Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Δημήτριος Κουτρουμπής: ο γέροντας της Βουλιαγμένης

Η ζωή του Δημητρίου Κουτρουμπή μού ήταν γνωστή πολύ πριν γνωρίσω το πρόσωπό του. Από τις διηγήσεις της καθηγήτριας στο Αρσάκειο Ψυχικού και φίλης μου Βασιλικής Βώκα, ήξερα πως στη Βουλιαγμένη ζει ένας ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος διαβάζει τις νύχτες ως αργά, έχει ταξιδέψει πολύ, κι ενδιαφέρεται μεταξύ άλλων για τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Ήξερα επίσης ότι μια ιδιομορφία στο πόδι, μια επίκτητη «ατέλεια», είχε περιορίσει τον ηλικιωμένο κύριο μόνιμα σχεδόν σε μια πολυθρόνα.
Η πραγματική συνάντηση με τον Δημήτριο Κουτρουμπή έγινε κατά τη διάρκεια ενός γεύματος στο σπίτι της Βουλιαγμένης, το καλοκαίρι του 1978. Η πρόσκληση είχε χαρακτήρα impromptu. Από τους συνδαιτυμόνες θυμάμαι φυσικά την Βασιλική Βώκα και την Avril Bruten, καθηγήτρια στην Οξφόρδη. Ο οικοδεσπότης ήταν ντυμένος με κομψότητα. Φορούσε ρολόι με καδένα. Τα μακριά ψαρά γένια του δέσποζαν. Κυρίως όμως ήτανε η φωνή του. Θα την έλεγα λυρική και παιχνιδιάρικη μαζί. Αλάφραινε τον αξιόλογο σωματικό όγκο του Κουτρουμπή, όπως αλάφραινε – αυτό αργότερα το κατάλαβα – και διάνθιζε μ’ ένα λεπτό ωραϊστικό χιούμορ και τις πιο ερεβώδεις και σκοτεινές πλευρές της ζωής των ανθρώπων. Η φωνή κελαηδούσε μ’ εφηβικότητα κατά τη διάρκεια του γεύματος σπάζοντας τους πάγους, υψώνοντας το ευτελές ινδικό μου φουστάνι σε κάτι πριγκηπικό. Υπήρχε μια διάχυτη μουσική την οποία μετέφερα σπίτι μου. Αυτή η χαμένη άρρητη μελωδία την οποία υπέβαλλε με τρόπους μυστικούς και μυστήριους στους συνομιλητές του ο Κουτρουμπής, η πολύτιμη αποσκευή που συναποκόμισα εκείνη την πρώτη φορά και τις άλλες που ακολούθησαν. Φεύγοντας, μου είπε να μη χαθώ ή κάτι τέτοιο.
Και έκτοτε, δεν ξέρω ακριβώς πώς, έγινα ένας από τους habitués του σπιτιού της Βουλιαγμένης. Και δεν ξέρω τι πιο πολύ μου άρεσε: το να πηγαίνω – ενίοτε – με κάποιο αντίδωρο ή ενθύμιο από τα ταξίδια μου που γινότανε δεκτό μ’ ενθουσιασμό πάντα, μ’ επιφωνήματα ενθουσιασμού και αγάπης- το να μένω, εισπνέοντας τις πλούσιες σιωπές που μου προσφέρονταν και τα μαθήματα, ή το να φεύγω, ενώ με ακολουθούσε μέχρι το μπαλκόνι η παρουσία του αγαπητού γέροντα που μου έγνεφε φιλικά μέσ’ από τη βυσσινιά ρόμπα του; Νομίζω αυτό. Αυτό το βλέμμα που έριχνα πίσω, τα γένια που δέσποζαν, ο χαιρετισμός, το μεγάλο σώμα στην κουπαστή, μια έκταση χάριτος, κατόπιν το κατηφόρισμα από την Ευρυδίκης, μέσα στη σιωπή, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, ίσως μια κουκουβάγια – από τις τελευταίες- ένας σκύλος ή μια γάτα, κάποιο ταξί που θα μ’ έφερνε στο Ψυχικό, η μεγάλη συγκίνηση, μελαγχολία μπορεί, αλλά κυρίως αυτή η ευταξία, η πεποίθηση ότι υπήρχε τάξη, ήμουνα μέσα στην τάξη, όχι χάος, αλλά τάξη άγνωρη. Όχι κακοφωνία, αλλά μάλλον δυσανάγνωστη μουσική γραφή…
Το δωμάτιο στο οποίο με δεχόταν ο Δημήτριος Κουτρουμπής βρισκόταν στο ρετιρέ μιας πανύψηλης πολυκατοικίας∙ από κει που καθόμασταν, το σπίτι είχε λογικό ύψος, κι έβλεπε σ’ ένα λόφο, που ο Κουτρουμπής τον θυμόταν κατάφυτο. Απ’ την άλλη πλευρά, εξ αιτίας της κατωφέρειας του εδάφους, το σπίτι ήταν πανύψηλο. Είχε πανοραμική θέα σ’ όλο τον όρμο και τη μαρίνα της Βουλιαγμένης κι ακόμη πιο μακριά. Κρεμασμένη στο μπαλκόνι ένιωθα να πλέω σε αερόστατο. Παρ’ όλα αυτά, σ’ εκείνα τα ύψη φώλιαζαν πάμπολλα μυρμήγκια που τον αναστάτωναν με τις ατασθαλίες τους.
Ο Δημήτριος Κουτρουμπής καθόταν σε μια απλή μπερζέρα με κάλυμμα κοκκινωπό. Σ’ ένα μικρό σκαμπώ ακουμπούσε το πονεμένο του πόδι. Μπροστά υπήρχε ένα τραπέζι ή μάλλον μια μακρόστενη τάβλα σε δυο επίπεδα με μικρά βιβλία, τ’ αναγκαία του καπνίσματος και κάποια μικροαντικείμενα. Απέναντί του, μία πολυθρόνα για τον συνομιλητή του. Στους τοίχους και κάτω, σε μικρές χαμηλές βιβλιοθήκες υπήρχαν βιβλία. Μερικές καρέκλες. Όλα ήταν απλά και απέριττα. Αυστηρά και τρυφερά λειτουργικά. Ο,τιδήποτε περιττό θα ήταν λάθος.
Εκεί παίρναμε το τσάι μας ή πίναμε το γιατρικό που προτιμούσε ο Κουτρουμπής, τζιν με πορτοκαλάδα. Εκεί το σούρουπο, έπεσε πάμπολλες φορές πάνω μου σα δίχτυ μαγικό κι ένιωσα κάποια δύναμη να με παίρνει και να με συνεπαίρνει μέσα σε μια σίγουρη μοναξιά που μοναξιά δεν ήτανε αφού ήξερα πως ο γέροντας δε με αφήνει από κοντά του και με παρατηρεί μέσα από τα σύννεφα του τσιγάρου του. Κάπνιζε ασταμάτητα. Τα λεπτά χορευτικά δάχτυλα, κιτρινισμένα, μουσικότατα, θα άναβαν το ένα μετά το άλλο τα Καρέλια, σκέτα. Κάποια στιγμή ένα εμβόλιμο PLAYER’S για να σπάσει η μονοτονία. Θα με κοίταζε ατελείωτα χωρίς να λέει λέξη, χωρίς να λέω λέξη. Στη σιωπή του λέξη δε χωρούσε. Του πήγα τα ποιήματά μου να τα διαβάσει. Μετά από λίγο καιρό τον ρώτησα αν τα διάβασε. Δεν απάντησε. Ο γραπτός λόγος, μάλλον ο λόγος γενικά, φόβιζε τον Κουτρουμπή. Κρατούσε τις σημειώσεις του στα μικρά άσπρα χαρτάκια από τα κουτιά των τσιγάρων. Θα πρέπει να διάβαζε, δεν είμαι σίγουρη. Οπωσδήποτε Συναξαριστή. Τι άλλο; Θεωρούσε πολύ μεγάλο και βαθύ ποιητή τον David Jones που εμείς εδώ ελάχιστα τον γνωρίζουμε. Αυτή την αγάπη του για τον Jones τη μετέδωσε και σε μένα. «Είναι ένας κόσμος ολόκληρος», έλεγε. Ο μυστικός, συμβολιστικός κόσμος του Jones, όπου ο κατατεμαχισμένος λόγος και η καταστροφή της τυπικής λογικής αναδεικνύουν την ουσιαστική ενότητα των πραγμάτων ταίριαζαν απόλυτα στη φύση του Κουτρουμπή. Αγαπούσε επίσης πολύ τον Καβάφη, τον οποίον θεωρούσε ένα είδος «ποιητικής σύνοψης», όπως τον έθελγε και ο κόσμος της Βιρτζίνια Γουλφ και των μετα-Βικτωριανών. Η μακρά, πολυσήμαντη θητεία του Δημητρίου Κουτρουμπή στον δυτικό κόσμο, στον καθολικισμό, η ζωή στην αγαπημένη του Οξφόρδη, οι Εγγλέζοι φίλοι, η αγάπη του και η γνώση του για τη Δύση, τον έκαναν για μένα έναν άνθρωπο, υπό την ευρύτερη έννοια της Αναγέννησης. Έναν Αναγεννησιακό άνθρωπο του φωτός, της ευδαιμονίας μέσα στην Κτίση, της χαράς που δίνει η Χάρις μέσα από την αναγέννηση του ανθρώπου.  Και που παραδόξως – ή μάλλον καθόλου παραδόξως – αγαπούσε εξ ίσου τα Άνθη της Ερήμου, τους Ανατολικούς Μυστικούς, το εκκλησιαστικό τυπικό και την υποβλητική σκούρα ατμόσφαιρα της Ρωσικής Εκκλησίας. Όνειρό του ήταν να πάει στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη. Από τα ταξίδια μου στη Ρωσία, του έφερα χάρτες, πολλά είδη βαριών τσιγάρων, ένα τασάκι, που όλα τα είχε σε περίοπτη θέση. Αλλά το ταξίδι στη Μόσχα απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ καθώς η υγεία του χειροτέρευε.
Τον Κουτρουμπή, οι φίλοι και οι γνωστοί του τον ονόμαζαν «Μάστορη». Και Μάστορης ήταν. Κατείχε τα μυστικά της συναρμολόγησης των σκόρπιων κομματιών, ήξερε την τέχνη της εναρμόνισης των αντιθέτων. Κοντά του ακουγόταν η Μουσική των Σφαιρών: Παραφράζοντας τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, πιστό φίλο και πνευματικό συνδαιτυμόνα του, θα μπορούσα να πω ότι ήταν ο ίδιος αυτός η Αρχιτεκτονική Σύνθεση της Σκόρπιας Ζωής. Ο Μυστικός Άνθρωπος και ο άνθρωπος της Αναγέννησης σ’ αυτόν συνυπήρχαν, όχι σαν αντίθετα, αλλά σαν όψεις του ίδιου νομίσματος.
Μια ιμπρεσσιονιστική απεικόνιση αυτής της σύνθεσης των φαινομενικά αντιθέτων, του πανθεϊστικού διονυσιασμού και της βαθιάς μυστικοπάθειας, μου είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Κουτρουμπής μέσ’ από δύο αναμνήσεις του: Πάσχα, Μεγάλη Παρασκευή, και ο μικρός Δημήτρης με την μητέρα του πάνε στην Εκκλησία για τον Επιτάφιο. Κατακλύζεται η ατμόσφαιρα από τις μυρωδιές της βιολέτας και των άλλων λουλουδιών. Κόσμος πολύς, φωνές, παιδιά. Και παραδίπλα, στην πλατεία, ένας διαλαλητής καλεί τον κόσμο στην αποψινή παράσταση του Καραγκιόζη. Να οι μεγάλες πολύχρωμες ζωγραφιές, ο διαλαλητής με τις μουστάκες και τ’ ανασηκωμένα του μανίκια σε τρόπο του Douanier Rousseau, τα ολανθισμένα μπαλκόνια, οι παχιές νοικοκυρές που ετοιμάζουν την Πασχαλινή ευωχία. Η πλημμύρα του κόσμου δεν ξέρει πού να στραφεί, στα λαλήματα του Καραγκιοζοπαίχτη, στη χαρούμενη γιορτή, ή στην επίσημη θλίψη της Εκκλησίας που πενθεί για τον θάνατο του Ιησού και τις πένθιμες ψαλμωδίες; Πιασμένο το μικρό αγόρι απ’ το χέρι της μάνας του εισπνέει την αντιστικτική μελωδία και σχηματίζει μέσα του τη θαυμάσια αρμονία που είναι η υποστασιακή αρμονία της ζωής, θλίψη και αίνος, μελαγχολία και θριαμβική έξαρση, το ανυπέρβλητο πνεύμα της Μεγάλης Παρασκευής της Ορθοδοξίας, που ενώ συντελείται η Ταφή, κυοφορείται η Ανάσταση.  Είναι χαρακτηριστικό ότι η περίτεχνη όσο και απλή αυτή σύνθεση γίνεται ενώ ο μικρός κρατά το χέρι της μάνας. Γιατί η μητρική παρουσία στον Μάστορη Κουτρουμπή, από την Παναγία έως τη φυσική μητέρα του, είχε καταλυτική σημασία.  Η άλλη εικόνα είναι από τη Βηρυτό: η Καθολική Σχολή, όπου δίδασκε τότε ο Κουτρουμπής, οι θεολογικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις των σεμιναρίων, αυστηρό τυπικό, ιεραρχία, το Γρηγοριανό μέλος, ο κλειστός κόσμος του τεταγμένου κλήρου με την απαγορευτική γοητεία του.  Αλλά ένα πρωινό είχε εισβάλει η Άνοιξη. Και ο Κουτρουμπής ξυπνάει μέσα σε κελαϊδίσματα πουλιών, μουγκανητά ερωτευμένων γαϊδουριών και αγελάδων  και τα μοναστηριακά σήμαντρα μπερδεύονται με τα κουδουνάκια των προβάτων,  οι άναρθρες καλεστικές κραυγές των νεαρών βοσκών με τα βαρυσήμαντα λατινικά ρήματα. Η θέα από το παράθυρο αυτό είναι και η θέαση του Δημήτριου Κουτρουμπή, το όραμα του Μάστορη της Βουλιαγμένης. Η σύνθεση των πάντων σε μια θεϊκή αρμονία, η Μουσική των Σφαιρών, η Κτίση μέσα στον Κτίστη και τανάπαλιν. Που μ’ αυτό φίλευε τους γνωστούς και τους φίλους. Και τους μεταμόρφωνε όλους – από τον Ενωμοτάρχη του Αστυνομικού Τμήματος Βουλιαγμένης, ως τον Πανεπιστημιακό Καθηγητή, σε μετόχους, πρόσωπα μοναδικά, χαρισματικά, και εξαιρετέα. Αυτή ήτανε η Μαστοριά του. Το βαθύ, απλό νόημα της Αρχιτεκτονικής που ύφαινε τις νύχτες στο ερημητήριό του.

Η μακρόχρονη αρρώστια έφερε τον Κουτρουμπή στην Αγγλία. Ο άνθρωπος αυτός, γέροντας χωρίς να είναι ακόμη γέρος, περιβεβλημένος την αγάπη των φίλων, Ελλήνων και ξένων, έζησε περίπου δυο χρόνια στην περιοχή του Walshingham, στο  Norfolk  της Αγγλίας, κάτω από την θερμή φροντίδα της Anne Ferris. Τη νύχτα της 1ης προς 2α Μαρτίου του 1983, στην πολυθρόνα του, μπροστά στο τζάκι, τελείωσε, αφήνοντας μισό το σκέτο που κάπνιζε. Τάφηκε στο νεκροταφείο του Walshingham. Η αγάπη και ο σεβασμός μας τον ακολουθούνε πιστά και στην άλλη Ζωή.
Ευχαριστίες στην φίλη της ιστοσελίδας κ. Πολυξένη Τ. για την πληκτρολόγηση του κειμένου.
πρώτη έντυπη δημοσίευση περιοδικό "Manifesto"

πηγή: Aντίφωνο

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Οι άνθρωποι ξέχασαν τον Θεό


Aλεξάντερ Σολτζενίτσυν

Πριν από μισό αιώνα και πλέον, όταν ήμουν ακόμη παιδί, θυμάμαι ότι άκουγα πολλούς ηλικιωμένους να δίνουν την ακόλουθη εξήγηση για τι μεγάλες συμφορές που είχαν βρει τη Ρωσία: οι άνθρωποι ξέχασαν τον Θεό, γι’ αυτό έγιναν όλα αυτά. 

Από τότε έχω περάσει σχεδόν πενήντα χρόνια δουλεύοντας πάνω στην ιστορία της Επανάστασής μας. Στο διάστημα αυτό έχω διαβάσει εκατοντάδες βιβλία, έχω μαζέψει εκατοντάδες προσωπικές μαρτυρίες, κι έχω ήδη συνεισφέρει οκτώ δικούς μου τόμους στην προσπάθεια να καθαρίσουν τα συντρίμμια που απόμειναν από την αναστάτωση αυτή. Ωστόσο, αν με ρωτούσαν σήμερα να διατυπώσω όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά την κύρια αιτία της καταστροφικής Επανάστασης που κατάπιε κάπου εξήντα εκατομμύρια δικούς μας ανθρώπους, δεν θα μπορούσα να το κάνω με μεγαλύτερη ακρίβεια από το να επαναλάβω: οι άνθρωποι ξέχασαν τον Θεό, γι΄ αυτό έγιναν όλα αυτά. 

Ακόμη περισσότερο, τα γεγονότα της Ρωσικής Επανάστασης μπορούν μόνο να κατανοηθούν τώρα, στο τέλος του αιώνα, πάνω στο φόντο του τι έχει γίνει από τότε στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό που εμφανίζεται εδώ είναι μια διαδικασία με παγκόσμια σημασία. Κι αν μου ζητούσαν να επισημάνω με συντομία το κύριο χαρακτηριστικό ολόκληρου του εικοστού αιώνα, κι εδώ δεν θα μπορούσα να βρω κάτι πιο ακριβές και κοφτό από το να επαναλάβω: οι άνθρωποι ξέχασαν τον Θεό. 

Οι αδυναμίες της ανθρώπινης επίγνωσης, στερημένης από τη θεϊκή της διάσταση, υπήρξαν καθοριστικός παράγων σε όλα τα μεγάλα εγκλήματα αυτού του αιώνα. Το πρώτο από αυτά ήταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, και η σημερινή μας δύσκολη κατάσταση σε μεγάλο βαθμό ανάγεται σ’ εκείνον. Ήταν ένας πόλεμος (η ανάμνηση του οποίου φαίνεται να ξεθωριάζει) που έγινε όταν η Ευρώπη, που έσφυζε από υγεία και αφθονία, ξέσπασε σε ένα αμόκ αυτοκαταστροφής που εξάντλησε τη δύναμή της για έναν αιώνα ή και περισσότερο, ίσως και για πάντα. Η μόνη δυνατή εξήγηση για τον πόλεμο αυτό είναι μια ‘νοητική έκλειψη’ των ηγετών της Ευρώπης που οφείλεται στο ότι έχασαν την επίγνωση μιας Υπέρτατης Δύναμης πάνω από αυτούς. Μόνο μια άθεη πικρία θα μπορούσε να οδηγήσει φαινομενικά Χριστιανικά κράτη να χρησιμοποιήσουν δηλητηριώδη αέρια, ένα όπλο τόσο ολοφάνερα απάνθρωπο.

Το ίδιο ελάττωμα, το σφάλμα μιας συνείδησης που στερείται όλη τη θεϊκή διάσταση, εκδηλώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν η Δύση υπέκυψε στον σατανικό πειρασμό της ‘πυρηνικής ομπρέλας’. Ήταν σαν να έλεγε: Ας πετάξουμε τις έγνοιες, ας ελευθερώσουμε τη νέα γενιά από καθήκοντα και υποχρεώσεις, ας μην κάνουμε καμιά προσπάθεια να υπερασπισθούμε τους εαυτούς μας (για να μη μιλήσουμε για την υπεράσπιση των άλλων), ας κλείσουμε τ' αυτιά μας στα βογγητά που έρχονται από την Ανατολή, κι αντί γι’ αυτά ας ζήσουμε με το κυνήγι της ευτυχίας. Αν μας απειλήσει κίνδυνος, θα μας προστατεύσει η πυρηνική βόμβα. Αν όχι, δεν μας νοιάζει αν καεί ο κόσμος στην Κόλαση. Η αξιολύπητη κατάσταση ανημπορίας στην οποία έχει βυθισθεί η σύγχρονη Δύση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο μοιραίο αυτό λάθος: την πίστη ότι η υπεράσπιση της ειρήνης δεν εξαρτάται από γενναίες καρδιές και σταθερούς άνδρες, αλλά μονάχα από την πυρηνική βόμβα...

Ο σημερινός κόσμος έχει φτάσει σε ένα στάδιο που αν το περιγράφαμε σε προηγούμενους αιώνες θα προκαλούσε την κραυγή: «Μα, αυτό είναι η Αποκάλυψη!». 

Και όμως, έχουμε συνηθίσει στο είδος αυτό του κόσμου, θα έλεγα νιώθουμε άνετα σ’ αυτό. 

Ο Ντοστογιέφσκι προειδοποίησε ότι «μεγάλα γεγονότα μπορεί να πέσουν πάνω μας και να μας βρουν διανοητικά απροετοίμαστους». Ακριβώς αυτό συνέβη. Και προέβλεψε ότι «ο κόσμος θα σωθεί μόνο αφού πρώτα κυριευθεί από τον δαίμονα του κακού». Θα περιμένουμε να δούμε αν πράγματι θα σωθεί: αυτό θα εξαρτηθεί από τη συνείδησή μας, την πνευματική μας διαύγεια, τις ατομικές και συλλογικές μας προσπάθειες μέσα σε καταστροφικές περιστάσεις. Όμως αυτό που ήδη συμβαίνει είναι ότι ο δαίμονας του κακού, σαν ανεμοστρόβιλος, θριαμβευτικά στριφογυρίζει γύρω από τις πέντε ηπείρους της γης… 

Στο παρελθόν της η Ρωσία γνώρισε μιας εποχή που το κοινωνικό ιδεώδες δεν ήταν η φήμη, τα πλούτη ή η υλική επιτυχία, αλλά ο ευσεβής τρόπος ζωής. Η Ρωσία τότε ήταν ποτισμένη με μια Χριστιανική Ορθοδοξία που παρέμενε πιστή στην Εκκλησία των πρώτων αιώνων. Η Ορθοδοξία εκείνης της εποχής ήξερε πώς να ασφαλίσει τους ανθρώπους της κάτω από τον ζυγό μιας ξένης κατοχής που κράτησε πάνω από δύο αιώνες, ενώ ταυτόχρονα απέκρουε τα άνομα χτυπήματα από τα ξίφη των Δυτικών σταυροφόρων. Σ’ εκείνους τους αιώνες η Ορθόδοξη πίστη στη χώρα μας έγινε μέρος της νοοτροπίας και της προσωπικότητας του λαού μας, των μορφών της καθημερινής ζωής, του ημερολογίου της εργασίας, των προτεραιοτήτων σε κάθε επιχείρηση, της οργάνωσης της εβδομάδας και του έτους. Η πίστη ήταν η δύναμη που διαμόρφωνε και ένωνε το έθνος. 

Όμως τον 17ο αιώνα η Ρωσική Ορθοδοξία εξασθένησε σοβαρά από ένα εσωτερικό σχίσμα. Τον 18ο, η χώρα κλονίσθηκε από τις βίαιες μεταρρυθμίσεις του Μεγάλου Πέτρου, που ευνοούσαν την οικονομία, το κράτος και τον στρατό εις βάρος του θρησκευτικού πνεύματος και της εθνικής ζωής. Και μαζί με τον ανισόρροπο διαφωτισμό του Πέτρου, η Ρωσία γεύθηκε για πρώτη φορά την εκκοσμίκευση: τα ύπουλα δηλητήριά της διαπότισαν τις μορφωμένες κοινωνικές τάξεις στην πορεία του 19ου αιώνα και άνοιξαν το δρόμο στον Μαρξισμό. Μέχρι την εποχή της Επανάστασης, η πίστη είχε ουσιαστικά εξαφανισθεί στους Ρωσικούς μορφωμένους κύκλους, κι ανάμεσα στους αμόρφωτους η υγεία της απειλούνταν. 

Και πάλι ο Ντοστογιέφσκι ήταν εκείνος που έβγαλε από τη Γαλλική Επανάσταση και το φανερό μίσος της για την Εκκλησία το μάθημα ότι «η επανάσταση υποχρεωτικά πρέπει να αρχίσει με τον αθεϊσμό». Αυτό είναι απόλυτα σωστό. Όμως ο κόσμος δεν είχε γνωρίσει ποτέ έναν αθεϊσμό τόσο οργανωμένο, στρατιωτικοποιημένο και πεισματικά κακόβουλο όπως εκείνον που άσκησε ο Μαρξισμός. Μέσα στο φιλοσοφικό σύστημα του Μαρξ και του Λένιν, και στη καρδιά της ψυχολογίας τους, το μίσος προς τον Θεό είναι η κύρια οδηγός δύναμη, πιο θεμελιώδης απ’ όλες τις πολιτικές και οικονομικές διακηρύξεις τους. Ο μαχητικός αθεϊσμός δεν είναι απλώς συμπτωματικός ή περιθωριακός στην Κομμουνιστική πολιτική: δεν είναι μια παράπλευρη ενέργεια, αλλά ο κεντρικός άξονας. 

Η δεκαετία του 1920 στην ΕΣΣΔ γνώρισε μια αδιάκοπη παρέλαση θυμάτων και μαρτύρων μέσα από τον Ορθόδοξο κλήρο. Δυο μητροπολίτες τουφεκίσθηκαν, ο ένας από τους οποίους, ο Βενιαμίν του Πέτρογκραντ, είχε εκλεγεί με τη λαϊκή ψήφο της επισκοπής του. Ο ίδιος ο Πατριάρχης Τύχων πέρασε από τα χέρια της Τσεκά-GPU [Σ.τ.Μ. Η τότε μυστική αστυνομία, πρόδρομος της Κα-Γκε-Μπε] κι έπειτα πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Δεκάδες αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι χάθηκαν. Δεκάδες χιλιάδες ιερείς, μοναχοί και μοναχές πιέσθηκαν από τους Τσεκιστές να αποκηρύξουν τον Λόγο του Θεού, βασανίσθηκαν, εκτελέσθηκαν σε υπόγεια, στάλθηκαν σε στρατόπεδα, εξορίσθηκαν στην ερημική τούνδρα του μακρινού Βορρά, ή πετάχτηκαν στους δρόμους στα γηρατειά τους χωρίς τροφή ή στέγη. Όλοι αυτοί οι Χριστιανοί μάρτυρες βάδισαν ακλόνητοι προς τον θάνατο για την πίστη τους. Οι περιπτώσεις αποστασίας ήταν λίγες και αραιές. Για δεκάδες εκατομμύρια λαϊκούς η πρόσβαση στην Εκκλησία ήταν αποκλεισμένη, και τους απαγορεύθηκε να ανατρέφουν τα παιδιά τους με την Πίστη. Θρησκευόμενοι γονείς αποσπάστηκαν από τα παιδιά τους και ρίχθηκαν στη φυλακή, ενώ τα παιδιά μεταστράφηκαν από την πίστη με απειλές και ψέματα… 

Για ένα βραχύ διάστημα, όταν χρειαζόταν να συγκεντρώσει δυνάμεις για τον αγώνα κατά του Χίτλερ, ο Στάλιν κυνικά υιοθέτησε μια φιλική στάση απέναντι στην Εκκλησία. Αυτό το απατηλό παιχνίδι, που συνεχίσθηκε αργότερα από τον Μπρέζνιεφ με τη βοήθεια δημοσιεύσεων και άλλων έργων βιτρίνας, δυστυχώς η Δύση το εξέλαβε μάλλον ως αλήθεια. Ωστόσο, οι πεισματικές ρίζες που έχει το μίσος της θρησκείας στον Κομμουνισμό μπορούν να κριθούν από το παράδειγμα του πιο φιλελεύθερου ηγέτη Χρουστσώφ: αν και έκανε πολλά σημαντικά βήματα για την επέκταση της ελευθερίας, ο Χρουστσώφ ταυτόχρονα αναζωπύρωσε την ξέφρενη Λενινιστική μανία για καταστροφή της θρησκείας.

Υπάρχει όμως κάτι που δεν το περίμεναν: σε μια χώρα όπου οι εκκλησίες ισοπεδώθηκαν, όπου ένας θριαμβευτικός αθεϊσμός μαίνεται ανεξέλεγκτος για δύο τρίτα του αιώνα, όπου ο κλήρος ταπεινώνεται μέχρις εσχάτων και στερείται κάθε ανεξαρτησίας, όπου ό,τι απομένει από την Εκκλησία ως θεσμό γίνεται ανεκτό μόνο χάριν της προπαγάνδας που στρέφεται προς τη Δύση, όπου ακόμη και σήμερα άνθρωποι στέλνονται σε στρατόπεδα εργασίας για την πίστη τους, και όπου, μέσα στα ίδια τα στρατόπεδα, εκείνοι που μαζεύονται να προσευχηθούν το Πάσχα κλείνονται σε κελιά τιμωρίας, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι κάτω από αυτόν τον Κομμουνιστικό οδοστρωτήρα η Χριστιανική παράδοση θα επιβίωνε στη Ρωσία. Είναι αλήθεια ότι εκατομμύρια συμπατριώτες μας έχουν διαφθαρεί και πνευματικά εξουθενωθεί από έναν επίσημα επιβεβλημένο αθεϊσμό, ωστόσο όμως απομένουν πολλά εκατομμύρια πιστών: μόνο οι εξωτερικές πιέσεις τους εμποδίζουν να μιλούν, αλλά, όπως συμβαίνει πάντα σε καιρούς διωγμών και βασάνων, η επίγνωση του Θεού στη χώρα μου έχει φθάσει σε μεγάλη οξύτητα και βάθος. 

Εδώ είναι που βλέπουμε την αυγή της ελπίδας: όσα άρματα και πυραύλους κι αν έχει στο φοβερό οπλοστάσιό του ο Κομμουνισμός, όσες επιτυχίες κι αν σημειώσει στην κατάκτηση του πλανήτη, είναι καταδικασμένος να μη νικήσει ποτέ τον Χριστιανισμό. 

Η Δύση δεν έχει ακόμη δοκιμάσει μια Κομμουνιστική εισβολή: η θρησκεία εδώ παραμένει ελεύθερη. Όμως η ιστορική εξέλιξη της ίδιας της Δύσης είναι τέτοια που και αυτή σήμερα δοκιμάσει μια αποξήρανση της θρησκευτικής συνείδησης. Κι αυτή έχει γνωρίσει βασανιστικά σχίσματα, αιματηρούς θρησκευτικούς πολέμους, και πικρία, για να μη μιλήσουμε για το κύμα της εκκοσμίκευσης που, από τα τέλη του Μεσαίωνα και μετά, έχει προοδευτικά κατακλύσει τη Δύση. Αυτή η βαθμιαία εξάντληση της δύναμης εκ των έσω είναι μια απειλή κατά της πίστης που ίσως είναι ακόμη πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε προσπάθεια βίαιης επίθεσης κατά της θρησκείας εκ των έξω.

Αδιόρατα, μέσα από δεκαετίες βαθμιαίας διάβρωσης, το νόημα της ζωής στη Δύση έχει πάψει να θεωρείται ως κάτι πιο υψηλό από το «κυνήγι της ευτυχίας», ένα στόχο που εγγυώνται επίσημα ακόμη και τα συντάγματα. Οι έννοιες του καλού και του κακού έχουν χλευασθεί εδώ και πολλούς αιώνες: διώχθηκαν από την κοινή χρήση και αντικαταστάθηκαν από πολιτικές ή ταξικές θεωρήσεις βραχύβιας αξίας. Ντρεπόμαστε να πούμε ότι το κακό κατοικεί πρώτα στην μεμονωμένη ανθρώπινη καρδιά πριν περάσει σε ένα πολιτικό σύστημα. Ωστόσο, δεν θεωρούμε ντροπή να κάνουμε καθημερινά υποχωρήσεις σ’ ένα θεμελιώδες κακό. Κρίνοντας από τη συνεχή κατολίσθηση των υποχωρήσεων που γίνονται μπροστά στα μάτια της ίδιας της γενιάς μας, η Δύση αναπόφευκτα γλιστράει προς την άβυσσο. Οι Δυτικές κοινωνίες χάνουν όλο και περισσότερη από τη θρησκευτική τους ουσία καθώς απερίσκεπτα παραδίδουν τη νεότερη γενιά τους στον αθεϊσμό. Όταν ένα βλάσφημο φιλμ για τον Ιησού προβάλλεται παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες, που φημίζεται ως μια από τις πιο θρήσκες χώρες του κόσμου, ή όταν μια μεγάλη εφημερίδα δημοσιεύει μια αδιάντροπη γελοιογραφία της Παναγίας, τι άλλες ενδείξεις αθεΐας χρειάζεται κανείς; Όταν τα εξωτερικά δικαιώματα είναι τελείως απεριόριστα, γιατί κάποιος να κάνει μια εσωτερική προσπάθεια να συγκρατηθεί από ανήθικες πράξεις;

Ή πάλι, γιατί να αποφύγει το καυτό μίσος, σε οποιαδήποτε βάση—φυλετική, ταξική ή ιδεολογική; Ένα τέτοιο μίσος κατατρώγει πολλές καρδιές σήμερα. Άθεοι δάσκαλοι στη Δύση ανατρέφουν μια νεότερη γενιά μ’ ένα πνεύμα μίσους για την ίδια την κοινωνία τους. Μέσα σ’ όλες τις υβριστικές επικρίσεις ξεχνούμε ότι τα ελαττώματα του καπιταλισμού αντιπροσωπεύουν τα βασικά σφάλματα της ανθρώπινης φύσης, που απολαμβάνει απεριόριστη ελευθερία μαζί με τα διάφορα ανθρώπινα δικαιώματα. Ξεχνούμε ότι στον Κομμουνισμό (και ο Κομμουνισμός ακολουθεί κατά πόδα όλες τις μετριοπαθείς μορφές σοσιαλισμού, που είναι ασταθείς) τα ίδια αυτά σφάλματα οργιάζουν σε κάθε πρόσωπο που έχει την ελάχιστη εξουσία, ενώ όλοι οι άλλοι μέσα στο σύστημα αυτό επιτυγχάνουν πράγματι «ισότητα»--την ισότητα των στερημένων σκλάβων. Αυτό το πρόθυμο συνδαύλισμα των φλογών του μίσους γίνεται σήμα κατατεθέν του σημερινού ελεύθερου κόσμου. Μάλιστα, κατά παράδοξο τρόπο, όσο ευρύτερες είναι οι προσωπικές ελευθερίες, όσο υψηλότερο το επίπεδο ευημερίας ή ακόμη και αφθονίας, τόσο πιο βίαιο γίνεται αυτό το τυφλό μίσος. Έτσι, η σύγχρονη ανεπτυγμένη Δύση δείχνει με το παράδειγμά της ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν μπορεί να βρεθεί ούτε στην πληθώρα υλικών αγαθών ούτε στην απλή απόκτηση χρήματος. 

Αυτό το σκόπιμα καλλιεργημένο μίσος στη συνέχεια απλώνεται σε όλα τα ζωντανά, στην ίδια τη ζωή, στον κόσμο με τα χρώματα, τους ήχους, τα σχήματά του, στο ανθρώπινο σώμα. Η κατάπικρη τέχνη του εικοστού αιώνα χάνεται ως αποτέλεσμα αυτού του άσχημου μίσους, διότι η τέχνη είναι άκαρπη χωρίς αγάπη. Στην Ανατολή η τέχνη έχει καταρρεύσει διότι κατεδαφίστηκε και ποδοπατήθηκε, αλλά στη Δύση η πτώση είναι εκούσια, μια ολίσθηση σε μια προσποιητή, επιτηδευμένη αναζήτηση όπου ο καλλιτέχνης, αντί να προσπαθεί να αποκαλύψει το θεϊκό σχέδιο, προσπαθεί να βάλει τον εαυτό του στη θέση του Θεού. 

Εδώ και πάλι γινόμαστε μάρτυρες της μοναδικής έκβασης μιας παγκόσμιας διεργασίας, όπου Ανατολή και Δύση αποφέρουν τα ίδια αποτελέσματα, και πάλι για τον ίδιο λόγο: Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τον Θεό. 

Με τέτοια παγκόσμια γεγονότα να υψώνονται από πάνω μας σαν βουνά, ή μάλλον σαν ολόκληρες οροσειρές, μπορεί να φαίνεται παράδοξο και αταίριαστο να θυμίσουμε ότι το πρωταρχικό κλειδί για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μας κατοικεί σε κάθε μεμονωμένη ανθρώπινη καρδιά, στην συγκεκριμένη προτίμηση της καρδιάς για το καλό ή το κακό. Ωστόσο αυτό ισχύει ακόμη και σήμερα, και μάλιστα είναι το πιο αξιόπιστο κλειδί που έχουμε. Οι κοινωνικές θεωρίες που υποσχέθηκαν τόσα πολλά έχουν αποδείξει τη χρεωκοπία τους, αφήνοντάς μας σε αδιέξοδο. Θα περίμενε λογικά κανείς ότι οι ελεύθεροι άνθρωποι της Δύσης θα αντιλαμβάνονταν ότι βασανίζονται από πολυάριθμες ελεύθερα καλλιεργημένες πλάνες, και δεν θα επέτρεπαν να τους φορτώνουν με ψέματα τόσο εύκολα. Όλες οι προσπάθειες να βρούμε διέξοδο από τα βάσανα του σημερινού κόσμου θα είναι άκαρπες αν δεν ξαναστρέψουμε την επίγνωσή μας, εν μετανοία, προς τον Δημιουργό των πάντων: χωρίς αυτό καμιά έξοδος δεν θα φωτισθεί, και μάταια θα την αναζητούμε. Τα αποθέματα που έχουμε βάλει στην άκρη για τους εαυτούς μας είναι πολύ φτωχά για το έργο αυτό. Πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τη φρίκη που διαπράττεται όχι από κάποια εξωτερική δύναμη, όχι από ταξικούς ή εθνικούς εχθρούς, αλλά μέσα στον καθένα μας ατομικά, και μέσα σε κάθε κοινωνία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για μια ελεύθερη και πολύ ανεπτυγμένη κοινωνία, διότι ειδικά εδώ σίγουρα όλα τα προκαλέσαμε μόνοι μας, με την ελεύθερη βούλησή μας. Εμείς οι ίδιοι, με τον καθημερινό απερίσκεπτο εγωισμό μας, σφίγγουμε τη θηλειά… 

Η ζωή μας συνίσταται όχι στην επιδίωξη υλικής επιτυχίας αλλά στην αναζήτηση μιας άξιας πνευματικής αύξησης. Ολόκληρη η γήινη ύπαρξή μας δεν είναι παρά ένα μεταβατικό στάδιο στην κίνηση προς κάτι υψηλότερο, και δεν πρέπει να σκοντάφτουμε ή να πέφτουμε, ούτε να καθυστερούμε άκαρπα σ’ ένα σκαλί της κλίμακας. Οι υλικοί νόμοι από μόνοι τους δεν εξηγούν τη ζωή μας ούτε της δίνουν κατεύθυνση. Οι νόμοι της φυσικής και της φυσιολογίας ποτέ δεν θα αποκαλύψουν τον αναμφισβήτητο τρόπο με τον οποίο ο Δημιουργός συνεχώς, νύχτα και μέρα, συμμετέχει στη ζωή του καθενός μας, δίνοντάς μας αδιάκοπά την ενέργεια της ύπαρξης: όταν αυτή η βοήθεια μας αφήσει, πεθαίνουμε. Και στη ζωή ολόκληρου του πλανήτη μας, το Θεϊκό Πνεύμα σίγουρα κινείται με όχι λιγότερη δύναμη: αυτό πρέπει να συλλάβουμε στη σκοτεινή και τρομερή ώρα μας. 

Στις μάταιες ελπίδες των τελευταίων δυο αιώνων, που μας εξαθλίωσαν και μας έφεραν στο χείλος του πυρηνικού και μη πυρηνικού θανάτου, μπορούμε να αντιπροτείνουμε μόνο μια αποφασιστική αναζήτηση για το ζεστό χέρι του Θεού, που με τόση απερισκεψία και αυτοπεποίθηση απορρίψαμε. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να ανοίξουν τα μάτια μας στα σφάλματα του άτυχου εικοστού αιώνα και τα χέρια μας θα στραφούν στο να τα διορθώσουν. Στην κατολίσθηση αυτή δεν υπάρχει τίποτε άλλο για να πιαστούμε: το συνδυασμένο όραμα όλων των διανοητών του Διαφωτισμού είναι το μηδέν. 

Οι πέντε ήπειροί μας είναι μπλεγμένες σε ανεμοστρόβιλο. Όμως ακριβώς μέσα σε τέτοιες δοκιμασίες εκδηλώνονται τα υψηλότερα χαρίσματα του ανθρωπίνου πνεύματος. Αν χαθούμε και χάσουμε αυτόν τον κόσμο, το σφάλμα θα είναι μόνο δικό μας.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014


Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Συγκλονιστική η παρουσία του ευσεβούς λαού τα Θεοφανεια στον Ιερό Ναό Οσίου Ιωακείμ Εξω Αγυιάς Πατρών



“Εν Ιορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις· του γὰρ Γεννήτορος η φωνὴ προσεμαρτύρει σοι, αγαπητὸν σε Υιὸν ονομάζουσα· καὶ τὸ Πνευμα εν ειδει περιστερας, εβεβαίου του λόγου τὸ ασφαλές. Ο επιφανεὶς Χριστὲ ο Θεός, καὶ τὸν κόσμον φωτίσας δόξα σοι”.


“Επεφάνης σήμερον τη οικουμένῃ, καὶ τὸ φως σου Κύριε, εσημειώθη εφ᾽ ημας, εν επιγνώσει υμνουντας σε· Ηλθες εφάνης τὸ Φως τὸ απρόσιτον”.



Με λαμπρότητα και με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου, εορτάσθηκαν τα Άγια Θεοφανεια στον Ιερό Ναό του Οσίου Ιωακειμ Εξω Αγυιας.Το πρωί τελέσθηκε Ο Ορθρος και η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου μεσα σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα. Εν συνεχεία πανω σε ενα καλαισθητο και ειδικα διαμορφωμένο παταρι τελεστηκε ο Μέγας Αγιασμός των υδατων.
Απο πολυ ενωρίς πλήθος κόσμου συνέρρεε στον Ιερό Ναό μας με αποτέλεσμα την ωρα του Αγιασμου των υδάτων να εχει σχηματισθεί μια μεγάλη λαοθάλασσα. Συγκλονιστική ηταν η παρουσία του ευσεβους λαου της Αγυιάς. Πλήθος πιστών εν Χριστώ αδελφων μας απο την Εκκλησιαστικη μας Κοινότητα και την ευρυτερη περιοχή εδωσε το παρόν στον εορτασμό της Μεγαλης Δεσποτικής εορτής των Αγίων Θεοφανείων, με υποδειγματική ταξη, ευλαβεια, σεβασμό και κατανυξη. Ο π.Ιωάννης αφου ευχαρίστησε τον λαό του Θεού για τη στήριξη και ενίσχυση του εργου της ανέγερσης του Ιερού Ναού ευχήθηκε τα δεοντα τονίζοντας τη θεολογική σημασία της Εορτής για τη ζωή μας.






Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Στον Μορφωτικό Σύλλογο Κυριων Πατρών

Προσκεκλημένος απο τον Μορφωτικό Σύλλογο Κυριών Πατρών, ο Θεολόγος π.Ιωάννης Νικόπουλος μίλησε τη Δευτέρα το βράδυ στην αίθουσα του Συλλόγου Οθωνος Αμαλίας 74, με θέμα: “Χριστούγεννα: Απο την ψευδαίσθηση της γιορτής στην αίσθηση της Ζωής”.Τον ομιλητή καλοσώρισε και ευχαρίστησε για την παρουσία του η Πρόεδρος του Συλλόγου κ.Πηνελόπη Κρέτση-Λεοντσίνη.Ο π.Ιωάννης στην ομιλία του:



- Αναφέρθηκε στην αποκοπή των εθίμων απο το βίωμα της γιορτής,με αποτέλεσμα να οδηγείται ο ανθρωπος στο ψυχικό κενό, στην ψευδαίσθηση ευτυχίας, στη θλίψη και στη κατάθλιψη. Τα “εμπορικά χριστούγεννα”, το συναισθηματικό στόλισμα, τα θρησκευτικά αφιερώματα των εφημερίδων και των καναλιών δεν αγγίζουν το νόημα της γιορτής, γι΄αυτό και το βάλτωμα στα ιδια, στο παρελθόν, εξ΄ου η κατάθλιψη, η μελαγχολία, η απελπισία των ανθρώπων…..Απουσιάζει η εκπληξη, το νεο, το προσδοκώμενο, ηελπίδα για το μέλλον.
-Σημείωσε οτι ο ανθρωπος οταν χασει το νόημα της ζωής του, την προοπτικη του, τοτε χανει και την αυτοεκτίμηση του αναζητώντας κάποιο υποκατάστατο: τη χριστουγεννιάτικη γιορτή, τον φανταστικό παιδικό κόσμο. Η μετατροπή της εορτής της ενσαρκώσεως σε μια παιδική χαρά δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια του σημερινού ανθρώπου να δημιουργήσει ένα φανταστικό, νηπιακό κόσμο(Ψυχοναρκωτικό).
-Από την άλλη πλευρά, ενας φανταστικός κόσμος, ενας ψεύτικος κόσμος της αίώνιας νεότητος που εχουμε φτιάξει, δεν αντέχει την πραγμα-τικότητα, όταν ερχεται αντιμέτωπος με μια ημερομηνία λήξης, με το θάνατο. Όταν ο ανθρωπος απογοητεύεται από τη ζωή του, όταν δεν αποδέχεται την απομάκρυνση του από το Θεό, την ελλειψη νοήματος, την υπαρξιακή του μοναξιά,και όταν αρχίσει να καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να βγεί από αυτό τον ψεύτικο κόσμο και να ξεκινήσει μια νέα ζωή, τότε ο πόνος, η θλίψη, η μελαγχολία, η απελπισία του γίνονται αβάστακτα και προσπαθεί να δραπετεύσει προσωρινά με διάφορους επιφανειακούς γιορταστικούς τρόπους.
-Υπενθύμισε οτι η ορθοδοξη λειτουργική ζωή και αγωγή δεν προσπαθεί να αποφύγει τον πόνο και τη θλίψη, αλλά και δεν αφήνει τον χριστιανό να ξεχαστεί σε ενα ανύπαρκτο και φανταστικο κόσμο.
-Ετόνισε οτι Τα χριστουγεννιάτικα εθιμα αποτελούν πολύτιμα στοιχεία της παράδοσης μας, την εκφράζουν, αλλά δεν την αντικαθιστούν.Η ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι επιφανειακή, εχει βάθος.Παράδοση θα πεί κάτι που παραδίδεται.Ο Θεός απεκάλυψε τον Εαυτό Του στους Αγίους και αυτοί παρέδωσαν αυτή την Αποκάλυψη, κυρίως με την πνευματική αναγέννηση, στα πνευματικά τους παιδιά.Η Παράδοση δηλαδή είναι η ζωή του Θεού και η κοινωνία με το Θεό. Όταν ενωνόμαστε με το Χριστό(δια της πνευματικής μας αναγεννήσεως),παραλαμβάνουμε την αποκάλυψη, μας παραδίδεται η ζωή, και ετσι νοηματοδοτείται η υπαρξη μας.Επομένως η Εκκλησία μπορεί να δώσει νόημα στην υπαρξη μας, μπορεί να απαντησει στα βασανιστικά ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο, ερωτήματα που γεννούν την απελπισία.
-Υπογράμμισε το γεγονός της Θείας Ενσαρκώσεως απο πλευράς θεολογικής.Οτι η Γέννηση του Χριστού συνδέεται με την αναγέννηση του ανθρώπου, με την γέννηση του Χριστού μέσα στον ανθρωπο και την γέννηση του ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού.Στο Χριστό εχεις την αίσθηση της Ζωής. Και κατέληξε: Η γεννηση του Χριστου ειναι ενα γεγονος ζωής, αίσθηση ζωής, προσωπικης ανακαλυψης, βιωματικης εμπειρίας,δεν εχει καμια σχεση με τη συναισθηματικη διακόσμηση, την εμπορική εκμεταλευση, και το θρησκευτικο βερμπαλισμο-πολυλογια της εορτης.Αυτή την αίσθηση της ζωής θα ψηλαφίσουμε σε οποιο ορθόδοξο εκκλησάκι βρεθούμε στον ορθρο της εορτής, μέσα από μια εκπληκτική ποίηση και την αμεσοτητα της εικόνος:«Ασαρκος γαρ ων, εσαρκώθη εκών και γέγονεν ο ων, ο ουκ ην, δι’ ημάς….Και μη εκστάς της φύσεως, μετέσχε του ημετέρου φυράματος. Εξήλθεν Λόγος εις ανάπλασιν λαών».
Αυτή την αισθηση της ζωης θα ψηλαφησουμε μεσα απο το βασικο δρόμο της θεογνωσίας την ασκηση .Αυτη την αισθηση της ζωης θα ψηλαφησουμε μεσα απο το ζωηφόρο θανατο που ειναι η ταπείνωση.Αυτη την αισθηση ζωης θα ψηλαφήσουμε στο μυστικο Δείπνο της Ευχαριστίας, θα δουμε “που εγεννηθη ο Χριστός”, τον τοπο και τον τροπο της ενωσης του Θεου με τον ανθρωπο.
Η γιορτη ειναι μυστικη, ειναι “μυστηριον μεγα και παραδοξον” Αυτο το μυστηριο καλουμαστε να ζησουμε μεσα απο την εκκλησιαστικη μας εμπειρία σας το ευχομαι ολοψύχως. Καλα και ευλογημένα Χριστουγεννα.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΙ ΑΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥΣ Ο ΘΕΟΣ

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου

         
   Καθώς πορευόμεθα προς την μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων και ετοιμα-ζόμαστε να δοξάσωμε και να υμνήσωμε τον ενανθρω-πήσαντα Θεό, σκεπτόμεθα πόσο μας αγάπησε ο Θεός και πόσο μας αγαπάει, παρά τα πολλά αμαρτήματά μας και την αποστασία μας απ’ Αυτόν.

Το γεγονός ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, είναι η πίστωση της πολλής του αγάπης προς εμάς. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βάζει στο στόμα του Κυρίου μας τα παρακάτω συγκινητικά λόγια: «Διά σε ενεπτύσθην, ερραπίσθην, την δόξαν εκένωσα, τον Πατέρα είασα και προς σε ήλθον τον μισούντα με και αποστρεφόμενον και ουδέ ακούσαι βουλόμενον το όνομά μου. Κατεδίωξα και επέδραμον, ίνα σε κατάσχω, ήνωσά με και συνήψα εμαυτώ. Φάγε με, είπον, πίε με. Καί άνω σε έχω και κάτω συμπλέκομαί σοι... Ουχ απλώς μίγνυμαί σοι, αλλά συμπλέκομαι, τρώγομαι, λεπτύνομαι κατά μικρόν, ίνα πολλή η ανάκρασις γένηται και η μίξις και η ένωσις» (Εις Α΄ Τιμ. ομ. 15).
Λόγια συγκινητικά, τα οποία δηλώνουν την άκρα του Θεού συγκατάβαση και την μέχρι θυσίας σταυρικής αγάπη Του προς το δημιούργημά Του.
Όμως, ενώ ο Ίδιος «λεπτύνεται και μίγνυται ημίν», έχει δώσει και άλλη δυνατότητα παρηγορίας σε μας. Έχομε την Παναγία Μητέρα του, και μητέρα όλων μας, η οποία είναι παραμυθία και σκέπη μας. Έχομε τους Αγίους, οι οποίοι είναι για μας παράκλητοι, μετά τον Παράκλητον. Οι Άγιοι είναι σε κάθε εποχή τα φώτα του κόσμου και το αλάτι της γης. Όχι μόνο συγκινούν και εμπνέουν με τους αγώνες τους και την αγία βιοτή τους ή τα μαρτύριά τους, αλλά στηρίζουν τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο με τις προσευχές τους και τις δεήσεις τους.

Καμμιά εποχή δεν έμεινε χωρίς Αγίους. Καί συνεπώς κανείς άνθρωπος δεν έμεινε απαράκλητος ποτέ. Κοντά στους παλαιούς του Θεού θεράποντες, νέοι προστίθενται, κοντά στους πρώτους και οι των μέσων και εκείνοι των εσχάτων χρόνων.

Χαράς λοιπόν ευαγγέλια με την πρόσφατη αγιοκατάταξη του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου. Ημέρα χαρμόσυνος και ευφροσύνης αναπλάσις η εορτή, η πρώτη επισήμως της ιεράς και φωτοφόρου μνήμης του.

Πολλοί τον εγνώρισαν από κοντά. Πλείστοι ευεργετήθηκαν από τις συμβουλές του. Όλοι ηλεήθησαν από τις προσευχές του. Ενόσω ζούσε έδιδε ελπίδα, αισιοδοξία, παρηγοριά μέσα από τα γεμάτα φως μάτια του και το λαμπερό του πρόσωπο, το οποίο ακτινοβολούσε την χάρη του Θεού.

Ο πόνος του συνανθρώπου του έγινε δικός του πόνος και το δάκρυ του κάθε πονεμένου μεταφέρθηκε από τον Όσιο Πορφύριο προσευχητικά στον Θεό.
Δεν είχε υλικά αγαθά. Ήτο ελεύθερος από τα δεσμά αυτού του κόσμου. Ήτο απλούς, γεμάτος καλωσύνη, γεμάτος αγάπη.

Έλαβε από τον Θεό το προορατικό χάρισμα. Αυτό ήτο το δώρο του, όχι μόνο γι’ αυτόν, αλλά για την παραμυθία των ανθρώπων. Σε εποχή που εψύγη η αγάπη των πολλών , που δεν θέλει ο ένας να βλέπη τον άλλον, που δεν γνωρίζει ή δεν θέλει καν να προφέρη ο ένας το όνομα του άλλου, εκείνος, ο τρισμακάριος, εγνώριζε τους ανθρώπους προτού ακόμη τους δη.

Γι’ αυτό και όταν τον επεσκέπτοντο, τους καλωσόριζε με το όνομά τους. «Καλώς ήλθες Γιώργο... Γιάννη... Μαρία... Κάθισε κοντά μου».

Μάλιστα, όπως μου έλεγε ένας ευσεβής Πατρινός, όταν επεσκέφθη με την οικογένειά του τον π. Πορφύριο, εκείνος μίλησε στα παιδιά με το μικρό τους όνομα. Η μικρή κορούλα της οικογενείας, τώρα πιά μεγάλη, είχε «παρεξηγηθή» και διαμαρτυρήθηκε στον πατέρα της, λέγοντας: «Μπαμπά, γιατί με ξέρει αυτός ο Παπούλης, αφού δεν με έχει ξαναδεί;».

Σ’ αυτή τη δύσκολη εποχή, με τα πολλά προβλήματα, σ’ αυτό τον κόσμο που θέλει να ψαλιδίση τα φτερά της αισιοδοξίας και της ελπίδος, ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε. Μέσα στο σκοτάδι λάμπουν τα φώτα, οι παλαιοί και οι σύγχρονοι Άγιοι. Μέσα στην ζοφερή νύχτα της απελπισίας, έρχεται η ελπίδα και αποδιώκει τον φόβο και την οδύνη της ψυχής.

Μέσα στην πολυεπίπεδη κρίση και την έλλειψη αγάπης, έρχεται η θαλπωρή της χάριτος του Θεού, έρχεται η ζεστασιά της ικεσίας των Αγίων. Έρχεται η αύρα του Αγίου Πνεύματος μέσα από τα χαριτόβρυτα λείψανά τους, για να μας παρηγορήση. Έρχονται οι προσευχές των Αγίων μας, οι οποίοι είναι τα όργανα της χάριτος του Θεού. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013


Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΕΙΩΝ 2013





Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013


Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Πού να βρω την ψυχή μου

Γιώργος Καστρινάκης

Το ερώτημα αν η Ελλάδα ανήκει στη Δύση επιδέχεται, προφανώς, είτε αρνητική είτε θετική απάντηση.
 Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι τόσο η μία όσο και η άλλη διχάζεται, αμέσως μετά, σε δυό διαζευκτικές μεταξύ τους παραλλαγές. Ώστε, εν τέλει, να προκύπτουν τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της σχετικής απόφανσης:


α) Όχι – δεν ανήκουμε – διότι ανήκουμε στην Ανατολή.
β) Όχι, διότι δεν ανήκουμε ούτε στην Ανατολή ούτε στη Δύση.
γ) Ναι – ανήκουμε – επειδή είμαστε κι εμείς Δύση.
δ) Ναι, επειδή είμαστε η Ανατολή (το ένα από τα δυό ενδεχόμενα) της Δύσης.
Από το σημείο αυτό γίνεται φανερό ότι, για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα, χρειάζεται πρώτα να έχουμε αποσαφηνίσει τι είναι η Ελλάδα, τι εισφέρει η Ανατολή, όπως και τι προσκομίζει η Δύση. Δηλαδή, ποιος είναι ο  κ α θ ο ρ ι σ τ ι κ ό ς  εκείνος χαρακτήρας, με βάση τον οποίο διακρίνονται οι ταυτότητες.

Είναι προφανές ότι άλλη απάντηση θα δώσουμε, εδώ, αν δεχτούμε πως οριστικό στοιχείο είναι η θρησκεία, απ’ ό,τι αν δεχτούμε πως είναι η οικονομία ή αν δεχτούμε πως είναι ο πολιτισμός. Ίσως μάλιστα, ακόμα κι αν προκρίνουμε το τελευταίο, σε άλλη πάντως απόκριση θα καταλήξουμε αν πούμε ότι πολιτισμός είναι η κληρονομιά μας, και σε άλλη αν ως πολιτισμό ορίσουμε τον τρόπο ζωής.

Το ζήτημα, ασφαλώς, δεν αναδύεται διόλου απλό. Ακόμα περισσότερο, αν λάβουμε υπ’ όψιν το ενδεχόμενο άλλο να θέλουμε και άλλο (προς ώρας) να είμαστε.
Το σίγουρο, πάντως είναι ότι αν τυχόν συμφωνήσουμε – που νομίζω πως συμφωνούμε – ότι καθοριστικός παράγοντας είναι ο τρόπος ζωής και ζωτική συνιστώσα το τι πράγματι είμαστε (περισσότερο από το τι θα θέλαμε νάμασταν) τότε αναπόφευκτα διαπιστώνουμε ότι – ναι – είμαστε Δύση: Κυρίως διότι σ’ αυτό έχει προσχωρήσει, σύσσωμη, η νέα γενιά της πατρίδας μας. Αφήνοντας, για παράδειγμα, το «life-style» – καταμεσής και της κρίσης! – να ορίζει εισέτι, απ’ άκρου σ’ άκρο, το δημόσιο πεδίο.

Το ερώτημα που απομένει, προδήλως, είναι: Ακόμα κι αν είμαστε, αυτό είναι που θέλουμε; Μ’ άλλα λόγια: Έστω, είμαστε Δύση. Μήπως θα θέλαμε, ωστόσο, να ήμασταν κάτι άλλο απ’ αυτήν;

Θεωρητικό το ερώτημα; Κι όμως: Όχι ακριβώς!
Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει πρώτα να σκιαγραφήσουμε – ακροθιγώς, εδώ – τι περίπου εννοούμε ως (παρούσα) Δύση, τι πάνω κάτω ως (ενεστώσα) Ανατολή. Επιζητώντας, μάλιστα, να απεγκλωβιστούμε από τις δημοσιογραφικές σχηματοποιήσεις τους.


Στον πυρήνα, λοιπόν:
Έχει μάλλον ζωτική σημασία να προσέξουμε ότι αυτό που είναι σήμερα η Δύση δεν έχει καμμιά ομοιότητα με εκείνο που ήταν – καν – εχθές: Έως προσφάτως, αποτελούσε μια αιρετικώς φιλο-χριστιανική τοπιογραφία. Σήμερα απαρτίζει μια συνειδητώς μετα-χριστιανική επικράτεια.

Δεν σημαίνει βεβαίως ότι δεν υπάρχουν φιλοχριστιανικές φωνές, εντός της. Δεν είναι διόλου, όμως, εκείνες που δίνουν το “χρώμα” της: Η “τιτανομαχία” για την “καθημερινότητα” δείχνει να έχει οριστικά καρδηθεί από τις δυνάμεις της αποσυγκρότησης. Εξ ού, άλλωστε, και η αφετηρία (στις μέρες μας) του οικονομικού καταποντισμού της – τον οποίο ελπίζει ότι θα αποτρέψει, μονάχη, η στρατιωτική της ισχύς.

Με τη λακωνικότερη δυνατή διατύπωση: Η Δύση ηττάται στο πεδίο της οικονομίας, για τον απλό λόγο ότι έπλασε έναν άνθρωπο του οποίου η καταναλωτική βουλημία θα υπερβαίνει, ανά πάσα (πλέον) συνθήκη, την παραγωγική του επίδοση. Ένα άνθρωπο που αδυνατεί να ορίσει τον εαυτό του!
Στην αντίπερα όχθη; Εκεί, κυρίως, το άγνωστο. Τι είναι η Ανατολή, στις μέρες μας, το ξέρουμε μέσω μόνο της υπερπαραγωγής των… δημοσιογραφικών συσκευασιών. (Έναν τομέα που ανθοφορεί πάντως, α ν ε ξ α ρ τ ή τ ω ς  σ υ γ κ υ ρ ι ώ ν, στο νεωτερικό δυτικό ημισφαίριο.) Δηλαδή, το αγνοούμε. Βλέπουμε βέβαια την επιστημονική / τεχνική υστέρηση, στις εγγύτερες προς εμάς περιοχές της. Διακρίνουμε όμως (αν θέλουμε) και την εξόφθαλμη ηπιότητα, πραότητα, ηρεμία, της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων της που φτάνουν ώς εδώ εξ αιτίας της βιοτικής τους ανέχειας. Ενώ δεν μαθαίνουμε απολύτως τίποτα (αξιόπιστο) όσον αφορά την εσωτερική ζωή του Ιράν: τη χώρα της “αντι-γαλλικής” επανάστασης – δηλαδή το επίκεντρο ενός αποφασιστικά διαζευκτικού απ’ το δικό μας (πλην όμως με προφανή λαϊκή στήριξη) πολιτιστικού εγχειρήματος.


Και, φυσικά, γνωρίζουμε για τους γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών της Άπω Ανατολής. Το πάνυ κρίσιμο ερώτημα, εν προκειμένω, είναι αν αυτή η ανάπτυξη ισοδυναμεί και με ολικό εκδυτικισμό της κουλτούρας τους: Αν τυχόν συμβαίνει έτσι, τότε η ύστερη έκβαση – από τη δική μας οπτική γωνία παρατηρώντας – προβαίνει ήδη ευδιάκριτη…
Έχει σημασία, τώρα, να επιστρέψουμε στο σημείο όπου εξετάζαμε το δικό μας παρόν: Είμαστε – πλέον – Δύση! (Δηλαδή, αυτό μόνο είναι – “αύτανδρη” – η νέα γενιά μας.) Το θέλουμε κιόλας;
Ότι το ερώτημα τούτο δεν είναι, απλώς, θεωρητικό το καταλαβαίνουμε όταν παρατηρήσουμε το διαρκώς… ανανεούμενο φαινόμενο του χάσματος των γενεών – μεταξύ μας!
Ένα φαινόμενο, δηλαδή, που επιμαρτυρεί ότι η Διάπλαση τού Είναι μας από τον Κυρίαρχο (δυτικό, μεταχριστιανικό) Λόγο εμπεριέχει ημερομηνία λήξεως: Όταν ο άνθρωπος ωριμάσει αρκετά ώστε να αποκτήσει τα  π ρ ο σ ω π ι κ ά  του κριτήρια, αυθορμήτως –  μάλιστα, με ραγδαίο ρυθμό – οι προσανατολισμοί… αναδιατάσσονται.

 Αυτό που θέλουμε νάμαστε, γίνεται  ό λ ω ς  διάφορο από εκείνο που οι “δεινοί” των “ορισμών” μάς είχαν πείσει πως θέλαμε…
Σε μια τέτοια στιγμή, οι γεω-πολιτιστικοί προσδιορισμοί ανασημασιοδοτούνται εξ υπαρχής έως εσχάτων.
Κι ό,τι ζητάμε να νοιώθουμε ανακαλύπτουμε πως είναι εκείνο που δεν γινόταν, ποτέ, να έχουμε οριστικά εξορίσει από το στερέωμα της νοσταλγίας μας: «Δεν γινόταν», εξ αιτίας του πλήθους των αναγκών της ψυχής μας προς τις οποίες, αυτό, εξακολουθεί να αποκρίνεται.
Είναι τότε που η εκθαμβωτική δημιουργικότητα της γενιάς του ’30 στην ποίηση και τη ζωγραφική, ή οι μεγαλειώδεις επιδόσεις της γενιάς του ’60 στη μουσική αλλά και στη θεολογία (τη μήτρα, αυτή, οιουδήποτε λόγου) επισημαίνουν για μας τον τόσο συνταρακτικά αναγνωρίσιμο – ως βαθύτατα οικείο – εκείνο δρόμο που θα μας επιτρέψει να αντλήσουμε όσο και να συνθέσουμε από όλες, ανεξαίρετα, τις προελεύσεις της οικούμενης σφαίρας μας.
Μεταστοιχειώνοντάς το σε κάτι που – παθητικώς προσδοκούντες – δεν το βρίσκουμε (ιδού, σήμερα) ετοιμοπαράδοτο πουθενά.

Πηγή: Αντίφωνο, δημοσιεύθηκε στο τεύχος 240 (Σεπτέμβριος 2012) της “Πειραϊκής Εκκλησίας”, στα πλαίσια του αφιερώματος: «Ανήκομεν εις την Δύσιν;»


Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Λαμπρές οι εορταστικές εκδηλώσεις στη Σερβία ( Beograd - Nis - Podgorica ), για τα 1.700 χρόνια από την υπογραφή του Διατάγματος των Μεδιολάνων

Τα εγκαίνια του Ιερού Ναού Αναστάσεως Κυρίου στην πόλη Ποντγκόριτσα, πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου, τελέσθηκαν την Δευτέρα  το πρωί από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο και τους Προκαθήμενους των Ορθοδόξων Εκκλησιών με αφορμή τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 1700 χρόνια από την υπογραφή του Διατάγματος των Μεδιολάνων, παρουσία Ιεραρχών του Πατριαρχείου Σερβίας, του προέδρου του Μαυροβουνίου Φίλιπ Βουγιάνοβιτς, κληρικών και λαϊκών.








Η κατασκευή του Ναού ξεκίνησε το 1993 με την ευλογία του Μητροπολίτη Μαυροβουνίου. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο και τον Μακαριστό Πατριάρχη Σερβίας Παύλο, παρουσία πολλών Ιεραρχών από το Πατριαρχεία Σερβίας, Ρωσίας, την Εκκλησία της Ελλάδος, κληρικών και χιλιάδων πιστών.

Ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας κ.κ.Αμφιλόχιος Ράντοβιτς
Ο Μητροπολίτης Νις Ιωάννης Πούριτς

Με την οικονομική υποστήριξη της κυβέρνησης του Μαυροβουνίου και από τις δωρεές πιστών συνεχίζονται οι εργασίες αποπεράτωσης του Ναού.
Στις 28 Δεκεμβρίου 2006 εγκαταστάθηκαν οι 17 καμπάνες του Ναού.


Ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου σε μήνυμά του αναφέρει πως «ο Ναός της Αναστάσεως του Κυρίου, θα είναι από τα πιο σημαντικά ιστορικά έργα της γενιάς μας, αλλά και ολόκληρου του Σερβικού λαού».(Πηγή:http://www.lavaron.gr/press-release/ta-egkenia-tou-naou-tis-anastaseos-tou-kiriou-stin-pontgkoritsa)

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Λαμπρές οι εορταστικές εκδηλώσεις στη Σερβία ( Beograd - Nis - Podgorica ), για τα 1.700 χρόνια από την υπογραφή του Διατάγματος των Μεδιολάνων

Λαμπρό πατριαρχικό συλλείτουργο μπροστά από τον καθεδρικό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στην πόλη Νις της Σερβίας

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013,

Κορυφώθηκαν οι εορταστικές εκδηλώσεις στη Νις της Σερβίας, γεννέτειρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για την επέτειο των 17 αιώνων από την υπογραφή του Διατάγματος των Μεδιολάνων. Το πρωί της Κυριακής τελέστηκε λαμπρό πατριαρχικό συλλείτουργο προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και συλλειτουργούντων των Πατριαρχών Ιεροσολύμων Θεόφιλου, Μόσχας Κύριλλου, Σερβίας Ειρηναίου και των Αρχιεπισκόπων Κύπρου Χρυσόστομου, Αθηνών Ιερώνυμου, Αλβανίας Αναστάσιου και Βαρσοβίας Σάββα, καθώς και των εκπροσώπων των άλλων ορθόδοξων Εκκλησιών και ιεραρχών του Πατριαρχείου Σερβίας.


Τη Θεία Λειτουργία παρακολουθήσαν η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της Σερβίας με επικεφαλής τον Πρόεδρο της Σερβίας Τόμισλαβ Νίκολιτς και τον πρωθυπουργό Ίβιτσα Ντάτσιτς και τα μέλη της κυβέρνησης.
Ιδιαίτερη σημαντική σε συμβολικό, αλλά και ουσιαστικό επίπεδο ήταν η παρουσία εκπροσώπων των άλλων χριστιανικών εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, από τη Ρωμαιοκαθολική και την Αγγλικανική εκκλησία, εκπρόσωποι του Ισλάμ και άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων.








Η παρουσία των πιστών, σύμφωνα με τα σερβικά Μέσα Ενημέρωσης ήταν εντυπωσιακή, καθώς την Πατριαρχική Θεία Λειτουργία που τελέσθηκε μπροστά από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου της Νις παρακολούθησαν περίπου 15.000 πιστοί.
Ο Πατριάρχης Σερβίας Ειρηναίος απένημε σε ανάμνηση των εορταστικών εκδηλώσεων στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, τους ορθόδοξους προκαθημένους, τους εκπροσώπους των ορθόδοξων Εκκλησιών και τους παριστάμενους αρχιερείς την ύψιστη τιμητική διάκριση της Σερβικής Εκκλησίας, το παράσημο του Αγίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου.






Ναϊσσός, η γεννέτειρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου

Η Ναϊσσός ή Νις (παλιότερα και Νίσσα) (Σερβικά: Ниш, Niš), είναι πόλη στη Σερβία, στις όχθες του ποταμού Νισάβα. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας μετά από το Βελιγράδι και το Νόβισαντ, με πληθυσμό 305.518 κατοίκων.  (Πηγή: Amen.gr-Πύλη Εκκλησιαστικων Ειδήσεων)