Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μορφές αφύπνισης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μορφές αφύπνισης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Η μεταστροφή του Χαρ.Φλωράκη μετά την επίσκεψή του στο Αγ.Όρος

Ο π.Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης διηγείται την προσωπική του εμπειρία με τον Χαρίλαο Φλωράκη (ιστορικό πρόεδρο και μορφή του ΚΚΕ Ελλάδος) κατά την διάρκεια της πρώτης επίσκεψής του στο Άγιο Όρος, καθώς και την εξομολόγηση 5:48 και την επιθυμία για την χριστιανική ταφή του (επιθυμία που δεν έγινε σεβαστή).


Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Δημήτριος Κουτρουμπής: ο γέροντας της Βουλιαγμένης

Η ζωή του Δημητρίου Κουτρουμπή μού ήταν γνωστή πολύ πριν γνωρίσω το πρόσωπό του. Από τις διηγήσεις της καθηγήτριας στο Αρσάκειο Ψυχικού και φίλης μου Βασιλικής Βώκα, ήξερα πως στη Βουλιαγμένη ζει ένας ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος διαβάζει τις νύχτες ως αργά, έχει ταξιδέψει πολύ, κι ενδιαφέρεται μεταξύ άλλων για τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Ήξερα επίσης ότι μια ιδιομορφία στο πόδι, μια επίκτητη «ατέλεια», είχε περιορίσει τον ηλικιωμένο κύριο μόνιμα σχεδόν σε μια πολυθρόνα.
Η πραγματική συνάντηση με τον Δημήτριο Κουτρουμπή έγινε κατά τη διάρκεια ενός γεύματος στο σπίτι της Βουλιαγμένης, το καλοκαίρι του 1978. Η πρόσκληση είχε χαρακτήρα impromptu. Από τους συνδαιτυμόνες θυμάμαι φυσικά την Βασιλική Βώκα και την Avril Bruten, καθηγήτρια στην Οξφόρδη. Ο οικοδεσπότης ήταν ντυμένος με κομψότητα. Φορούσε ρολόι με καδένα. Τα μακριά ψαρά γένια του δέσποζαν. Κυρίως όμως ήτανε η φωνή του. Θα την έλεγα λυρική και παιχνιδιάρικη μαζί. Αλάφραινε τον αξιόλογο σωματικό όγκο του Κουτρουμπή, όπως αλάφραινε – αυτό αργότερα το κατάλαβα – και διάνθιζε μ’ ένα λεπτό ωραϊστικό χιούμορ και τις πιο ερεβώδεις και σκοτεινές πλευρές της ζωής των ανθρώπων. Η φωνή κελαηδούσε μ’ εφηβικότητα κατά τη διάρκεια του γεύματος σπάζοντας τους πάγους, υψώνοντας το ευτελές ινδικό μου φουστάνι σε κάτι πριγκηπικό. Υπήρχε μια διάχυτη μουσική την οποία μετέφερα σπίτι μου. Αυτή η χαμένη άρρητη μελωδία την οποία υπέβαλλε με τρόπους μυστικούς και μυστήριους στους συνομιλητές του ο Κουτρουμπής, η πολύτιμη αποσκευή που συναποκόμισα εκείνη την πρώτη φορά και τις άλλες που ακολούθησαν. Φεύγοντας, μου είπε να μη χαθώ ή κάτι τέτοιο.
Και έκτοτε, δεν ξέρω ακριβώς πώς, έγινα ένας από τους habitués του σπιτιού της Βουλιαγμένης. Και δεν ξέρω τι πιο πολύ μου άρεσε: το να πηγαίνω – ενίοτε – με κάποιο αντίδωρο ή ενθύμιο από τα ταξίδια μου που γινότανε δεκτό μ’ ενθουσιασμό πάντα, μ’ επιφωνήματα ενθουσιασμού και αγάπης- το να μένω, εισπνέοντας τις πλούσιες σιωπές που μου προσφέρονταν και τα μαθήματα, ή το να φεύγω, ενώ με ακολουθούσε μέχρι το μπαλκόνι η παρουσία του αγαπητού γέροντα που μου έγνεφε φιλικά μέσ’ από τη βυσσινιά ρόμπα του; Νομίζω αυτό. Αυτό το βλέμμα που έριχνα πίσω, τα γένια που δέσποζαν, ο χαιρετισμός, το μεγάλο σώμα στην κουπαστή, μια έκταση χάριτος, κατόπιν το κατηφόρισμα από την Ευρυδίκης, μέσα στη σιωπή, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, ίσως μια κουκουβάγια – από τις τελευταίες- ένας σκύλος ή μια γάτα, κάποιο ταξί που θα μ’ έφερνε στο Ψυχικό, η μεγάλη συγκίνηση, μελαγχολία μπορεί, αλλά κυρίως αυτή η ευταξία, η πεποίθηση ότι υπήρχε τάξη, ήμουνα μέσα στην τάξη, όχι χάος, αλλά τάξη άγνωρη. Όχι κακοφωνία, αλλά μάλλον δυσανάγνωστη μουσική γραφή…
Το δωμάτιο στο οποίο με δεχόταν ο Δημήτριος Κουτρουμπής βρισκόταν στο ρετιρέ μιας πανύψηλης πολυκατοικίας∙ από κει που καθόμασταν, το σπίτι είχε λογικό ύψος, κι έβλεπε σ’ ένα λόφο, που ο Κουτρουμπής τον θυμόταν κατάφυτο. Απ’ την άλλη πλευρά, εξ αιτίας της κατωφέρειας του εδάφους, το σπίτι ήταν πανύψηλο. Είχε πανοραμική θέα σ’ όλο τον όρμο και τη μαρίνα της Βουλιαγμένης κι ακόμη πιο μακριά. Κρεμασμένη στο μπαλκόνι ένιωθα να πλέω σε αερόστατο. Παρ’ όλα αυτά, σ’ εκείνα τα ύψη φώλιαζαν πάμπολλα μυρμήγκια που τον αναστάτωναν με τις ατασθαλίες τους.
Ο Δημήτριος Κουτρουμπής καθόταν σε μια απλή μπερζέρα με κάλυμμα κοκκινωπό. Σ’ ένα μικρό σκαμπώ ακουμπούσε το πονεμένο του πόδι. Μπροστά υπήρχε ένα τραπέζι ή μάλλον μια μακρόστενη τάβλα σε δυο επίπεδα με μικρά βιβλία, τ’ αναγκαία του καπνίσματος και κάποια μικροαντικείμενα. Απέναντί του, μία πολυθρόνα για τον συνομιλητή του. Στους τοίχους και κάτω, σε μικρές χαμηλές βιβλιοθήκες υπήρχαν βιβλία. Μερικές καρέκλες. Όλα ήταν απλά και απέριττα. Αυστηρά και τρυφερά λειτουργικά. Ο,τιδήποτε περιττό θα ήταν λάθος.
Εκεί παίρναμε το τσάι μας ή πίναμε το γιατρικό που προτιμούσε ο Κουτρουμπής, τζιν με πορτοκαλάδα. Εκεί το σούρουπο, έπεσε πάμπολλες φορές πάνω μου σα δίχτυ μαγικό κι ένιωσα κάποια δύναμη να με παίρνει και να με συνεπαίρνει μέσα σε μια σίγουρη μοναξιά που μοναξιά δεν ήτανε αφού ήξερα πως ο γέροντας δε με αφήνει από κοντά του και με παρατηρεί μέσα από τα σύννεφα του τσιγάρου του. Κάπνιζε ασταμάτητα. Τα λεπτά χορευτικά δάχτυλα, κιτρινισμένα, μουσικότατα, θα άναβαν το ένα μετά το άλλο τα Καρέλια, σκέτα. Κάποια στιγμή ένα εμβόλιμο PLAYER’S για να σπάσει η μονοτονία. Θα με κοίταζε ατελείωτα χωρίς να λέει λέξη, χωρίς να λέω λέξη. Στη σιωπή του λέξη δε χωρούσε. Του πήγα τα ποιήματά μου να τα διαβάσει. Μετά από λίγο καιρό τον ρώτησα αν τα διάβασε. Δεν απάντησε. Ο γραπτός λόγος, μάλλον ο λόγος γενικά, φόβιζε τον Κουτρουμπή. Κρατούσε τις σημειώσεις του στα μικρά άσπρα χαρτάκια από τα κουτιά των τσιγάρων. Θα πρέπει να διάβαζε, δεν είμαι σίγουρη. Οπωσδήποτε Συναξαριστή. Τι άλλο; Θεωρούσε πολύ μεγάλο και βαθύ ποιητή τον David Jones που εμείς εδώ ελάχιστα τον γνωρίζουμε. Αυτή την αγάπη του για τον Jones τη μετέδωσε και σε μένα. «Είναι ένας κόσμος ολόκληρος», έλεγε. Ο μυστικός, συμβολιστικός κόσμος του Jones, όπου ο κατατεμαχισμένος λόγος και η καταστροφή της τυπικής λογικής αναδεικνύουν την ουσιαστική ενότητα των πραγμάτων ταίριαζαν απόλυτα στη φύση του Κουτρουμπή. Αγαπούσε επίσης πολύ τον Καβάφη, τον οποίον θεωρούσε ένα είδος «ποιητικής σύνοψης», όπως τον έθελγε και ο κόσμος της Βιρτζίνια Γουλφ και των μετα-Βικτωριανών. Η μακρά, πολυσήμαντη θητεία του Δημητρίου Κουτρουμπή στον δυτικό κόσμο, στον καθολικισμό, η ζωή στην αγαπημένη του Οξφόρδη, οι Εγγλέζοι φίλοι, η αγάπη του και η γνώση του για τη Δύση, τον έκαναν για μένα έναν άνθρωπο, υπό την ευρύτερη έννοια της Αναγέννησης. Έναν Αναγεννησιακό άνθρωπο του φωτός, της ευδαιμονίας μέσα στην Κτίση, της χαράς που δίνει η Χάρις μέσα από την αναγέννηση του ανθρώπου.  Και που παραδόξως – ή μάλλον καθόλου παραδόξως – αγαπούσε εξ ίσου τα Άνθη της Ερήμου, τους Ανατολικούς Μυστικούς, το εκκλησιαστικό τυπικό και την υποβλητική σκούρα ατμόσφαιρα της Ρωσικής Εκκλησίας. Όνειρό του ήταν να πάει στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη. Από τα ταξίδια μου στη Ρωσία, του έφερα χάρτες, πολλά είδη βαριών τσιγάρων, ένα τασάκι, που όλα τα είχε σε περίοπτη θέση. Αλλά το ταξίδι στη Μόσχα απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ καθώς η υγεία του χειροτέρευε.
Τον Κουτρουμπή, οι φίλοι και οι γνωστοί του τον ονόμαζαν «Μάστορη». Και Μάστορης ήταν. Κατείχε τα μυστικά της συναρμολόγησης των σκόρπιων κομματιών, ήξερε την τέχνη της εναρμόνισης των αντιθέτων. Κοντά του ακουγόταν η Μουσική των Σφαιρών: Παραφράζοντας τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, πιστό φίλο και πνευματικό συνδαιτυμόνα του, θα μπορούσα να πω ότι ήταν ο ίδιος αυτός η Αρχιτεκτονική Σύνθεση της Σκόρπιας Ζωής. Ο Μυστικός Άνθρωπος και ο άνθρωπος της Αναγέννησης σ’ αυτόν συνυπήρχαν, όχι σαν αντίθετα, αλλά σαν όψεις του ίδιου νομίσματος.
Μια ιμπρεσσιονιστική απεικόνιση αυτής της σύνθεσης των φαινομενικά αντιθέτων, του πανθεϊστικού διονυσιασμού και της βαθιάς μυστικοπάθειας, μου είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Κουτρουμπής μέσ’ από δύο αναμνήσεις του: Πάσχα, Μεγάλη Παρασκευή, και ο μικρός Δημήτρης με την μητέρα του πάνε στην Εκκλησία για τον Επιτάφιο. Κατακλύζεται η ατμόσφαιρα από τις μυρωδιές της βιολέτας και των άλλων λουλουδιών. Κόσμος πολύς, φωνές, παιδιά. Και παραδίπλα, στην πλατεία, ένας διαλαλητής καλεί τον κόσμο στην αποψινή παράσταση του Καραγκιόζη. Να οι μεγάλες πολύχρωμες ζωγραφιές, ο διαλαλητής με τις μουστάκες και τ’ ανασηκωμένα του μανίκια σε τρόπο του Douanier Rousseau, τα ολανθισμένα μπαλκόνια, οι παχιές νοικοκυρές που ετοιμάζουν την Πασχαλινή ευωχία. Η πλημμύρα του κόσμου δεν ξέρει πού να στραφεί, στα λαλήματα του Καραγκιοζοπαίχτη, στη χαρούμενη γιορτή, ή στην επίσημη θλίψη της Εκκλησίας που πενθεί για τον θάνατο του Ιησού και τις πένθιμες ψαλμωδίες; Πιασμένο το μικρό αγόρι απ’ το χέρι της μάνας του εισπνέει την αντιστικτική μελωδία και σχηματίζει μέσα του τη θαυμάσια αρμονία που είναι η υποστασιακή αρμονία της ζωής, θλίψη και αίνος, μελαγχολία και θριαμβική έξαρση, το ανυπέρβλητο πνεύμα της Μεγάλης Παρασκευής της Ορθοδοξίας, που ενώ συντελείται η Ταφή, κυοφορείται η Ανάσταση.  Είναι χαρακτηριστικό ότι η περίτεχνη όσο και απλή αυτή σύνθεση γίνεται ενώ ο μικρός κρατά το χέρι της μάνας. Γιατί η μητρική παρουσία στον Μάστορη Κουτρουμπή, από την Παναγία έως τη φυσική μητέρα του, είχε καταλυτική σημασία.  Η άλλη εικόνα είναι από τη Βηρυτό: η Καθολική Σχολή, όπου δίδασκε τότε ο Κουτρουμπής, οι θεολογικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις των σεμιναρίων, αυστηρό τυπικό, ιεραρχία, το Γρηγοριανό μέλος, ο κλειστός κόσμος του τεταγμένου κλήρου με την απαγορευτική γοητεία του.  Αλλά ένα πρωινό είχε εισβάλει η Άνοιξη. Και ο Κουτρουμπής ξυπνάει μέσα σε κελαϊδίσματα πουλιών, μουγκανητά ερωτευμένων γαϊδουριών και αγελάδων  και τα μοναστηριακά σήμαντρα μπερδεύονται με τα κουδουνάκια των προβάτων,  οι άναρθρες καλεστικές κραυγές των νεαρών βοσκών με τα βαρυσήμαντα λατινικά ρήματα. Η θέα από το παράθυρο αυτό είναι και η θέαση του Δημήτριου Κουτρουμπή, το όραμα του Μάστορη της Βουλιαγμένης. Η σύνθεση των πάντων σε μια θεϊκή αρμονία, η Μουσική των Σφαιρών, η Κτίση μέσα στον Κτίστη και τανάπαλιν. Που μ’ αυτό φίλευε τους γνωστούς και τους φίλους. Και τους μεταμόρφωνε όλους – από τον Ενωμοτάρχη του Αστυνομικού Τμήματος Βουλιαγμένης, ως τον Πανεπιστημιακό Καθηγητή, σε μετόχους, πρόσωπα μοναδικά, χαρισματικά, και εξαιρετέα. Αυτή ήτανε η Μαστοριά του. Το βαθύ, απλό νόημα της Αρχιτεκτονικής που ύφαινε τις νύχτες στο ερημητήριό του.

Η μακρόχρονη αρρώστια έφερε τον Κουτρουμπή στην Αγγλία. Ο άνθρωπος αυτός, γέροντας χωρίς να είναι ακόμη γέρος, περιβεβλημένος την αγάπη των φίλων, Ελλήνων και ξένων, έζησε περίπου δυο χρόνια στην περιοχή του Walshingham, στο  Norfolk  της Αγγλίας, κάτω από την θερμή φροντίδα της Anne Ferris. Τη νύχτα της 1ης προς 2α Μαρτίου του 1983, στην πολυθρόνα του, μπροστά στο τζάκι, τελείωσε, αφήνοντας μισό το σκέτο που κάπνιζε. Τάφηκε στο νεκροταφείο του Walshingham. Η αγάπη και ο σεβασμός μας τον ακολουθούνε πιστά και στην άλλη Ζωή.
Ευχαριστίες στην φίλη της ιστοσελίδας κ. Πολυξένη Τ. για την πληκτρολόγηση του κειμένου.
πρώτη έντυπη δημοσίευση περιοδικό "Manifesto"

πηγή: Aντίφωνο

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Ο Π. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ ΤΙΜΗΣΕ ΓΕΡΜΑΝΟ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗ ΥΠΕΡΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ

Το διπλό μήνυμα για το διεθνή εορτασμό των 2.500 χρόνων από τα Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) και την καλή υγεία και την μακροβιότητα που χαρίζει στους ανθρώπους η άθληση, μετέφερε στην Αθήνα ο Γερμανός πρωταθλητής των υπεραποστάσεων Γιούργκεν Μένελ.
Για το εγχείρημά του να τρέξει από το Στρασβούργο στην Αθήνα καλύπτοντας διαδρομή 2.200 χλμ χρειάστηκαν 30 ημέρες (ξεκίνησε στις 22 Σεπτεμβρίου και τον ξεπροβόδισε ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ράινερ Βίλαντ), κάτι που σημαίνει ότι καθημερινά κάλυπτε κατά μέσο όρο απόσταση μεγαλύτερη των 73 χλμ.
Τον Γιούργκεν Μένελ, υποδέχθηκε σήμερα το πρωί στο Παναθηναϊκό στάδιο ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Παύλος Γερουλάνος, που μίλησε με θερμά λόγια για την προσπάθειά του.
Παρών στη λιτή εκδήλωση ήταν ακόμη ο υφυπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Μιχάλης Τιμοσίδης, ο Πρέσβης και ο πρόξενος της Γερμανίας στην Αθήνα, ο γενικός γραμματέας του ΣΕΓΑΣ Παναγιώτης Δημάκος που βράβευσε και αυτός το Γερμανό δρομέα για το επίτευγμά του, ενώ κότινο ελιάς μετέφερε από την Κρήτη ο Δήμαρχος Κολυμπαρίου Πολυχρόνης Πολυχρονίδης με τον οποίο στεφάνωσε τον Μένελ.
Ο κ. Γερουλάνος αναφέρθηκε με δηλώσεις του στο επίτευγμα του 50χρονου Γερμανού πρωταθλητή και τη σημασία της προσπάθειάς του, ο οποίος με τα σειρά του είπε ότι με το εγχείρημά του θέλησε να τονίσει την άμεση σχέση αθλητισμού και υγείας για τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα όμως και να υπενθυμίσει σε όλους την επέτειο των 2.500 χρόνων από τη Μάχη του Μαραθώνα, χωρίς την οποία, σύμφωνα και με δήλωση του Ράινερ Βίλαντ «δεν θα βιώναμε την ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική δημοκρατία».
«Το συμβολικό αυτό εγχείρημα του Γερμανού αθλητή έχει τεράστια σημασία. Τα 2.220 χλμ διαδρομής που κάλυψε είναι 50 Μαραθώνιοι μαζί. Το εγχείρημά του δείχνει τη δύναμη του ανθρώπου που εμπνέεται από τις αξίες του Μαραθωνίου», δήλωσε ο κ Γερουλάνος για το επίτευγμα του Γιούργκεν Μένελ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας για τον Μακαριστό Αυγουστίνο Καντιώτη: Απεσταλμένος από την πρόνοια του Θεού

«Το πέρασμα του πατρός Αυγουστίνου από την Κοζάνη στα χρόνια της κατοχής, τοποθετούμενο στα ευρύτερα ιστορικά πλαίσια της ζωής του Γένους μας, εμφανίζει πολλές αναλογίες με τις μορφές και τη δράση ανδρών, οι οποίοι σε κρισίμους καιρούς απεστάλησαν από την πρόνοια του Θεού, για να διασώσουν την πνευματική ταυτότητα του λαού μας, αλλά και αυτή τη βιολογική του υπόσταση»(Από επιστολή του στον Αρχιμ. Παναγιώτη Μύρου, στο βιβλίο «Αντίσταση της αγάπης», β εκδοση 1991, σ.σ.494). Σαν απόδειξη της εκτίμησης του Αγίου Περγάμου παραθέτω το παρακάτω κείμενο που καταδεικνύει του λόγου το αληθές.

         "  Η δράση του π. Αυγουστίνου  στην Κοζάνη τα ετη 1943-1945 ήταν τόσο μεγάλη, που έχει γραφτεί γι΄ αυτήν ολόκληρο βιβλίο. Ο ίδιος άλλωστε έλεγε: «Στο χάρτη της καρδιάς μου πρωτεύουσα είναι η Κοζάνη». Με μεγάλη δυσκολία σταχυολόγησα –στην κυριολεξία– τα παρακάτω, χωρίζοντάς τα στις εξής θεματικές ενότητες, για να διευκολύνω την ανάγνωσή τους:

Α. ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ

           Στην πόλη της Κοζάνης τότε υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Αυτό έγινε αντιληπτό από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του εκεί ο π. Αυγουστίνος: μπήκε μέσα σ΄ ένα γαλακτοπωλείο και παρήγγειλε τσάι. Δεν είχαν και του έβγαλαν σαλέπι. Όταν του το έφεραν, έβγαλε ένα ξεροκόμματο να βουτήξει και του έπεσαν μερικά ψίχουλα κάτω. Τότε χίμηξαν όλοι, μαλώνοντας ποιος θα τα πρωτοαρπάξει! Συντετριμμένος μοιράζει το σαλέπι και το ξεροκόμματο και φεύγει. Κατάλαβε ότι κάτι έπρεπε να κάνει γι΄ αυτήν την κατάσταση. Από τότε ο Αυγουστίνος θεώρησε πρώτιστο καθήκον του να στηλιτεύει του πλουσίους, που δεν βοηθούσαν την κατάσταση, με πραγματικά πολύ σκληρή γλώσσα, πιστεύοντας, όπως αναφέραμε και στην αρχή, ότι θέλουν βουκέντρα για να ξυπνήσουν. Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα τότε κηρύγματα του, που, σε όσους γνωρίζουν, ίσως να θυμίσουν τον τρόπο που μιλούσε και προσπαθούσε να ξυπνήσει συνειδήσεις ο Κοσμάς ο Αιτωλός τον καιρό της επανάστασης –και τον οποίο Κοσμά Αιτωλό, σημειωτέον, θαύμαζε ο π. Αυγουστίνος:
«Εν ονόματι του Ιησού Χριστού, εν ονόματι των αγγέλων, εν ονόματι των αγίων, σας εξορκίζω να δώσετε για τους πεινασμένους».
«'Αγε νυν οι πλούσιοι κλαύσατε ολολύζοντες… Πεθαίνουν τα παιδιά μας. Δεν πονάτε; Δε φοβάστε το Θεό; Εκμεταλλεύεστε τον πόνο και τη δυστυχία. Ξεγυμνώνετε τους φτωχούς. Μη χαίρεστε. Σας προειδοποιώ. Αυτά που παίρνετε θα γίνουν σάβανα. Οι αποθήκες θα μείνουν έρημες. Στα σπίτια σας κουκουβάγιες θα λαλήσουν».
«Ο άσπλαγχος τρέφει τα σκυλιά, τα ζώα του, αλλά πού να δώσει εις εκείνον που πεινά! Θα τον αφήσει να πεθάνει εις την θύραν της οικίας του, ως απέθανον τόσοι και τόσοι εις τας θύρας των καλλιμαρμάρων μεγάρων των Αθηνών και αι κυρίαι και δεσποινίδες από τους γρίλλους των παραθύρων εθεώντο απαθείς τον θάνατον των νεωτέρων Λαζάρων της εποχής μας».
«Πλούσιοι που δεν ελεείτε! Κλαύσατε από τώρα. Θα τιμωρηθείτε διά την ασπλαγχνίαν σας. Εις τον ορίζοντα φαίνονται τα μαύρα σύννεφα της οργής του Θεού. Δεν είναι ιδικά μου λόγια, είναι λόγια του Ευαγγελίου. Ανοίξατε την Καινήν Διαθήκην, Ιακώβου επιστολή… Αυτά λέγει ο Θεός. Πλούσιοι! Δεν σας μισούμεν. Σας αγαπώμεν με την αγάπην του Χριστού, η οποία μας επιβάλλει να σας είπωμεν την αλήθειαν. Ίδετε την δυστυχίαν του λαού μας και ελεήσατε...». 
Ο λόγος του είναι ζωντανός και προσωπικός, ώστε ο καθένας να νομίζει ότι απευθύνεται σ΄ αυτόν. Από μαρτυρία του Αθανασίου Καστάμη:
«"-Νάτος, νάτος, εδώ είναι, μαζί μας είναι. Σε βλέπω, σε βλέπω! Εσένα μαυραγορίτη. Εσένα που δεν κοιμόσουν χθες το βράδυ. Εσένα που έτρεχες όλη τη νύχτα και τώρα κοιμάσαι. Σε βλέπω κι εσένα κλέφτη, που έκλεβες χθες βράδυ!" Οι άνθρωποι κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Ψάχνουν ανάμεσά τους. Κι ο κήρυκαςσυνεχίζει με μια χαρακτηριστική κίνηση:
-Έλα εσύ. Έλα εδώ!
Ασυναίσθητα κάποιος μετακινείται προς το μέρος του ομιλητού. Αλλά ο λόγος συνεχίζεται και τότε αντιλαμβάνεται ο ακροατής πως δεν κλήθηκε προσωπικά αυτός, αλλά το κάλεσμα ήταν τέχνασμα για να ζωηρέψει ο λόγος.»

           Μια μέρα, στο ναό του Αγ. Νικολάου Κοζάνης ήταν παρών και κάποιος συνοδικός έξαρχος. Ο Αυγουστίνος αρχίζει να κηρύττει και σε κάποια φάση λέει τα εξής (μαρτυρία Ηλία Ταβουλαρίδη):

«"Ο αδελφός σου πεινά, υποφέρει, πεθαίνει. Πώς ησυχάζεις; Πώς κοιμάσαι; Ναι αδελφοί μου, την ώρα που ο φτωχός λαός πεθαίνει από την πείνα, κάποιοι άλλοι κάτω στην Αθήνα έχουν μεγάλες κοιλιές και μέγαρα…" Τότε ο συνοδικός έξαρχος σηκώνεται να φύγει και δίνει εντολή τους επιτρόπους να σβήσουν τα κεριά, που ήταν αναμμένα στους πολυελέους. Οι επίτροποι εκτελούν την εντολή και ο ναός σκοτεινιάζει. Ο ψάλτης του ναού Ναούμ Σκαρκαλάς φωνάζει: "Μη σβήνετε τα κεριά στους πολυελέους. Εγώ θα τα πληρώσω. Ν΄ αναφθούν όλοι. Σας παρακαλώ. Κρατήστε όλο το μισθό μου. Ανάψτε τους πολυελέους!" Και ο ομιλητής προσθέτει: "Ντροπή. Είναι ντροπή! Ανάψτε κεριά και θα τα πληρώσω εγώ από το πτωχό μου βαλάντιο".  …Όσοι βρίσκονται κοντά στα παγκάρια αγοράζουν κεριά. Δίνουν και σ΄ άλλους που βρίσκονται πιο μπροστά. Μοιράζονται κεριά σ΄ όλο το εκκλησίασμα. Μαζεύονται πέντε-έξι και κάνουν ανθρωποσκάλα· σκαρφαλώνουν ίσαμε τον πολυέλεο. Ανάβουν τα κεριά. Το φως μεταδίδεται παντού. Φωταγωγείται όλος ο κόσμος. Μοιάζει να είναι Ανάσταση. Ήταν τόσα τα κεριά, ώστε μας ερχόταν λιποθυμία. Το κήρυγμα συνεχίζεται…».
           Φαίνεται ότι τα κηρύγματα του έκαναν πολύ εντύπωση τη ζοφερή εκείνη εποχή της κατοχής. Ο Θωμάς Κουντουράς αναφέρει: «Εγώ θυμούμαι τη μητέρα μου που ερχόταν από το κήρυγμα και έκλαιγε στο σπίτι. Έκλαιγε κόσμος πολύς στις εκκλησίες όταν κήρυττε ο π. Αυγουστίνος. Δεν ήταν που χόρταινε το στομάχι μόνο. Χόρταινε τους ανθρώπους και με το κουράγιο που έδινε…». Κατά τον Ιωάννη Θάνο, «Αυτά που έλεγε τα πίστευε βαθειά και ήταν έτοιμος να θυσιαστεί για τον άνθρωπο, για το λαό. Κανένα εμπόδιο δεν τον σταματούσε…»


Β.ΙΔΡΥΣΗ ΕΣΤΙΑΣ ΚΟΖΑΝΗΣ
           Μέσα σε δύο μήνες από την έλευσή του, έχει γίνει γνωστός σε όλη την Κοζάνη. Παράλληλα όμως με τον προφορικό λόγο χρησιμοποιεί και το γραπτό. Και ενώ στην Κοζάνη δεν κυκλοφορεί τότε κανένα τοπικό έντυπο, αυτός εκδίδει και κυκλοφορεί αδιάκοπα ένα θρησκευτικό φυλλάδιο, στο οποίο δίνει κατά καιρούς διάφορα ονόματα: «ΑΓΑΠΗ», «ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΦΤΩΧΟΥ», «ΕΣΤΙΑ ΣΥΣΣΙΤΙΟΥ», «ΕΣΤΙΑ», «ΑΛΗΘΕΙΑ». Ο κόσμος έβλεπε το έργο του και του συμπαραστεκόταν.
Β. Έτσι συσπείρωσε γύρω του έμπιστους συνεργάτες. Απόρροια της δράσης του αυτής και της οργανωτικής του ικανότητας ήταν η ίδρυση της Εστίας Κοζάνης, που οργάνωνε καθημερινά συσσίτια. Στην αρχή συγκέντρωνε 50 μερίδες ημερησίως. Με τα κηρύγματα όμως, την αυστηρή οργάνωση και τη συνεχή προσωπική του ενασχόληση, έφτασε τελικά να μοιράζονται 8000 μερίδες καθημερινά και το έργο του αυτό μάλιστα να επαινέσει και ο Ερυθρός Σταυρός! Στην εφημερίδα «ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» διαβάζουμε το παρακάτω χαριτωμένο περιστατικό, σε χρονογράφημα: «ΕΚΑΤΟ ΔΡΑΜΙΑ ΦΑΚΕΣ»……….

Γ. ΑΤΟΜΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
           Πάνω απ΄ όλα όμως, φρόντιζε να δίνει το σωστό παράδειγμα στους γύρω του.  Μερικά περιστατικά από ανθρώπους που τον έζησαν:


1. Ρακένδυτος
«Ήταν μάλλον ρακένδυτος. Θέλαμε εμείς να του αγοράσουμε ένα ράσο, για να μη φοράει συνέχεια εκείνο το μπαλωμένο.

-Όχι, έλεγε. Καλό είναι αυτό.

Κι όμως ήταν τριμμένος ο γιακάς. Παμπάλαιο πράγμα. Φορούσε άρβυλα, τα ίδια όλα τα χρόνια. Ήταν μάλιστα διαφορετικής καταγωγής το ένα από το άλλο. Είχαν από κάτω πρόκες, κι όταν περπατούσε ακουγόταν: κραπ-κρουπ, κραπ-κρουπ…»
 (Μυλιώνης Αλέξανδρος)


2. Στο φούρνο
«Πρώτη φορά γνώρισα  τον π.  Αυγουστίνο  στο φούρνο... ΄Ηρθε να πάρει ψωμί. Δεν έφθαναν όμως τα χρήματα. Του έλειπαν κάτι ψιλά. Και δεν του έδωσαν ψωμί. Εγώ βρέθηκα εκεί για να πάρω το ψωμί, που ζύμωσα στο σπίτι και τα είχα φέρει να ψηθεί. Προσφέρθηκα να του δώσω ένα κομμάτι. Εκείνος όμως δεν δέχθηκε.

-Υπάρχουν φτωχοί, μου είπε. Μπορείτε να το δώσετε σ΄ αυτούς.
-Σας παρακαλώ, πάτερ, πάρτε λίγο ψωμί. Είναι δικό μου. Εγώ το έχω ζυμωμένο. Πάρτε ένα κομμάτι για να φάτε...

-΄Οχι, όχι... Υπάρχουν φτωχοί· να το δώσετε εκεί. Δεν επέμεινα περισσότερο...»
 (Τζιούτζιου Μαριάνθη)


3. Δεν δέχεται τα κάρβουνα
«Εκείνη την εποχή του χειμώνα ορισμένοι Κοζανίτες είχαν προτείνει στον π. Αυγουστίνο να του δώσουν ένα - δυο τσουβάλια κάρβουνο. ΄Ηταν μόνος του. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Θυμάμαι ειδικά κάποιον που θέλησε να του δώσει ένα τσουβάλι ξυλοκάρβουνα. Ο π. Αυγουστίνος όμως του είπε να τα πάει σε μια οικογένεια που έχει μικρά παιδιά και κρυώνουν, για να ζεσταθούν. Πολλές τέτοιες περιπτώσεις έχω υπόψη μου». (Σταμπουλής Γεώργιος)



4. Δυο κομμάτια μπομπότα
«Μας έλεγαν συχνά από τα σπίτια:

-΄Ο π. Αυγουστίνος είναι πολύ αδύνατος. ΄Εγινε χάλια. Δεν θ΄ αντέξει σ΄ αυτόν το σκληρό αγώνα. Πείτε του και σεις να τρώει κάτι.
Πού τολμούσαμε εμείς να του πούμε κάτι τέτοιο…
Θυμάμαι κάποτε έκανε η μητέρα μου μπομπότα με καλαμποκάλευρο και χόρτα από τον κήπο.
-Πάρε δυο κομμάτια, μου λέει, να τα πας στον π. Αυγουστίνο και μετά να πας στα συσσίτια.
Παίρνω δυο κομμάτια πίττα, με φόβο βέβαια, και πάω στο σπίτι του. Χτυπώ την πόρτα. Σε λίγο τον βλέπω να βγαίνει.
-Τι είναι, παιδί μου; Τι θέλεις;
-Η μητέρα μου σας στέλνει λίγη πίττα.
-Εκεί που πεινάνε. Εκεί που πεινάνε.
Αυτή ήταν η απάντησή του. Δεν είπα κουβέντα. Κοκκίνισα μόνο και γύρισα στο σπίτι.
-Μαμά, μη με ξαναστείλεις. Να τη δώσουμε εκεί που πεινάνε, μου είπε.
΄Ομως κι αυτός πεινούσε. Αλλά αρκούνταν στα νερόβραστα ρεβίθια της Λέσχης»
.
ΣΗΜ.: πρόκειται για τη Λέσχη Δημοσίων Υπαλλήλων Κοζάνης, που είχε τότε τη φήμη ότι είχε το χειρότερο φαγητό. (Δρίζη-Σκρέκα Αικατερίνη)

5. Τα άρβυλα
«Το σπίτι μου στην Κοζάνη ήταν κοντά στο σπίτι που καθόταν ο π. Αυγουστίνος. Τον έβλεπα συχνά να περνάει το δρόμο μπροστά από το σπίτι μας. Είδα μια μέρα με τα ίδια μου τα μάτια να βγαίνουν τα δάχτυλα των ποδιών του έξω από τα παπούτσια. Πήρα τότε ένα ζευγάρι άρβυλα από τον πατέρα μου, που ήταν τσαγκάρης και τα έδωσα στον ιεροκήρυκα. Ύστερα από τρεις ημέρες τον είδα πάλι με τα παλιά άρβυλα.
-Τι έγιναν τα άρβυλα που σας έδωσα πάτερ μου; τον ρώτησα
-Κάποιος άλλος είχε περισσότερη ανάγκη από μένα, μου απάντησε.
Με συγκίνησε τόσο, ώστε δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το γεγονός».
 (Ρόσιου Άννα)

6.Μέτρα για παπούτσια
«Ένα απόγευμα, γύρω στις 5, πέρασε ο πατήρ έξω από τον Τρικούκη, τον τσαγκάρη. Εγώ ήμουνα μέσα στο μαγαζί. Μου λέει ο Γιάννης ο Τρικούκης
-Κώστα δεν φωνάζεις τον πάτερ; Πού πάει;
Βγαίνω έξω, τρέχω από πίσω του και τον φωνάζω: -Πάτερ, πάτερ, μια στιγμή.
-Τι θέλεις παιδί μου, Κώστα;
-Σας ζητάει ο Γιάννης ο Τρικούκης.
-Τι με θέλει;
-Τι να σας πω πάτερ, δεν ξέρω.
Τέλος πάντων, γυρνούμε. Μπροστά ο πάτερ και πίσω εγώ.
-Καλησπέρα κυρ Γιάννη.
-Καλώς τον πάτερ. Ξέρεις τι σκέφθηκα πάτερ;
-Τι;
-Να σε κάνω ένα ζευγάρι παπούτσια.
-Πολύ ευχαρίστως κυρ Γιάννη.
Έβγαλε το δεξιό άρβυλο για να του πάρει μέτρα. Είχε δυο δάχτυλα λάσπη. Το απόγευμα όλο έβρεχε.
Αφού πήρα τα μέτρα ο Γιάννης, του λέει ο πατήρ:
-Κυρ Γιάννη
-Ορίστε πάτερ.
-Κάνω μια παράκληση. Ποιο νούμερο είναι για το πόδι μου;
-Το 42 πάτερ.
-Να κάνω μια ακόμη παράκληση;
-Ό,τι θέλεις πάτερ.
-Εκεί που θα κάνεις ένα ζευγάρι μεγάλα, γίνεται να κάνεις δύο ζευγάρια μικρά;
Ο κυρ-Γιάννης έκανε δυο ζευγάρια παπούτσια και ο πατήρ τα έδωσε σε μικρά παιδιά».
 (Πιαλτού Κωνσταντίνος)


7. Παπούτσια για τους φτωχούς
«Κρατούσα στο σπίτι μου ένα ζευγάρι αρβύλες από τον Αλβανία ακόμη. Όταν είδα ότι ο Αυγουστίνος περπατάει με τρύπια παπούτσια, σκέφθηκα να του δώσω τις αρβύλες μου. Τον συνάντησα και του τις προσέφερα.
-Υπάρχουν κι άλλοι που είναι ξυπόλητοι, μου είπε. Να τις δώσεις σ΄ αυτούς.
-Και πού είναι πάτερ αυτοί; τον ρωτώ.
Με παίρνει τότε και πάμε μαζί πάνω στα Ηπειρώτικα, σε μια φτωχογειτονιά. Μπήκαμε σ΄ ένα σπίτι με πολλά παιδιά, ξυπόλητα τα περισσότερα.
-Εδώ χρειάζονται περισσότερο, μου είπε.
Αφήσαμε εκεί τις αρβύλες και φύγαμε». (Ελευθεριάδης Γεώργιος)

8. Ούτε δοκιμάζει
«Ήταν σχεδόν έτοιμο το φαγητό. Η κ. Κλώνταρη, που είχε περισσότερο θάρρος, απευθύνθηκε στον π. Αυγουστίνο:

-Πάτερ, δοκιμάστε το φαγητό μας.

-Αφού το δοκιμάζετε εσείς, δεν χρειάζεται να το δοκιμάσω κι εγώ.
Αυτά μας είπε και συνέχισε το δρόμο του και τη δουλειά του».
 (Τσιρλιγκάνη Ελένη)

«Ήρθε ο πατήρ μια μέρα που ήταν η σειρά μας να μαγειρέψουμε κι εμείς του είπαμε:
-Πάτερ έλα να δοκιμάσεις τα φαγητά που κάναμε, για να δεις αν είναι καλά.
-Τι ξέρω εγώ απ΄ αυτά; Σεις είστε νοικοκυρές και ξέρετε καλύτερα από μένα.
Εμείς τότε τον ξαναρωτήσαμε:
-Πάτερ, γιατί δεν τρώτε από το δικό μας το φαγητό, που τρώει τόσος κόσμος, και πάτε στη Λέσχη;
-Το δικό μου φαγητό στη Λέσχη ποιος θα το φάει; Αν δεν πάω θα το πετάξουν. Εγώ θα φάω τις νερόβραστες φακές στη Λέσχη κι αυτό εδώ ας το φάει κάποιος φτωχός, που δεν έχει και θα έμενε νηστικός». (Κοντογούνη Θεοδώρα)
«Μια άλλη μέρα θυμάμαι, δυο κυρίες ετοίμασαν, ύστερα από παραγγελία του πατρός, μια γευστική κρέμα και παρακάλεσαν τον πατέρα Αυγουστίνο να την δοκιμάσει και, εάν την εγκρίνει, να ετοιμάσουν την ανάλογη ποσότητα. Ο π. Αυγουστίνος σιωπηλός άπλωσε το χέρι του και έπιασε από τον ώμο έναν μικρό τρόφιμο και τον έφερε μπροστά στις κυρίες.

-Δώστε στο παιδί να δοκιμάσει.
Κι αμέσως μετά απευθύνθηκε στο παιδί.
-Σου άρεσε παιδί μου η κρέμα;
Στην καταφατική απάντηση του παιδιού είπε:
-Να την ετοιμάσετε, αφού άρεσε στο παιδί!
Ο πατήρ ποτέ δεν δοκίμαζε κάτι. Ποτέ δεν τον είδαμε να τρώει». (Καφάση Μίνα)
«Μια φορά είχε υψηλό πυρετό… Πήγα στο σπίτι να του ετοιμάσω ένα τσάι. Θυμήθηκα όμως πως δεν είχε ζάχαρη. Κατέβηκα τρέχοντας στην Εστία και σ΄ ένα χαρτί έβαλα λίγη ζάχαρη. Παρόλο που είχε 39 πυρετό, το αντιλήφθηκε και μου είπε: 
Ποιος σου είπε να πας και να πάρεις ζάχαρη; Η ζάχαρη δεν ανήκει σ΄ εμένα. Είναι για τους φτωχούς. Φέρε μου το τσάι όπως είναι.
Ήπιε το τσάι σκέτο κι εγώ επέστρεψα τη ζάχαρη στην Εστία». (Τιάλιος Κωνσταντίνος)

Δ. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ
           Στη διανομή των συσσιτίων δεν έκανε διακρίσεις. Αντιμετώπισε μάλιστα πολλούς κινδύνους γι΄ αυτό, κατηγορούμενος άλλοτε ως κομμουνιστής, επειδή έτρεφε και κομμουνιστές, και άλλοτε ως φασίστας, επειδή έτρεφε και Βουλγάρους. Όταν τον έφεραν ενώπιον ενός Γερμανού διοικητή (είχαν μάλιστα παρουσιάσει για απόδειξη και τον κατάλογο 500 παιδιών από κομμουνιστικές οικογένειες), στην ερώτησή του:
«-Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί τρέφεις τους κομμουνιστές;»
εκείνος απαντά:
«-Εγώ δεν είμαι ούτε πολιτικός ούτε στρατιωτικός. Είμαι ιερεύς του Υψίστου. Δεν επιτρέπεται να χάνω διακρίσεις. Για να σας εξηγήσω καλύτερα τη θέση μου, θα σας πω μια παραβολή. Είναι στο βουνό μια βρύση. Περνάει ο άγιος, πίνει. Περνάει ο ληστής, πίνει. Πλησιάζει το αρνί, πίνει. Ο λύκος, πίνει. Έρχεται το περιστέρι, πίνει. Το γεράκι, πίνει. Σε κανένα δεν αρνείται να προσφέρει το νερό της. Δεν κάνει διακρίσεις. Κι εγώ ένα ρυάκι είμαι. Μια βρυσούλα μέσα στην πόλη. Τους ταΐζω όλους. Τους ποτίζω όλους. Δεν κάνω διακρίσεις. Αν εσείς έχετε λόγους να κάνετε διακρίσεις, εγώ δεν έχω τέτοιους λόγους.»
           Ο διοικητής, για να σχηματίσει άποψη για το έργο του Αυγουστίνου, επισκέπτεται κι ο ίδιος τα συσσίτια. Μένει έκπληκτος και δίνει εντολή σε Γερμανούς στρατιώτες να εφοδιάσουν την Εστία με πολλά τσουβάλια από αφυδατωμένη πατάτα".(Πηγή:Κατασκηνωση Πρώτης)

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Εκοιμήθη ο Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης

Ο γενναίος και εμψυχωμένος Ιεράρχης Αυγουστίνος, ο θρυλικός Καντιώτης, αφησε την σφραγίδα του στην νεώτερη εκκλησιαστική ιστορία. Πρόκειται για μια μεγάλη σύγχρονη εκκλησιαστική μορφή, που δεν ανήκει σε καμμία ομάδα, αλλά στην οικουμενική ορθοδοξία. Παρα τις διαφωνίες του και τον δημόσιο ελεγχο παρέμεινε μέχρι τέλους πιστός στην επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος. 

Βιογραφικο υπο του Αρχ.Λαυρεντίου Γρατσία

1907: Γεννιέται στις Λεύκες – Πάρου. Οι γονείς του: Νικόλαος (μικρέμπορος) και Σοφία (δασκάλα). Τον βαπτίζουν Ανδρέα.
1915-1925: Υπότροφος στο Γυμνάσιο Σύρου. Αποφοιτά με βαθμό «άριστα». 1925: Εγγράφεται στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. 1929 (Δεκέμβριος): Λαμβάνει το πτυχίο με βαθμό «άριστα». 1929-1934: Μένει με τη μητέρα του στην Ίο των Κυκλάδων για μελέτη και περισυλλογή, και διδάσκει στο Δημοτικό σχολείο.
1934 (Δεκέμβριος): Μιά βροχερή ημέρα, και ενώ βαδίζει σκυμμένος, βλέπει πεσμένο κάτω ένα μικρό ταχυδρομικό φάκελλο. Σκύβει και τον παίρνει από τις λάσπες.
Η έκπληξί του είνε μεγάλη όταν βλέπη ότι ο φάκελλος είνε γι’ αυτόν (έπεσε προφανώς κατά λάθος από τα χέρια του γέροντος ταχυδρόμου της νήσου).
Ανοίγει και διαβάζει. Ο μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας Ιερόθεος τον καλεί να πάη στο Μεσολόγγι και ν
᾽ αναλάβη τη θέσι του γραμματέως της μητροπόλεως. Βλέπει το πράγμα ως κλήσι Θεού καὶ υπακούει αμέσως.
1934 (Χριστούγεννα): Ο Ανδρέας Καντιώτης του Νικολάου είνε ο μοναδικός ταξιδιώτης προς Πειραιά, μέσα στό πλοίο της άγονης γραμμής, και ο πλοίαρχος απορεί.
1934-1941: Αναλαμβάνει τη θέσι του πρωτοσυγκέλλου στη μητρόπολι Αιτωλοακαρνανίας. Κάνει το πρώτο κήρυγμά του στο Μεσολόγγι. 1935: Γίνεται μοναχὸς καὶ παίρνει το όνομα Αυγουστίνος. Χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Ακαρνανίας Ιερόθεο.
1941: Μετατίθεται στη μητρόπολι Ιωαννίνων και υπηρετεί ως ιεροκήρυξ. 1941 (Χριστούγεννα): Μπροστὰ στούς Ιταλούς κατακτητάς και χοροστατούντος του μητροπολίτου Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου, μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών, κηρύττει από τον άμβωνα πατριωτικά.
Οι Ιταλοί,
ἐνωχλημένοι, εκδίδουν ένταλμα συλλήψεώς του. Ο δεσπότης, για να τον προστατεύση, δεν του επιτρέπει να κηρύττη. Τότε ο ιεροκήρυκας, βλέποντας ότι η παραμονή του στα Ιωάννινα περιττεύει, αφήνει εκεί τη μητέρα του και εν καιρώ χειμώνος φεύγει. Οι Ιταλοί σε έφοδο, που κάνουν στο σπίτι του, δεν τον βρίσκουν και συλλαμβάνουν τη γερόντισσα μητέρα του. 1942: Έρχεται στη Μακεδονία. Στα Γιαννιτσά μαθαίνει, από Έλληνα αστυνομικό, για το ένταλμα συλλήψεώς του που έχουν εκδώσει οι Ιταλοί. 1942: Στα Γιαννιτσά ο μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης Παντελεήμων τον χειροτονεί πρεσβύτερο.
1942: Μετατίθεται στη μητρόπολι Θεσσαλονίκης και από κεί παίρνει διαδοχικές αποσπάσεις στο Κιλκίς, στη Βέροια, στην Έδεσσα και στη Φλώρινα.
Στη Φλώρινα ελέγχει από του άμβωνος το μητροπολίτη του Βασίλειο, διότι έμενε στην Αθήνα και πήγαινε εκεί μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, ενώ η προπαγάνδα στην επισκοπή του ωργίαζε. Ο μητροπολίτης ενημερώνεται τηλεφωνικώς και το
ῦ στέλνει την απόλυσί του τηλεγραφικώς.
Με την απομάκρυνσι όμως από τη Φλώρινα ο Θεός σώζει τον ιεροκήρυκα Αυγουστίνο από άλλο μεγαλύτερο κακό. Οι Γερμανοί κατακτηταί συλλαμβάνουν 10 πατριώτες και τους κρεμούν έξω από το χωριό Πρώτη – Φλωρίνης· θα ήταν μεταξύ των απαγχονισθέντων.
1943-1945: Μετατίθεται στην Κοζάνη. Ο επίσκοπος Κοζάνης Ιωακείμ Αποστολίδης έχει βγει στα βουνά. Τα χωριά καίγονται απο τους Γερμανούς και ο λαός καταφεύγει στην πόλι. Η πείνα και ο θάνατος παραμονεύουν. Ο ιεροκήρυκας Αυγουστίνος, τη δύσκολη εκείνη ώρα, εμφανίζεται ως άγγελος Θεού και σώζει την πόλι.
Κάνει συσσίτια, που φτάνουν μέχρι και 8.150 πιάτα την ημέρα. Είνε ένα θαύμα, που ο ίδιος το αποδίδει στον άγιο Νικόλαο, πολιούχο της Κοζάνης. Οι Γερμανοί πολλές φορές τον δικάζουν για να τον εκτελέσουν, ο Θεός όμως τον προστατεύει. 1945-1947: Μετατίθεται στη μητρόπολι Γρεβενών.
1947-1950: Επιστρατεύεται ως στρατιωτικός ιερεύς και ιεροκήρυξ, και υπηρετεί το Β΄ Σώμα Στρατού που εδρεύει στην Κοζάνη. 1949: Από τὸν άμβωνα του στρατιωτικού ναού Αγίου Αθανασίου Κοζάνης, παρουσία των αρχών, απαγορεύει να ψαλή το Πολυχρόνιον του βασιλέως Παύλου, που ήταν τότε παντοδύναμος.

Στο κήρυγμά του τον ονομάζει όχι «ευσεβέστατον», όπως έλεγε το Πολυχρόνιον, αλλά ασεβέστατον, και τον ελέγχει, γιατί υπέγραψε διάταγμα, με το οποίο η μασονία εμφανιζόταν ως φιλανθρωπικό ίδρυμα και θα έπρεπε να ενισχύεται ακόμα και από τους ιερούς ναούς και τις ιερές μονές. Η θαρραλέα αυτή φωνή, από τη θέσι μάλιστα του στρατιωτικού ιερέως, εσήμαινε αρχή νέων διωγμών και περιπετειών για τον   ιεροκήρυκα Αυγουστίνο. Τελικά ο βασιλεύς αναγνωρίζει το λάθος και ανακαλεί την υπογραφή του από το φιλομασονικό διάταγμα και παύει κάθε διωγμός του ιεροκήρυκος. 1950 1951: Μετατίθεται στη μητρόπολι Καρυστίας με έδρα την Κύμη – Ευβοίας. 1951-1967: Ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων Βλάχος τον διορίζει ιεροκήρυκα της αρχιεπισκοπής Αθηνών. Η περίοδος αυτή είναι καιρός μεγάλης πνευματικής δράσεως καί αγώνων, αλλά και διωγμών και περιπετειών του ιεροκήρυκος. 1964: Εισάγεται στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» των Αθηνών για μία εγχείρησι. Παθαίνει μόλυνσι και φτάνει στα πρόθυρα του θανάτου.
Κλήρος, μοναστήρια και πιστός λαός προσεύχονται. Οι γιατροί, παρ’ όλες τις προσπάθειες, σηκώνουν τα χέρια και λένε, ότι μόνο ένα θαύμα μπορεί να τον επαναφέρη. Προβλέπουν μάλιστα την  ώρα του θανάτου και την κρίσιμη «τελευταία» νύχτα στέλνουν ένα νεαρό γιατρό να μείνη δίπλα του μεχρι το επερχόμενο τέλος. Το θαύμα γίνεται. Η ώρα, που από τους γιατρούς ωρίστηκε ως ώρα θανάτου, ήταν η ώρα που ο υψηλός πυρετός έπεσε απότομα και άρχισε η βελτίωσις. Μετά απο 60 μέρες νοσηλείας βγαίνει από το νοσοκομείο. Ο ίδιος απορεί με δέος· Γιατί, Θεέ μου, μου παρατείνεις τη ζωή; τι μου επιφυλάσσεις;
1965: Η Ιερά Σύνοδος του απαγορεύει το κήρυγμα σε όλη τη χώρα, γιατί ελέγχει κάποιους μητροπολίτες για σκάνδαλα και κάνει αγώνα εναντίον του μεταθετού των επισκόπων που οι ιεροί κανόνες απαγορεύουν. Ξεσηκώνεται ο λαός και σύσσωμος ο τύπος, συμπολιτεύσεως και αντιπολιτεύσεως, τάσσονται στο πλευρό του.
Η Ιεραρχία, βλέποντας τις αντιδράσεις, αναγκάζεται να ανακαλέση εσπευσμένως την απαγόρευσι.
1967 (Μάιος): Γίνεται το απροσδόκητο· ὁ ήλιος ανατέλλει ―όπως ο ίδιος λέει― από τη δύσι! Ο δυσάρεστος ιεροκήρυκας, που ήταν συνεχώς υπό διωγμόν λόγω του ελέγχου που ασκούσε, προάγεται σε επίσκοπο και εκλέγεται μητροπολίτης Φλωρίνης.
1967-2000: Υπηρετεί 33 χρόνια την ακριτική μητρόπολι Φλωρίνης με κάθε θυσία, και παραιτείται το 2000.
2010: Συμπληρώνει 10 έτη μετά τήν έξοδο από την ενεργό διακονία. Διανύει σήμερα το 104ο έτος της ηλικίας του.
Εκκλησιάζεται στην ιερά μονή Αγίου Αυγουστίνου επισκόπου Ιππώνος Φλωρίνης, που είνε το τελευταίο έργο της αρχιερατείας του, και δίδει την ευλογία του στους πιστούς.

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Επίτιμος Διδάκτωρ στην Νέα Υόρκη ο Καθηγητής κ.Χρήστος Γιανναράς


Στις 14 Σεπτεμβρίου, εορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στην Ακαδημία του Αγίου Βλαδιμήρου στην Νέα Υόρκη θα απονεμηθεί στον Καθηγητή κ.Χρήστο Γιανναρά ο τίτλος του Επιτίμου Διδάκτορος. Ο Καθηγητής κ.Γιανναράς είναι συγγραφέας δεκάδων βιβλίων και μελετών γύρω απο την  ορθόδοξη εννοια του ηθους με αναφορές στις σύγχρονες φιλοσοφικές και ψυχολογικές αναζητήσεις. Στην πανηγυρική τελετή ο Καθηγητής κ.Γανναράς  θα απευθυνθεί στους παρευρισκομένους ομιλών καταλλήλως.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Η Εκκλησία τιμά τον Χρόνη Αηδονίδη

Τον Θρακιώτη Χρόνη Αηδονίδη τίμησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνός, στην γενέτειρά του Καρωτή Διδυμοτείχου. Ο Σεβασμιώτατος μιλώντας για τον καλλιτέχνη, είπε: Ο Χρόνης Αηδονίδης, γεννημένος από πατέρα Ιερέα, ο οποίος του έδωσε τα πρώτα μαθήματα ψαλτικής, πήρε και από την καλλίφωνη μητέρα του Χρυσάνθη την αγάπη για την παραδοσιακή μουσική. Τέλος, σημείωσε τη συμβολή του στη διατήρηση της παραδοσιακής θρακικής μουσικής που έχει τις ρίζες της στον Ορφέα και του απένειμε τιμητική διάκριση.
Για το μουσικό του δάσκαλο μίλησε επίκαιρα ο Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού Ναού Διδυμοτείχου και καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής κ. Χρήστος Κισσούδης. Με σεμνότητα αντιφώνησε ο τιμώμενος, ο οποίος με καταφανή συγκίνηση ευχαρίστησε τον Μητροπολίτη για την τιμητική αυτή εκδήλωση και σημείωσε ότι ενώ έχει πολλές διακρίσεις, αυτή είναι η πρώτη που δέχεται από την Εκκλησία και μάλιστα στον τόπο που γεννήθηκε, εκεί που ανετράφη από τον ιερέα πατέρα του και είχε τα πρώτα μουσικά ακούσματα στο αναλόγιο αυτού του ίδιου Ναού.
Παρόντες ήταν ο Δήμαρχος Διδυμοτείχου κ. Χρ. Τοκαμάνης, ο Πρόεδρος του δημοτικού διαμερίσματος Καρωτής και ο Διοικητής της Στρατιωτικής Μονάδος που εδρεύει στην Καρωτή, ενώ ακολούθησε στο προαύλιο του Ναού μουσικοχορευτική εκδήλωση και δεξίωση.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Κώστας Γαβράς:Το έλλειμμα της Ελλάδας είναι η παιδεία

Της Μαριας Κατσουνακη
Το πρώτο πληθυντικό με το δεύτερο μπερδεύονται συχνά όταν μιλάει ο Κώστας Γαβράς για την Ελλάδα. Λέει για παράδειγμα άλλοτε «να προσπαθήσουμε» και άλλοτε «να προσπαθήσετε». Ο διχασμός, για έναν άνθρωπο που ζει πάνω από μισόν αιώνα στο Παρίσι, είναι αναπόφευκτος. Πρωί Σαββάτου, πριν από δύο εβδομάδες, στην οδό Saint Jacques, στο Quartier Latin, στο σπίτι του σκηνοθέτη, κυριαρχούσε μια οικογενειακή θαλπωρή. Παρά τις ενστάσεις του ότι ζει σαν εργένης -η σύζυγός του Μισέλ ήταν με τα εγγόνια τους στα χιόνια- μοσχομύριζε η σούπα που είχε ετοιμάσει για τον ασθενή γιο του, Ρομάν. Ο 28χρονος δημοφιλής ήδη κινηματογραφιστής (με διακεκριμένη καριέρα στον χώρο του βιντεοκλίπ και της διαφήμισης) αναλάμβανε από ένα περαστικό κρυολόγημα.

«Για το γεύμα μας θα διαλέξουμε ό,τι θέλουμε από τον Ιταλό», μου πρότεινε ο Κώστας Γαβράς και βγήκαμε παρέα στη γειτονιά. Ο Ugo, όπως επιγράφεται το μικρό, ατμοσφαιρικό, παντοπωλείο, μια μινι ντελικατέσεν με επιλεγμένες ιταλικές λιχουδιές, ήταν... δοκιμασία. Περιοριστήκαμε, με δυσκολία, σε τέσσερα πιάτα. Βοήθησε και το γεγονός ότι ήταν 12.30 το μεσημέρι και κανείς δεν πεινούσε ιδιαίτερα.

Μεταφερόμαστε στο λουσμένο στο φως, ευρύχωρο καθιστικό της οικογένειας Γαβρά, που βλέπει σε μια χαρακτηριστική παριζιάνικη εσωτερική αυλή. «Ηθελα να συζητήσουμε για την εικόνα της Ελλάδας αυτόν τον καιρό...», λέω μπροστά στο στρωμένο τραπέζι. «Τρομερή», με διακόπτει πριν προλάβω να ολοκληρώσω την ερώτηση «Οι εφημερίδες είναι γεμάτες από άρθρα και κείμενα αυτόν τον καιρό. Γίνεται όμως και κάτι καλό παράλληλα. Εχουν αρχίσει να σχολιάζουν ότι αναξιόπιστοι δεν είναι μόνον οι Ελληνες. Αλλά τις πρώτες εβδομάδες ντρεπόταν κανείς να βγει έξω. Με είχαν καλέσει στο ραδιόφωνο να μιλήσω για την Γαλλική Ταινιοθήκη (σ.σ.: είναι πρόεδρός της) και συνεχώς με ρωτούσαν για την Ελλάδα».

- Τι απαντούσατε;- Οτι περνάμε πολύ κακές στιγμές, ότι ο λαός θα υποφέρει πολύ, αλλά πιστεύω ότι όπως έγινε στους Ολυμπιακούς Αγώνες όπου όλος ο κόσμος προεξοφλούσε ότι θα αποτύχουμε κι εμείς τα καταφέραμε, γιατί ο καθένας συμμετείχε με τον τρόπο του και τις δυνάμεις του, έτσι θα γίνει και τώρα. Δεν είναι μόνον οι Ελληνες υπεύθυνοι σε αυτήν την ιστορία. Ολοι ήξεραν και ο Μπαρόζο ήξερε. Ομως, σε γενικές γραμμές, η εικόνα είναι πολύ κακή. Ο ίδιος ο Παπανδρέου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση. Γράφουν ότι βρέθηκε σε μια κατάσταση που δεν την περίμενε καθόλου και προσπαθεί να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να τη χειριστεί. Τον δέχτηκαν εδώ ως άνθρωπο αξίας και ισότιμα. Τον ξέρω λίγο τον κ. Παπανδρέου και νομίζω ότι τον καταλαβαίνω. Οταν επιστρέφουμε οι Ελληνες από το εξωτερικό έχουμε μάθει έναν άλλον τρόπο να ζούμε και να αντιδρούμε στις καταστάσεις. Εχουμε ένα πρόβλημα: δεν είμαστε αφομοιωμένοι στον ελληνικό τρόπο ζωής. Να απαντάμε, να μιλάμε με τους άλλους, με έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας και συμπεριφοράς.

Για τις απεργιακές κινητοποιήσεις που προκαλούν τα οικονομικά μέτρα, η κρίση του Κώστα Γαβρά είναι ψύχραιμη: «Τα συνδικάτα πρέπει να είναι εντελώς ελεύθερα, πιστεύω, σε μια κοινωνία γιατί διαφορετικά γίνεται «σοβιετικό» το μοντέλο. Είδα δύο πράγματα που με ενδιέφεραν σε ελληνικό ρεπορτάζ: κάποιον που έλεγε, «μα εμείς δεν φταίμε για ό,τι συμβαίνει, εγώ δεν έκλεψα κανέναν, δεν είναι δικό μου το λάθος, γιατί να πληρώσω;». Και τον άλλον που υποστήριζε πως «έχουμε ένα πρόβλημα, πρέπει να το λύσουμε όλοι μαζί». Η Ελλάδα είναι ανάμεσα στα δυο. Πιστεύω όμως ότι θα πρέπει να ενωθούν οι δύο πλευρές για να βγείτε από αυτή την κατάσταση. Τα συνδικάτα πρέπει να βρουν τη δύναμη να πουν στους εργαζομένους: δεν υπάρχει άλλη λύση, πρέπει να δουλέψουμε όλοι προς μία κατεύθυνση. Το πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί έχουν μια πολύ κακή εικόνα και όλοι λένε «γιατί να πληρώσω εγώ;». Και έχουν δίκιο. Δεν επιλέγουμε τους πολιτικούς για να πλουτίζουν αλλά για να εργάζονται».


Nα αλλάξουμε την εικόνα μας

- Είμαστε υπεύθυνοι για την εικόνα που έχει δημιουργηθεί ή είναι ώς ένα βαθμό κατασκευασμένη;

- Ελληνες είναι που ευθύνονται αλλά όχι όλοι ασφαλώς. Οι ορισμένοι που άφησαν να φτάσουν τα πράγματα ώς εδώ. Αν δεν αλλάξει η εικόνα, όμως, τότε θα φταίμε όλοι μας.

- Νιώσατε άσχημα με ό,τι ακούγατε;

- Πάρα πολύ. Ως Ελληνας. Οταν ήμουν φοιτητής στο Παρίσι είχα ακούσει ότι στο Λαρούς, δίπλα στο λήμμα Ελληνας έγραφε «χαρτοκλέφτης». Με προσπάθεια αφαιρέθηκε ο χαρακτηρισμός. Μου ξανάρθε πάλι, τώρα, αυτή η εικόνα στο μυαλό. Η κυβέρνηση έχει ιστορική ευθύνη για να αλλάξει την εικόνα.

- Ποιο είναι το μεγάλο έλλειμμα αυτή τη στιγμή, κατά τη γνώμη σας;

- Η παιδεία. Πιστεύω ότι κάποιος πρέπει να εξηγήσει στον κόσμο τι είναι αυτό το πρόβλημα και πώς μπορεί να το αντιμετωπίσει. Χρειάζεται μια πιο συστηματική ενημέρωση των πολιτών, πιστεύω. Και, κυρίως, πιο ψύχραιμη. Πέρα από το δράμα, το οποίο ούτως ή άλλως είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να προσελκύσεις την προσοχή. Και, βέβαια, χρειάζεται συνεργασία ανάμεσα στα κόμματα. Γιατί αν αρχίσουν οι αντιπαραθέσεις φοβάμαι ότι και ο κόσμος θα αρνηθεί να συνεργαστεί. Η κακή εικόνα δημιουργείται σε δύο μέρες. Η καλή, θέλει χρόνια... Πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να βοηθηθεί αποτελεσματικά από την καλλιτεχνική παρουσία της στο εξωτερικό. Η τέχνη είναι το μεγάλο όπλο. Οταν έγινε στο Παρίσι η έκθεση με εικόνες του Αγίου Ορους, όλοι μιλούσαν γι' αυτό. Δεν έχουμε άλλη δυνατότητα. Πρέπει να αντεπιτεθεί η Ελλάδα με τον πολιτισμό της και μάλιστα με τον σύγχρονο πολιτισμό της. - Τι σας ενοχλεί πιο πολύ στην σημερινή Ελλάδα;

- Η superficiallite (σ.σ.: επιδερμικότητα σε ελεύθερη μετάφραση) με την οποία ανταποκρινόμαστε στα προβλήματα και στις σχέσεις. Και η ιδέα ότι η επιτυχία περνάει από τα λεφτά. Με ρωτάνε τι αυτοκίνητο έχω και όταν τους απαντώ, χάνω αμέσως το 50% του θαυμασμού!.. Η φιλοσοφία της επιτυχίας των χρημάτων. Και στη Γαλλία υπάρχει, αλλά μετράει περισσότερο η ποιότητα ζωής και όχι η ποσότητα των αγαθών που κατέχουμε.

Ζούμε στην ιντερνετική εποχή της μονοκουλτούρας

Τσιμπολογούσαμε όσο κράτησε η συνάντηση. Χωρίς ιδιαίτερη ζέση. «Μήπως θέλετε επιδόρπιο;», προσφέρθηκε ο Κώστας Γαβράς, ως φιλόξενος οικοδεσπότης. Αλλά ήδη ο ελληνικός κινηματογράφος και το «Avatar» είχαν τραβήξει την προσοχή μας.

Είδε τον βραβευμένο «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου, στο πλαίσιο της εβδομάδας ελληνικού κινηματογράφου που οργάνωσε η πρεσβεία στο Παρίσι. «Σημαντική ταινία όχι όμως ο δρόμος που πρέπει να πάρει ο κινηματογράφος. Είναι σοβαρό που υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν φωνές όπως του Λάνθιμου».

Στο «Avatar» αφιερώνουμε το τέλος της κουβέντας μας. «Είναι ένα εξαιρετικό τεχνικό επίτευγμα», σχολιάζει ο Κ. Γαβράς. «Από την άλλη, είναι μακρύ. Το παρατραβάει ο Κάμερον ανακυκλώνοντας όλα τα θέματα με τα οποία ασχολείται ο αμερικανικός κινηματογράφος. Αν μπορεί όμως κανείς να γυρίσει το Avatar, σημαίνει ότι μπορούμε να τα κάνουμε όλα. Δεν υπάρχει όριο. Το μεγάλο επίτευγμα του φιλμ είναι ότι σε βάζει σε έναν άλλον κόσμο, αλλά κάποια στιγμή λες «φτάνει· τώρα θέλω να φύγω». Γίνεται βασική αλλαγή στο σινεμά τεχνικά. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα: όλα τα κράτη, όλες οι κοινωνίες παράγουν ταινίες, ντοκιμαντέρ ή φιξιόν. Πολύ θετικό αυτό γιατί, έτσι, όλος ο κόσμος διηγείται τις ιστορίες του».

- Ιντερνετ ή εφημερίδες κ. Γαβρά;
- Κοιτάξτε. Το δραματικό είναι ότι όλοι ασχολούνται πια με ένα πράγμα. Ενώ αν ξεφυλλίσεις την εφημερίδα αναγκαστικά θα πέσει το μάτι σου και σε άλλα. Θα τα δεις όλα. Ενώ με το Ιντερνετ κάνεις πάντα μια επιλογή. Εχουμε μπει σε μια περίοδο μονοκουλτούρας, μονοκαλλιέργειας.
- Σας ξεπερνάει η εποχή; Νιώθετε να μένετε πίσω;
- Α, είμαι πίσω. Το νιώθω ότι είμαι πίσω. Οταν βλέπω την εγγονή μου, εννέα χρόνων, να μπορεί να κάνει τα πάντα με τον υπολογιστή...
- Είναι μελαγχολικό το συναίσθημα;
- Λίγο, ίσως. Αλλά ο κόσμος αλλάζει και αυτό είναι αναπόφευκτο. Απλώς μέσα στο αναπόφευκτο πρέπει να τους βοηθήσουμε να διαλέξουν το καλύτερο. Οχι το χειρότερο. Γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να πηγαίνουν προς το πιο απλό, που είναι συχνά το χειρότερο.

Η αγιοποίηση του χρήματος επικρατεί παντού στην κοινωνία

Οποια συζήτηση και αν ανοίξουμε με τον Κώστα Γαβρά, επιστρέφει, εμμονικά σχεδόν, στο θέμα της παιδείας. «Εάν κανείς έχει να προτείνει κάτι άλλο, ας το πει. Εγώ πάντως χρόνια ολόκληρα που μιλάω με ανθρώπους μόνο γι' αυτό λέμε. Για τίποτε άλλο. Κι αν αλλάζει κάτι στον κόσμο -πολύ αργά πάντα- είναι μόνον όταν μαθαίνουν τα παιδιά να συμπεριφέρονται διαφορετικά».

«Υπάρχει πολυπληθές κοινό για όλα τα πολιτιστικά γεγονότα στο Παρίσι, παρατηρώ, στην Ελλάδα ανακυκλώνονται οι ίδιοι άνθρωποι, μερικές χιλιάδες έστω αλλά «ίδιοι», στα θέατρα, στις εκθέσεις, στα φεστιβάλ…». «Είναι κι αυτό ζήτημα παιδείας», απαντά. «Πρέπει να σας πω ότι ήδη πάμε με τα εγγόνια μου στο μουσείο. Πάμε και ξαναπάμε. Κάποια πράγματα τα χαζεύουν, άλλα δεν τους ενδιαφέρουν, βαριούνται. Ετσι όμως εκπαιδεύονται όχι σαν θεατές αλλά σαν άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την κουλτούρα.

- Αυτού του τύπου η εκπαίδευση ξεκινάει από το σχολείο, φαντάζομαι.

- Ακριβώς. Από εκεί αρχίζει. Επί Ζακ Λανγκ μπήκε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα με προβολές ταινιών στα σχολεία σε συνεργασία με την Ταινιοθήκη. Πρέπει νομίζω να μάθουν τα παιδιά και οι νέοι τι βρίσκεται πίσω από τις εικόνες. Ζούμε σε μια εποχή που είμαστε γεμάτοι εικόνες. Από την τηλεόραση, από παντού. Πρέπει να μάθει, λοιπόν, κάποιος να επιλέγει. Γιατί αν δεν μάθει είναι έρμαιο στα χέρια εκείνων που κατασκευάζουν τις εικόνες και τον χρησιμοποιούν όπως θέλουν.........


Μου λείπει η γλώσσα

- Τι νοσταλγείτε από την Ελλάδα;

- Ακούω διαρκώς ελληνική μουσική. Μου λείπει η γλώσσα. Με φέρνει πίσω στη νεότητα. Οταν έρχομαι στην Ελλάδα, ο τρόπος που με υποδέχονται, είναι συγκινητικός. Η ιστορία με το βίντεο πήρε τόσες διαστάσεις που ξαφνιάστηκα. Με σταματούσε κόσμος στο δρόμο να μου μιλήσει με θυμό για την εκκλησιαστική περιουσία. Κάποιοι, που δεν γνώρισα ποτέ, με κέρασαν ένα γεύμα στο Λαύριο, πηγαίνοντας προς τη Τζια. «Σας λένε «μπράβο» και πληρώνουν το λογαριασμό», μου είπε το γκαρσόνι. «Συνεχίστε», μου φώναζαν μέσα από τα αυτοκίνητα... Μικρά πράγματα που δημιουργούν αυτό που λέμε νοσταλγία.

- Την τελευταία δεκαετία έχετε ασχοληθεί με όλα τα μεγάλα θέματα: Εκκλησία («Αμήν», 2002), ανεργία («Το τσεκούρι», 2005), μετανάστευση («Παράδεισος στη Δύση», 2009). Τι σκέφτεστε για την επόμενη ταινία σας;

- Τα έχω ακουμπήσει... Δεν έχω ασχοληθεί. Για να είμαστε ακριβείς. Τώρα, τι να σας πω; Είναι ένα μεγάλο ζήτημα που με απασχολεί. Το χρήμα. Σαν μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων. Τους ένωσε και έγινε εχθρός τους. Η αγιοποίηση του χρήματος επικρατεί παντού στην κοινωνία. Είναι ένα μεγάλο θέμα, αλλά πρέπει να βρεθεί η ιστορία. Πάνω σε αυτό δουλεύω αυτόν τον καιρό. Με τον «Παράδεισο στη Δύση» δεν ήρθαν ίσως τα πράγματα όπως περίμενα... Αν και είναι μια ταινία που έχει μια δική της, παράλληλη, ζωή... Γιατί, λοιπόν, το ένα φιλμ πίσω από το άλλο;

- Γιατί αυτή είναι η δουλειά σας…

- Οχι δεν είναι η δουλειά μου. Είναι ανάγκη.............................................................................................

Η συνάντηση

Το γεύμα έγινε στο σπίτι του Κώστα Γαβρά στο Παρίσι. Προμηθευτήκαμε τα απαραίτητα από το ιταλικό εστιατόριο της γειτονιάς τον Ugo (241, rue Saint Jacques). Σολομό, μια σαλάτα ντομάτα μοτσαρέλα, κρέπα με ρικότα, μικρές σφολιάτες με κουνουπίδι. Σύνολο: 22,86 ευρώ. Με δυσκολία δέχτηκε να πληρώσω γιατί με τον «Ιταλό» έχουν μηνιαίο λογαριασμό.

Πηγή:Καθημερινή