η ζωή ήταν μόνο στην Ελλάδα. Εδώ ζούσαμε ως προσωρινοί. Ανέσεις δεν επιτρέπαμε στο εαυτό μας, ούτε καλά έπιπλα αγοράζαμε, αφού όλο λέγαμε πως του χρόνου θα γυρνούσαμε πίσω. Αυτή ήταν και η ευχή σε κάθε πρόποση: 'του χρόνου σπίτια μας'. Και ο χρόνος αυτός δεν ήρθε ποτέ".
Η Γερμανία, τα χρόνια εκείνα, επισημαίνει η κα Τσακμάκη, ήταν ξενιτιά. Δεν ήταν εύκολη η επικοινωνία. Έναν ταχυδρόμο περίμεναν όλοι τους, όπως και τα παιδιά στην Ελλάδα. Η ίδια έβλεπε τα βλαστάρια της να μεγαλώνουν από τα χνάρια των χεριών τους που ζωγράφιζε η μητέρα της σε χαρτί και τους τα έστελνε.
Η πάνινη κούκλα
Αυτός ήταν και ο μεγάλος καημός της κας Τσακμάκη, η οποία είχε μία πολύ δύσκολη παιδική ηλικία. Έχοντας μεγαλώσει σε θετούς γονείς, δεν ήθελε να έχουν τα παιδιά της την ίδια μοίρα.
Τα τραυματικά αυτά βιώματα των παιδικών της χρόνων, τα περιγράφει στο πρώτο βιογραφικό της βιβλίο, "Η πάνινη κούκλα", που κυκλοφόρησε το 1993 από τον εκδοτικό οίκο "Λάμψη", στην Αθήνα. Τον επόμενο χρόνο, το βιβλίο εκδίδεται στη γερμανική γλώσσα από τον εκδοτικό οίκο "Ρωμιοσύνη", με τον τίτλο "Die Stoffpuppe". Είχε μεγάλη απήχηση, τόσο στο ευρύ κοινό όσο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γεγονός ασυνήθιστο για πρωτόλειο διήγημα.
Οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα και οι επιθυμίες της Ελένης Τσακμάκη καταγράφονται σε μια γλώσσα σαφή και ανεπιτήδευτη, με διαύγεια εκπληκτική, που καθιστά το έργο του πρώτου αυτού βιβλίου άμεσο και κατανοητό στον αναγνώστη. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου "ξεπηδά" και η συνολική πορεία του τόπου που μεγάλωσε, των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή από το 1942 μέχρι το 1961.
Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι τυχαίος. Μία τέτοια κούκλα κρατούσε στα χέρια της όταν την έδωσαν για υιοθεσία. Ήταν, όπως μας είπε, ο δεσμός της με την οικογένειά της.
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από την "Πάνινη κούκλα":
"Η περιπέτειά μου αρχίζει γύρω στα 1942. Τον καιρό του πολέμου, τότε που η πείνα θέριζε τον κόσμο και όλοι δίνανε ό,τι είχανε και δεν είχανε για ένα κομμάτι ψωμί. Ακόμη και τα παιδιά τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η δική μου. Ώρες - ώρες ξυπνά μέσα μου το παρελθόν, η παιδική μου ζωή, τόσο έντονα, που νομίζω ότι ζω τα περασμένα.
Σαν οράματα περνάνε από μπροστά μου οι δυο μητέρες μου. Το πρώτο που θυμάμαι καθαρά, είναι ότι κοιμήθηκα ένα βράδυ στο φτωχικό μας και όταν ξύπνησα βρέθηκα κοντά σ' ένα άγνωστο αντρόγυνο που δεν είχε παιδιά και πήρε εμένα. Σε εμένα είχε πέσει ο κλήρος από τα τέσσαρα αδέρφια μου.
Όπως έμαθα μετά, όταν μεγάλωσα, είχε πεθάνει ο πατέρας μου και μας άφησε πέντε ορφανά - εγώ τέταρτο κατά σειρά - και όλα ήμασταν το ένα μετά το άλλο. Ενός χρόνου το μικρότερο και δεκατεσσάρων το μεγαλύτερο.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1948. Είχα ακριβώς έξι χρόνια να δω τα' αδέρφια μου. Περίμενα να ακούσω κάτι, να διηγούνται, τέλος πάντων, που βρίσκονται, αλλά τίποτε! Τέλος κατάλαβα πως ήταν κάτι τ' απαγορευμένο. Κι αν τύχαινε να ρωτήσει κανείς αόριστα για κείνη τη θεία ή τα ξαδέρφια τα απαγορευμένα, τότε αρχίζανε τα νοήματα και τα ανοιγοκλεισίματα των ματιών και η συζήτηση σταματούσε. Άραγε, αν έβλεπα ξαφνικά κάπου τα αδέρφια μου θα τα γνώριζα; Κι αν με βλέπανε αυτά θα με γνώριζαν; Αναρωτιόμουν".
Τελικά, πολύ αργότερα, έσμιξε με την οικογένειά της.
"Ζητάω συγγνώμη από τα παιδιά μας. Ο χωρισμός από τα παιδιά μας ήταν το μεγαλύτερο δράμα. Και σ' αυτό δεν χωράει παρηγοριά. Τα αθώα θύματα ήταν τα παιδιά μας, που πηγαινοέρχονταν σαν αποσκευές. Αυτά πλήρωναν το βαρύτερο τίμημα της μετανάστευσης. Δεν τα χαρήκαμε, ούτε και αυτά χάρηκαν γονείς", λέει με πόνο η κα Τσακμάκη.
Σήμερα, στα 72 της χρόνια, έχει τη δύναμη να ζητήσει συγνώμη, εκ μέρους όλων των γονιών, από αυτά τα παιδιά λέγοντας πως ο μόνος λόγος που τα αφήσανε πίσω ήταν ο πόθος τους να κάνουν κάτι καλύτερο γι΄ αυτά, πιστεύοντας ότι μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον.
Αυτοβιογραφικό και το δεύτερο βιβλίο της Ελένης Τσακμάκη, με τίτλο "Η απόφαση που δεν πάρθηκε ποτέ" (Λάμψη, Αθήνα, 1994 και γερμανική έκδοση "Die ewige Suche nach der Heimat") Η αφήγηση ξεκινάει από το πρώτο ταξίδι στη Γερμανία και την μετέπειτα ζωή της, με χαρές και λύπες, να εναλλάσσονται σε αυτό.
Στη συνολική προσπάθεια της Ελένης Τσακμάκη να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό τις εμπειρίες της, συγκαταλέγεται και η συγγραφή μιας θεατρικής κωμωδίας, με τίτλο, "Κωμικοτραγικές σκηνές από την ζωή των μεταναστών", η οποία παίχτηκε με εξαιρετική επιτυχία, επί δώδεκα συνεχή έτη, σε πολλές μεγάλες πόλεις της Γερμανίας και απέσπασε κολακευτικά σχόλια από τα ΜΜΕ.
Με το έργο αυτό, η Ελένη Τσακμάκη, ως γνήσια ελληνίδα, ξορκίζει την πίκρα και τον πόνο της ξενιτιάς με το γέλιο, προσθέτοντας ένα σημαντικό λιθάρι στο "μωσαϊκό" της ελληνικής λογοτεχνίας στο χώρο του απόδημου ελληνισμού. Το έργο βραβεύτηκε το 1995 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών στη Αθήνα και το 2004 από το Παγκόσμιο Φεστιβάλ Μαθητικού Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, στο Ρέθυμνο.
"Η ζωή μας ήταν τελικά για γέλια και για κλάματα", λέει η κα Τσακμάκη, που μας διηγείται το πώς ο γιός τους έφερε το νέο ότι θέλει να παντρευτεί γερμανίδα.
"Όταν μας το ανακοίνωσε ειδικά, ο σύζυγός μου αντέδρασε έντονα: Πω πω, χάθηκαν οι Ελληνίδες, Γερμανίδα βρήκες. Και εγώ τα έβαλα μαζί του, λέγοντας πως αφού εδώ ζούμε τι ήθελες να γίνει; Αλλά και οι συμπέθεροί μας είχαν αντιρρήσεις, αφού δεν ήθελαν να φύγει το παιδί τους από τη χώρα, ακλουθώντας τον ξένο στην πατρίδα του", αναφέρει η ομογενής συγγραφέας.
Και προσθέτει: "Ήρθε τελικά στο σπίτι να μας ο πατέρας της να γνωριστούμε και να μιλήσουμε για το γάμο. Ο άντρας μου δεν ήξερε γερμανικά, και έτσι όλη την ώρα έλεγαν 'γιά για' (ναι ναι) και 'προστ' (στην υγειά μας). Από τις πολλές μπίρες κόντευε να τους πάρει ο ύπνος μπροστά την τηλεόραση. Εγώ μπαινόβγαινα στην κουζίνα. Μίλησα εγώ στη συνέχεια μαζί του, που είχα μάθει κάπως τη γλώσσα. Έθεσα θέμα να γίνει ο γάμος σε ελληνική εκκλησία. Ούτε που είχε ακούσει ποτέ για ορθοδοξία και έτσι τον πήγαμε να ακούσει ψαλμωδία στον ναό μας. Του άρεσε και έτσι τους παντρέψαμε".
Στο σταθμό του Μονάχου
Το θεατρικό της Ελένης Τσακμάκη, "Στο σταθμό του Μονάχου", γνωρίζει μεγάλη επιτυχία αυτό το καιρό, καθώς σε αυτό εξελίσσονται ιστορίες τεσσάρων γενεών ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Οι δυνατές στιγμές, που περιγράφει, προκαλούν δάκρυα, ενώ άλλες βγάζουν γέλιο πολύ. Η συγγραφέας περνάει και την αισιοδοξία με το μήνυμα την τέταρτης γενιάς, που ενσωματώνεται πλήρως στη Γερμανία. Ενθουσιασμένοι είναι με το έργο και οι μικροί "ηθοποιοί", μαθητές του 2ου Ελληνικού Λυκείου Μονάχου, που ενσαρκώνουν τους ρόλους των παππούδων και των γιαγιάδων τους στα νιάτα τους. Μεγάλη επιθυμία όλων είναι η παράσταση να μεταφερθεί και στην Ελλάδα.
"Να μην ξεχάσουν ποτέ τις ρίζες τους τα παιδιά μας. Αυτό είναι το κύριο μέλημά μας", τονίζει η κα Τσακμάκη, που με τα εγγόνια της αναπληρώνει σήμερα τη σχέση που δεν μπόρεσε να αναπτύξει με τα παιδιά της. Με τις δύο μικρότερες εγγονές της, πέντε και επτά χρόνων, περνάει όλη την ημέρα. Και βέβαια στο σπίτι της γιαγιάς τα παιδιά μιλούν και διαβάζουν μόνο ελληνικά, καθώς θεωρεί χρέος της να τους μεταφέρει τον ελληνικό πολιτισμό.
Πενήντα χρόνια μετά, η Ελένη Τσακμάκη έχει συνειδητοποιήσει ότι όπου υπάρχει δουλειά και μέλλον μπορείς να κάνεις πατρίδα. Και η Γερμανία είναι η δεύτερη πατρίδα, που προσφέρει ανέσεις, που στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να τις έχεις.
"Δεν είμαστε πια στη δεκαετία του '60 ή του '70- λέει η κα Τσακμάκη- που μας έβλεπαν οι Γερμανοί σαν προσωρινούς, αλλά άρχισαν να μας βλέπουν τώρα σαν ξένους πολίτες που έχουν τα ίδια με αυτούς δικαιώματα. Φρόντισε γι' αυτό και το γερμανικό κράτος ώστε σιγά-σιγά να σμίξουν οι ξένοι με τους γερμανούς πολίτες. Αφήνουμε τα ηνία στις επόμενες γενιές, στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας και σε όλα τα ελληνόπουλα που θα εξακολουθούν να μένουν στη Γερμανία, να συνεχίσουν τον αγώνα ώστε να διατηρήσουν τα ήθη και τα έθιμά μας και να τιμήσουν το όνομα της Ελλάδος".
Άλλα έργα της Ελένης Τσακμάκη
Μετά τα τρία πρώτα βιβλία, που προαναφέραμε, η Ελένη Τσακμάκη έχει εκδώσει τη νουβέλα "Αρης, Το παιδί του μετανάστη" και το βιβλίο "Τα δέντρα που δεν ρίζωσαν". Αυτό εκδόθηκε το 2001 από τις εκδόσεις University Studio Press, εμπλουτισμένο με φωτογραφικό υλικό και έγγραφα, που το καθιστά ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Για της μαρτυρίες αυτές των Ελλήνων μεταναστών η συγγραφέας βραβεύτηκε το 2001 από την πόλη Μονάχου.
Συνέχισε με άλλα τέσσαρα παιδικά διηγήματα με τίτλο, "Μαμά να ξανάρθεις", "Ταξιδιάρικα πουλιά", "Στους Δελφούς με τον Ηνίοχο", "Αστροπαλαμήδας, ο προστάτης των ζώων'' και "Το μπουκάλι που ταξίδευε" από τις εκδόσεις Δρόμων. Συνέχισε την συγγραφή της με θεατρικά έργα που παίζονται και πήρε μέρος σε ανθολογίες.
Στα σκαριά είναι και το νέο έργο της κας Τσακμάκη, μία πολύτιμη καταγραφή μαρτυριών Ελλήνων που έζησαν τη φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις University Studio Press.
Φωτο: Η Ελένη Δεληδημητρίου-Τσακμάκη με τον αείμνηστο Αντώνη Σαμαράκη στην έκθεση βιβλίου Φραγκφούρτης το 2001.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

O Μητροπολίτης Περγάμου στο συνέδριο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου

Δελτίο Τύπου Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου - Φώτο: Νίκος Κοσμίδης
Το Σάββατο 5 Ιουνίου 2010 συνεχίστηκαν οι εργασίες του Διεθνούς Συνεδρίου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Το συνέδριο μεταδίδεται απευθείας από το δια-δικτυακό τηλεοπτικό σταθμό www.intv.gr με παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά και αγγλικά. Στην πρώτη πρωινή συνεδρία ομιλητές ήταν ο Assaad Kattan διευθυντής του Κέντρου Θρησκευτικών Σπουδών και καθηγητής στην έδρα Ορθόδοξης θεολογίας στο Παν/μιο του Munster, και ο Διακ. John Panteleimon Manoussakis επ. καθ. Φιλοσοφίας στο κολλέγιο Τιμίου Σταυρού Worcester- Η.Π.Α.

Κατά την εισήγηση του Assaad Kattan με τίτλο «Η επανεξέταση της ουσιοκρατίας. Ο μύθος μιας μη- ερμηνευτικής προσέγγισης στην ορθόδοξη παράδοση» αν και ένα μεγάλο τμήμα της ορθόδοξης θεολογικής σκέψης με επιρροή, διατύπωνε με έμφαση και εξακολουθεί να εμφαίνει ότι η Παράδοση είναι μια δυναμική και ανοικτή πραγματικότητα της ζωής του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, δεν είναι σε καμιά περίπτωση σπάνιο να δεί κανείς την ορθόδοξη προσέγγιση της παράδοσης ουσιοκρατικά, ως εάν να αποτελούσε μια κλειστή και αμετάβλητη οντότητα. Η παρούσα εισήγηση προσπάθησε να δείξει πως δεν είναι πλέον επιτρεπτό, στο πλαίσιο της ορθόδοξης θεολογίας, αναφορικά με μια πρωτότυπη προσέγγιση στο ζήτημα της παράδοσης, να παρακάμπτονται οι μετανεωτερικές ερμηνευτικές μέθοδοι, τόσο σε σχέση με τις συνέπειες που έχει η ιστορική απόσταση για την κατανόηση, όσο και σε σχέση με τη δυναμική εμπλοκή των προϋποθέσεών και φιλοδοξιών μας στην διαδικασία της ερμηνείας.
Ο διακ. John Panteleimon Manoussakis ανέπτυξε το θέμα « (Ένα παράδειγμα) από το φάσμα του νέου  ξεκινήματος της ελληνικής θεολογίας». Με επίκεντρο τη θεολογική σκέψη ενός σύγχρονου έλληνα θεολόγου του Παντελή Καλαϊτζίδη, επιχειρήθηκε μια κριτική αξιολόγηση του έργου και των προϋποθέσεων της σκέψης του Π. Καλαϊτζίδη όσο και του έργου της Ακαδημίας Θεολογικών σπουδών στο πλαίσιο της ανανέωσης στο χώρο της ελλαδικής ορθόδοξης θεολογίας. Eπίσης μέσα από την ίδια προοπτική ερευνήθηκε και η σχέση μεταξύ λόγου και Θεο-λογίας, η σχέση μεταξύ γλώσσας και της ερμηνείας του κειμένου, τη σχέση τελικά μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας.
Στην δεύτερη πρωϊνή συνεδρία πήραν μέρος ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και ο καθ. Πατρολογίας του Πανεπιστημίου του Durham π. Andrew Louth.

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας ανέπτυξε το θέμα «Επικαιρότητα και διαχρονικότητα της νέο-πατερικής σύνθεσης». Καταρχάς παρουσίασε κάποια γνωρίσματα της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας (π.χ. πατερικός φονταμενταλισμός, ιστορικισμός, ομολογιακή θεολογία, «βιβλικισμός», θεολογία συσχετισμού με τον κόσμο). Παρουσίασε τη διαμόρφωση και την κατανόηση της νέο-πατερικής σύνθεσης από τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Στη συνέχεια παρουσίασε τις παραμέτρους της νέο-πατερικής σύνθεσης σε σχέση με το διάλογο της θεολογίας με το σύγχρονο πολιτισμό (διάλογος με σύγχρονα ρεύματα φιλοσοφίας-τέχνης, τη χρήση από τη συστηματική ορθόδοξη θεολογία στη σχέση με τον δυτικό πολιτισμό, της οντολογίας ως αναγκαίου εργαλείου για τη συνάφεια). Στο ερώτημα εάν η ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να εκφραστεί με την ορολογία της νεωτερικότητας, να απαντήσει δηλ. π.χ. στις προκλήσεις της υπαρξιακής φιλοσοφίας (λ.χ. ελευθερία-ετερότητα κ.λπ.), στα κοινωνικά προβλήματα (λ.χ. δικαιώματα γυναικάς) στα ηθικά προβλήματα, (λ.χ. στο πρόβλημα του ατομικισμού – ανθρωπίνων δικαιωμάτων - δημοκρατίας, με μια εκκλησιολογία της κοινωνίας). Τέλος παρουσίασε κάποια «κλειδιά» για την κατανόηση της ορθόδοξης θεολογίας, ως συναφειακής (λ.χ. την υπαρξιακή ερμηνεία της τριαδικής θεολογίας, μια πνευματολογική εκκλησιολογία ως απάντηση π.χ. στο πρόβλημα της σχέσης ατόμου-κοινότητας, την ευχαριστιακή θεολογία για την κατανόηση της Εκκλησίας, την εσχατολογική προσέγγιση της παράδοσης). Επίσης δόθηκε θετική απάντηση στο ερώτημα του συνεδρίου για το εάν η ορθόδοξη θεολογία μπορεί να είναι συναφειακή.

Ο π. Andrew Louth ανέπτυξε το θέμα «Η αυθεντία των Πατέρων στη μεταπατερική ορθόδοξη θεολογία». Κατά την εκτίμησή του, δεν αποτελεί ερώτημα το εάν θα μπορούσε να υπάρξει ορθόδοξη θεολογία, η οποία θα αγνοούσε τους Πατέρες και αυτό για ένα θεμελιώδη λόγο: Οι ορθόδοξοι δεν κατασκευάζουν την πίστη τους, αλλά την παραλαμβάνουν από τους Αποστόλους και μάλιστα μέσω των Πατέρων. Η πίστη τους δεν αποτελεί το σύνολο κάποιων πεποιθήσεων για το Θεό, το κόσμο τον Χριστό κ.λπ. Αφορά στη συμμετοχή σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που έχει παραληφθεί. Και στην πραγματικότητα αυτό φαίνεται αναντίρρητο. Ανεξάρτητα από την πρόσφατη τάση ενός σημαντικού μέρους του ορθόδοξου θεολογικού στοχασμού να προβαίνει σε διάκριση ανάμεσα στη (εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου) λεγόμενη «φιλελεύθερη» θεολογία των Bukharin–Solov’ev–Bulgakov και τη Νεο-πατερική σύνθεση, στην πραγματικότητα η φιλελεύθερη πλευρά είναι η ίδια βαθιά αφιερωμένη στους Πατέρες. Το να εγκαταλείψει κανείς τη σοφία και τη μαρτυρία των Πατέρων φαίνεται αδιανόητο. Έτσι πρότεινε κάποιες αρχές με σκοπό την κατανόηση αυτής της μαρτυρίας.
Πρώτα κάποιες αρνητικές πλευρές: Οφείλουμε να εγκαταλείψουμε κάθε ιδέα ότι όλοι οι Πατέρες λένε το ίδιο πράγμα. Είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε ότι αποτελούν ένα χορό με διαφορετικές φωνές. Μπορεί συχνά να φαίνεται σαν κακοφωνία. Άλλωστε το χρέος μας, ως θεολόγοι είναι να αναζητήσουμε την αρμονία. Η σκέψη των Πατέρων δεν πρέπει να περιορίζει τη δική μας σκέψη. Οφείλουμε να θέτουμε ερωτήματα που εκείνοι δεν έθεσαν, επειδή δεν είχαν προκύψει στην εποχή τους.

Στη συνέχεια κάποια θετικά σημεία: Το κατόρθωμα των Πατέρων περιλαμβάνει μια σαφή εμπλοκή με το κυρίαρχο κοσμοείδωλο της εποχής τους, όχι βεβαίως άκριτα, αλλά οφείλει πολλά σε αρκετές όψεις της κοινής σοφίας της εποχής τους. Επομένως εάν είναι να ακολουθούμε τους Πατέρες, είναι ανάγκη να καλλιεργήσουμε μια παρόμοια στάση. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας κριτικός διάλογος με τη σοφία της εποχής μας-τις κοσμολογικές θεωρήσεις της σύγχρονης φυσικής (σχετικότητα κ.λπ.), τη θεωρία της εξέλιξης, πολλές από τις κατακτήσεις των σύγχρονων κοινωνικών και ανθρωπολογικών επιστημών, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψουμε την πεποίθηση μας για τη δημιουργία του κόσμου από έναν προσωπικό Θεό και τη διαμόρφωση ενός ηθικού σύμπαντος που επιτρέπει τον αυθεντικό αυτοπροσδιορισμό  και την υπευθυνότητα.
Πηγή: Αμην

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Νεο βιβλίο του π.Ιουστίνου Πόποβιτς: «Σημειώσεις περι του οικουμενισμού»


Ένα νέο βιβλίο στα Σερβικά του π.Ιουστίνου Πόποβιτς κυκλοφόρησε με τίτλο: «Σημειώσεις περι του οικουμενισμού». Αποτελείται από 35 σελίδες με 12 φωτογραφίες των χειρογράφων του Γέροντος Ιουστίνου και ειναι ένα σημαντικό συμπλήρωμα του βιβλίου : «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός». Συντάκτης του νέου βιβλίου ειναι ο Επίσκοπος Αθανάσιος Γιέβτιτς και εκδότης η Ιερά Μονή Tvrdos.
Ευκολα διαπιστώνει κανείς στο βιβλίο ότι ο π.Ιουστίνος ασκώντας κριτική στον δυτικό παπικο-προτεσταντικό οικουμενισμό, δεν απορρίπτει την ιδια την εννοια και την εκφραση οικουμενισμός, αλλά την «ορθοδοξοποιεί», «εκκλησιαστικοποιεί», «χριστοποιεί», «θεανθρωποποιεί», και αντι του ψεύτικου και γυμνού ουμανιστικού οικουμενισμού, τονίζει τον ορθόδοξο, ευαγγελικό θεανθρώπινο οικουμενισμό, που ευρίσκεται στον Χριστό εν τη Εκκλησία, στην Ενότητα και Καθολικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στο κέντρο πάντων και παντός.

Όπως στη κριτική του εναντίον του ουμανισμού τονίζει τον ορθόδοξο θεοανθρωπισμό, οπου ο ανθρωπος βιώνεται ως αληθινό θεοειδές ον, πλήρως σεσσωσμένο εν τω θεανθρώπω Χριστώ, ετσι και στην περίπτωση αυτή της κριτικής του δυτικού οικουμενισμού, τονίζει ο π.Ιουστίνος τον αληθινό Ορθόδοξο Οικουμενισμό.
Ακολουθεί δηλαδή ο Γέροντας, τους Αγίους Πατέρες της καθ’ ημας Ανατολής, οι οποίοι μεταμόρφωναν και εξεχριστιάνιζαν πολυάριθμες εκφράσεις της Ελληνικής Φιλοσοφίας, δίνοντας τους νέο περιεχόμενο, σωτηριολογικό.

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Ανθρωπος μόνος και μπερδεμένος ψάχνει

Του π.Βασιλείου Θερμού


Οι διαπροσωπικές σχέσεις μας σημαδεύουν, πλάθουν την προσωπικότητα μας, χαρτογραφούν τις περιπέτειες των συναισθημάτων μας, διαπλέκονται με τις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας, συμβάλλουν στην ευτυχία η τη δυστυχία μας. Ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε η μας αρρωσταίνει η μας θεραπεύει.
Και οταν λάβουμε υπ' οψιν μας πως οι σχέσεις μας δεν ειναι μόνο εξωτερικά αλλά και ενδοψυχικά γεγονότα, με πρόσωπα που δεν βρίσκονται πια στη ζωή, η και με πρόσωπα που ζούν αλλά τα προσλαμβάνουμε διαστρεβλωτικά, τότε τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα.