Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

ΜΕ ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΑ ΕΟΡΤΑΣΕ Η ΕΞΩ ΑΓΥΙΑ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΝΟΤΕΝΩΝ

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα και θρησκευτική κατάνυξη εορτάστηκε το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, για πρώτη φορά στην Πάτρα, η μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Ιωακείμ του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Νοτενών, στην νεοσύστατη Ενορία του Οσίου Ιωακείμ στην Εξω Αγυιά Πατρών.












Την παραμονή της εορτής, Σάββατο 2 Ιουλίου, τελέστηκε Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός με αρτοκλασία κατά τον οποίο προέστη ο Πρωτοσύγγελος της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών Αρχιμανδρίτης π.Συμεών Χατζής, οστις και εκήρυξε τον Θείο Λόγο. Συμμετείχαν οι Προιστάμενοι των ομόρων ενοριών του Αγίου Ελευθερίου και του Αγίου Κωνσταντίνου π.Νικόλαος Μήλας και π.Ανδρέας Παπαδημητρόπουλος, ο π.Παναγιώτης Θωμάς από την Αγία Μαρίνα και ο π.Ιωάννης Μπαρούσης από το «Αξιον Εστί». Μετά το πέρας της ακολουθίας πραγματοποιήθηκε η λιτάνευση της εικόνος του Οσίου ανα την ενορία με την συμμετοχή της Μπάντας της Δημοτικής Μουσικής, των «Σαμαρειτών» και πλήθους κόσμου. 



Την Κυριώνυμον ημέρα - Κυριακή 3 Ιουλίου -  τελέσθηκε ο Όρθρος και η πανηγυρική Αρχιερατική Θεία λειτουργία προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Χρυσοστόμου ο οποίος  και κήρυξε τον Θείον Λόγο.
Ο Σεβασμιώτατος, ανεφέρθη στν θαυμαστ βιοτ κα πολιτεία του Αγίου Ιωακείμ, ο οποίος καταγόμενος απ τ χωρι Σκιαδά Αχαίας, οπου γεννήθηκε περ τ τέλη του 17ου αιώνος, αφιερώθηκε στ Θε κα ασκήτευσε κατ αρχς στ Μον της Παναγίας της Δίβρης Ηλείας κα υστερα στν παρ τ χωρίον Σκιαδά, Ιερ Μον της Παναγίας των Νοτενών οπου εργάσθηκε μ ζήλον θαυμαστν διά τν ενθεον πολιτεία, ως Ηγούμενος της Μονής κα μετ ταύτα ως ασκητς αυστηρς, σ σπήλαιο ανωθεν της Μονής. Στ Μοναστήρι φυλάσσονται ως θησαυρς ατίμητος, η χερ το Οσίου κα αλλα τμήματα απ τ χαριτόβρυτα Λείψανά του….
Σεβασμιώτατος, πήνεσε τν προσπάθεια του π. ωάννη και των συνεργατών του καθώς και των κατοίκων της εγγύς και ευρυτέρας περιοχής, στο εργο της ανέγερσης του Νέου Ιερού Ναού.
Ιδιαιτέρως συνέστησε στ Εκκλησίασμα ν δίδουν στ παιδιά τους κα τ ονομα το Οσίου Ιωακείμ, ωστε κα πρότυπον ν εχουν τν Αγιο στν ζωή τους κα προστάτη τους κα πρέσβυν πρός τόν Θεόν ακοίμητο.






Οι φετεινές εορταστικές εκδηλώσεις είναι το επιστέγασμα μιας πολύχρονης και επίπονης προσπάθειας της Ερανικής Επιτροπής και του Συλλόγου «Φίλων του Αγίου Ιωακείμ», για την ανέγερση του Νέου Ενοριακού Ναού. Στις προσπάθειες αυτές περιλαμβάνονται:
-       -Εξασφάλιση του οικοπεδικού χώρου
-       -Εκπόνηση σχεδίων
-      - Διώροφος οικοδομικός σκελετός 640 τ.μ.
-       -Ολοκλήρωση του ισογείου χώρου
-       -Τοποθέτηση εκκλησιαστικών ειδών, εικόνων, τέμπλου, καμπαναριού
-       -Αρχονταρίκι
Διαμόρφωση εξωτερικού χώρου








Η λειτουργία του ισογείου ως Ναού, ηταν μια επιβεβλημένη λύση ανάγκης, αφού εν τω μεταξύ προέκυψε η οικονομική κρίση και κατέστη ανεδαφική κάθε σκέψη περι λειτουργίας του ανω ορόφου. Όμως η προσεγμένη κατασκευή, οι καλαίσθητες τοξοτές μοναστηριακές σιδερένιες πόρτες και παράθυρα, τα παραδοσιακά ξύλινα παράθυρα, το αρχοντικό πλακόστρωτο, τα παραδοσιακά ξυλόγλυπτα επιπλα, τα μπρούτζινα εκκλησιαστικά ειδη, το διακριτικό τέμπλο και οι βυζαντινές εικόνες, σε συνδυασμό με την κατανυκτική ατμόσφαιρα των ιερών ακολουθιών, ελκουν το ενδιαφέρον του ευσεβούς λαού της περιοχής, και καθιστούν τον Ιερό Ναό μας πνευματικό  πόλο ελξης στην ευρύτερη περιοχή.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Στην Ελλάδα προέχει η συναίνεση πάση θυσία

Συνέντευξη του Στέλιου Ράμφου στην  Όλγα Σελλα  στην Καθημερινή, 3/7/2011

Ο κόσμος απαιτεί: «Ζητήστε μια συγγνώμη, τιμωρήστε κάποιον»

 
Προσηνής, ευγενής, άμεσος, ο φιλόσοφος και στοχαστής Στέλιος Ράμφος απέχει πολύ από την εικόνα του κλειστού και μονήρους διανοητή. Είχε φτάσει πρώτος στο ραντεβού, μια μέρα με πολλή ζέστη στην Αθήνα, και μας περίμενε. Βρισκόμαστε λίγες μέρες μετά τον ανασχηματισμό και την ψήφο εμπιστοσύνης που πήρε η κυβέρνηση, και λίγες μέρες πριν από τη συζήτηση στη Βουλή για το Μεσοπρόθεσμο και τον εφαρμοστικό νόμο. Η κουβέντα δεν άργησε να ξεκινήσει. Πάντα υπό το πρίσμα της κατανόησης και της ερμηνείας των συλλογικών πολιτισμικών συμπεριφορών αυτού του έθνους – αυτό με το οποίο καταπιάνεται σ’ όλη του τη ζωή ο Στέλιος Ράμφος. Και πάντα κουβαλώντας όλη εκείνη την παράδοση των ανθρώπων της γενιάς του, που αφηγούνται μ’ έναν δικό τους τρόπο τα πράγματα και ξεκινούν από πολύ πίσω για να φτάσουν στο σήμερα. Στο τραπέζι, μαζί μας, και η... κρίση. Κοινωνική, πολιτική, οικονομική.

«Aν δεν καταλάβουμε καλά τη θρησκευτική μας παράδοση, δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα βαθύτερα προβλήματα της κοινωνίας μας. Θα σας πω ένα παράδειγμα πολύ χονδρικό: βγαίνει ένας Αμερικανός και λέει ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Βγαίνει ένας άλλος και λέει ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι πρόβλημα παραγωγικότητας. Πράγματι, βλέπουμε ότι υστερούμε σ’ αυτό, γιατί η κρίση μάς απέδειξε ότι τρώμε πολύ περισσότερα απ’ όσα παράγουμε. Αυτό έχει μία καταγωγή βαθύτερη. Πρώτον εμείς σαν λαός δεν παρήγαμε ποτέ. Ημασταν έμποροι, ενδιάμεσοι. Κι όχι μόνο εμείς, αλλά όλοι οι ορθόδοξοι ανατολικοί λαοί, συν το γεγονός ότι δεν έχουμε κάποια εμπιστοσύνη και πίστη για τη ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο. Εχουμε μια βαθύτερη πίστη και εμπιστοσύνη για τον άλλον κόσμο. Και το κυριότερο: το πρόβλημα το ανθρώπινο έχει την αρχή του -θρησκευτικά- και τη λύση του στο παρελθόν. Με την έννοια ότι όλα κρίθηκαν στην ιστορία του Αδάμ και της Εύας. Τότε έγινε η αμαρτία, τότε έγινε η πτώση, και αν θα ξαναμοιάσουμε στην αρχική στιγμή, θα σωθούμε. Αυτομάτως όταν είναι μια ψυχή στραμμένη προς τα πίσω, δεν σκέφτεται ποτέ την παραγωγή. Δεν έχει νόημα το παράγειν. Αυτό είναι καθηλωτικό. Σκεφτείτε ότι στη Ρωσία χρειάστηκε ο σταχανοφισμός κάποια περίοδο, ώστε συμβολικά να μπορέσει να αντιπαραταχθεί σ’ αυτό το βάλτωμα των ψυχών. Εχει μεγάλη σημασία να το καταλάβουμε αυτό», λέει με πάθος. «Στον Νότο δεν έχουν μέσα στα κοσμοείδωλά τους τη συνθήκη του μέλλοντος. Για μας το μέλλον είναι η επιστροφή στο παρελθόν», προσθέτει.


Και από τη φιλοσοφική ανάλυση, περνάει στο γνωστό, στο σημερινό παράδειγμα. «Προχθές, η συζήτηση ήταν πότε ήρθε η δημοκρατία, αντιπροχθές ήταν η αποστασία... Δηλαδή, όλα έχουν να κάνουν με σκιές ή με λάμψεις του παρελθόντος οι οποίες έρχονται μπροστά στη ζωή και ανάλογα τοποθετούμαστε». Και συνεχίζει με μια επισήμανση που φανερώνει το σφαιρικό του ενδιαφέρον για όλες τις εκφάνσεις της πολιτιστικής ζωής και της πολιτισμικής έκφρασης: «Το ενδιαφέρον, και το πικρό παράλληλα, είναι ότι κρίμα που δεν έχουν γίνει αντιληπτά αυτά τα θέματα της κουλτούρας μας, ώστε να κάνουμε μια λογοτεχνία που θα βοηθούσε. Ενώ έχουμε καλούς συγγραφείς, δεν έχουμε την κλάση των συγγραφέων που ψάχνουν την ψυχή ενός λαού. Αυτό που πήγε να γίνει στα μέσα του 19ου αιώνα στη Ρωσία και όταν έγινε αυτή η καταβύθιση στην ψυχή των λαών, κι έδωσε τεράστια λογοτεχνία».

– Μα και η λογοτεχνία και οι λογοτέχνες είναι μέρος αυτής της κοινωνίας...

– Βεβαίως. Ενώ έχουμε καλούς συγγραφείς, επειδή η κοινωνία δεν έχει πάρει στα σοβαρά τον εαυτό της και προσπαθεί να βγει απ’ τα αδιέξοδά της είτε γυρνώντας πίσω είτε μιμούμενη, το μεγάλο πρόβλημα που είναι η ψυχή δεν έχει τεθεί. Ο Εμφύλιος δεν έχει δώσει, από πλευράς ψυχικών αναλύσεων, τους καρπούς που έπρεπε. Γιατί ακόμη δεν έχουμε εμβαθύνει στο θέμα του διχασμού. Πριν από τον Εμφύλιο υπήρχε διχασμός. Μετά τον Εμφύλιο υπήρχε διχασμός. Η ζωή μας είναι συνυφασμένη με μια διαίρεση.

Ο Στέλιος Ράμφος δέχεται όλες τις ερωτήσεις, είναι έτοιμος να εξηγήσει τις οποιεσδήποτε απορίες και την ίδια στιγμή ο συνομιλητής του κάνει ένα ιδιωτικό σεμινάριο για το πώς ο δυτικός άνθρωπος αποδέχθηκε την ιστορικότητά του, ανέλαβε τις ευθύνες του, ωρίμασε – μια διαδικασία που οδήγησε στην Αναγέννηση, στον Διαφωτισμό. «Ο Διαφωτισμός δεν έφερε μόνο τη Λογική. Eφερε και την κρίση διά του παραλογισμού της Λογικής. Η μεγάλη συνεισφορά του Καντ είναι ότι ήταν ο μεγάλος αναλυτής των παραλογισμών της Λογικής».

Είναι αδιέξοδος ο δρόμος του «όχι» της Αριστεράς

Ο Στέλιος Ράμφος παρατηρεί, παρακολουθεί και σχολιάζει ό,τι γίνεται στην κοινωνία και την πολιτική, σε όλη του τη ζωή, παρ’ ότι απέχει από την πολιτική ένταξη από την ηλικία των 23 ετών. Από φοιτητής ήταν μέλος της ΕΔΑ και βασικό στέλεχος του περιοδικού «Πανσπουδαστική». «Τελείωσα με την Αριστερά από τα 23 μου. Πριν φύγω για το Παρίσι. Με το τέλος του 4ου Πανσπουδαστικού Συνεδρίου, το επόμενο πρωί υπέβαλα την παραίτησή μου. Γιατί δεν άντεχα την άρνηση. Γιατί ο δρόμος του “όχι”, ο δρόμος που δυσκολεύεται να λάβει υπόψη την ψυχή, είναι αδιέξοδος». Τους παλιούς του συνοδοιπόρους, που παρέμειναν στην Αριστερά τα επόμενα χρόνια, δεν τους εντάσσει σ’ αυτό το πλαίσιο αρνητικότητας, «γιατί όλοι έχουν μια θετική συνεισφορά. Η δική μου η γενιά δεν κρατήθηκε στην Αριστερά αρνητικά».

Τον ρωτάω αν έχει περάσει από την πλατεία Συντάγματος. «Εχω περάσει. Θεωρώ ότι το Σύνταγμα εξαντλείται στη σύναξη ανθρώπων που διαδηλώνουν ελεύθερα την έλλειψη εμπιστοσύνης τους. Δεν έχει προοπτική, έχει όμως δυναμική... Και υπ’ αυτήν την έννοια, έδωσε ήδη καρπούς τις προηγούμενες εβδομάδες. Απλώς δεν ελήφθη καλά το μήνυμα, που είναι παράδειγμα και νόημα. Αυτό είναι όλο. Δεν διεκδικούν εξουσία αυτοί οι άνθρωποι, αμφισβητούν ότι αυτό το πράγμα μπορεί να βγάλει τον τόπο από εκεί που βρίσκεται, με τα μυαλά που έχει. Υπό αυτό το πρίσμα, η μαζική παρουσία των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων έχει ενδιαφέρον, γιατί είναι μια πραγματική πολιτική πίεση. Μέχρι εκεί, προς το παρόν, μπορούμε να δούμε τη συνεισφορά αυτών των εκδηλώσεων, και υπ’ αυτήν την έννοια βάζει κανείς ένα “συν”. Εκείνο που ζητείται, άναρθρα ίσως, είναι “ζητήστε μια συγγνώμη”, “τιμωρήστε κάποιον”! Ο κόσμος τι ζητάει; Ζητάει να συμμετάσχει ο διαχειριστής των πραγμάτων στον πόνο του. Να πει την αλήθεια! Δεν είναι δυνατόν αυτή η κρίση να περνάει χωρίς να έχει ειπωθεί η αλήθεια! Οσο λοιπόν σωστά ή αναγκαία μέτρα μπορεί να γράφονται στα μνημόνια τόσο θα αναιρούνται όταν λείπει η αλήθεια».

– Αν ειπωθεί η αλήθεια, θα καμφθεί η άρνηση;

– Τουλάχιστον θα καμφθεί η πηγή που την τροφοδοτεί. Κάθε γεγονός έχει δύναμη από την ηθική ή την επιχειρηματολογική του δικαίωση. Οσο αφαιρείται το επιχείρημα που το δικαιώνει τόσο αυτό αδυνατίζει. Η πολιτική της μερικότητας βασίζεται σε μια επιχειρηματολογία αυτοδικαιώσεως. Η πολιτική της ενότητας βασίζεται σε μια επιχειρηματολογία αυταπαρνήσεως. Με τη συμπεριφορά αυτοδικαιώσεως, ο απέναντι θα θελήσει επίσης να αυτοδικαιωθεί. Και θα φτάσουμε στο φαινόμενο ότι «η δημοκρατία ήρθε το ’81 κι όχι το ’74».

Να δώσουν το παράδειγμα όσοι ήσαν στα πράγματα αυτά τα χρόνια

– Σήμερα υπάρχει διχασμός στην κοινωνία;

– Μα βέβαια. Οι ευτελείς ανάγκες συναινέσεων βλέπουμε ότι δεν γίνονται. Πρέπει να καταλάβουμε ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους αισθάνεται άνετα η ελληνική ψυχή μέσα στον διχασμό.

– Εσείς τους έχετε εντοπίσει;

– Εχω μια εικόνα, χωρίς να είναι βέβαιο ότι είναι η σωστή. Πιστεύω ότι η κουλτούρα μας, όπως λένε οι ανθρωπολόγοι και οι ιστορικοί, είναι μια κουλτούρα κατακερματισμού, δηλαδή μικρών ενοτήτων -οικογένεια, χωριό, μικρή πόλη κ.λπ.-, η οποία δεν διευκολύνει την ατομική ωρίμανση και η οποία ταυτοχρόνως είναι συνδεδεμένη και κρατάει τη συνοχή της πάντοτε με όρους συναισθήματος, πράγμα που εμποδίζει τους όρους καθολικότητας. Ποιοι είναι οι όροι καθολικότητας; Ο Λόγος. Δηλαδή, το μεγάλο κεκτημένο που μας έφερε ο Διαφωτισμός ήταν η λογική. Το μεγάλο τίμημα που έφερε ο Ρομαντισμός ήταν η μερικότητα. Εμείς ποτέ δεν προσχωρήσαμε στον Λόγο. Επομένως τι μας μένει; Η διαίρεση. Αρα αυτό είναι πολύ εύκολο να εκφραστεί: επειδή δεν έχουμε εσωτερική ωρίμανση να πάρουμε από μόνοι μας την εικόνα του εαυτού μας, την παίρνουμε από τον εχθρό μας ή από το θύμα μας.

– Δηλαδή αισθανόμαστε εμείς καλά με την εικόνα μας, όταν έχουμε απέναντί μας κάποιον με τον οποίο είμαστε σε σύγκρουση ή τον μισούμε;

– Βεβαίως. Και τώρα η αδυναμία του καθολικού μεταβάλλεται σε βαθιά αρρώστια. Εχουμε αδυναμία να αγκαλιάσουμε καθολικά. Αυτό το βλέπουμε και σε άλλα επίπεδα: στο ρουσφέτι, στη δομή του κράτους, στον συνδικαλισμό, στο πελατειακό σύστημα, σε όλα αυτά τα φαινόμενα που είναι φαινόμενα διασπάσεως. Είναι φαινόμενα μερικοτήτων. Εάν αυτό μπορούσε να αντιμετωπιστεί, θα ξεπερνούσαμε την κρίση. Ενα παράδειγμα πολύ χαρακτηριστικό: βλέπουμε την αντιπολίτευση, η οποία προσπαθεί να κάνει ό,τι μπορεί για να μη συναινέσει. Επικαλούμενοι λάθη που γίνονται, λένε δεν θα συναινέσουμε σε λάθη. Ομως το μεγαλύτερο λάθος που γίνεται είναι το «δεν θα συναινέσουμε».

– Διακρίνετε κάποια διέξοδο; Υπάρχει ελπίδα να αντιστραφεί αυτό το κλίμα;

– Πιστεύω ότι αυτή η περίσταση είναι μια καλή, αλλά δύσκολη ευκαιρία. Θεωρώ ότι πρέπει να πάμε όπου είναι να πάμε, μέσα από αυτό που είμαστε. Δεν μπορούν να γίνουν βιασμοί. Ποια χειρονομία θα ήταν η ενδεδειγμένη; Αυτό που ζητάει ο κόσμος, μέσα σ’ αυτή την κρίση της γενικής αναξιοπιστίας που βρέθηκε, συνοψίζεται σε δύο λέξεις: παράδειγμα και νόημα. Το ένα είναι να πείσουν αυτοί οι άνθρωποι που τις τελευταίες δεκαετίες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είχαν τα πράγματα στα χέρια τους, συμμετέχοντας στον κοινό πόνο. Μια τέτοια κίνηση θα έχει λογική και πολύ αίσθημα. Ο λαός θα το εισπράξει σαν συμμετοχή στην οδύνη του. Και το δεύτερο, νόημα. Δηλαδή, δικαιοσύνη. Τι θα έχει γίνει τότε; Θα υπάρχει κίνηση εσωτερικής επικοινωνίας και επαφής με τους ανθρώπους. Ο,τι και να γίνει σήμερα, τα μέτρα και οι πρωτοβουλίες που προσπαθούν να πάρουν θα μειονεκτούν γιατί δεν θα υπάρχει συμπαράσταση. Ακόμα κι αν γίνουν εκλογές, εάν έρθει η αντιπολίτευση στα πράγματα, κι αν έχει δίκιο, επειδή ακριβώς κι αυτή θα στερείται της εμπιστοσύνης του λαού, πάλι θα ναυαγήσει. Επομένως προέχει η συναίνεση, πάση θυσία. Πάση θυσία...

– Θα ήταν παράδειγμα αυτό;

– Βεβαίως. Θα ήταν παράδειγμα, και παράδειγμα κρίσιμο.

– Τόση ώρα μόνο ζοφερές εικόνες περιγράφετε. Την ελπίδα σας δεν βλέπω...

– Πιστεύω ότι η κατανόηση είναι η αφετηρία κάθε ελπίδας. Το ακατανόητο είναι η απελπισία. Αν σ’ αυτά που λέω υπάρχει μια δόση αληθείας, τότε νομίζω ότι μπορούμε να ελπίζουμε, υπό την έννοια ότι φαίνεται φως. Η απελπισία αρχίζει όταν «δεν βλέπω». Η απελπισία δεν έχει να κάνει με το «βλέπω, αλλά δεν είμαι «διατεθειμένος». Ε, θα γίνει κάποιος άλλος διατεθειμένος! Γι’ αυτό επιμένω: πρέπει να το καταλάβει η αντιπολίτευση. Πρέπει να συναινέσει, διατηρώντας όλες της τις επιφυλάξεις. Αλλά θα έχει κερδίσει το ουσιώδες: τον συμβολικό και βαθύ παραδειγματικό χαρακτήρα μιας συμφωνίας, γιατί τότε θα γίνει κοινός ο σκοπός. Τι θέλω να πω: τι εμποδίζει κάθε φορά ν’ αποκτήσει ένας σκοπός καθολικότητα; Εμποδίζει στο μέτρο που είναι πρακτικός και δεν μας δίνει ταυτότητα.

– Δηλαδή;

– Τώρα έχουμε μια κρίση εμπιστοσύνης, που έχει οδηγήσει σε μια τρομακτική απώλεια αυτοπεποίθησης. Εχουμε έναν λαό που έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά κι έχει παραδοθεί. Λέει ότι η Ελλάδα δεν υπάρχει πια. Επομένως αυτή τη στιγμή ενδιαφέρουν πρακτικά μέτρα που έχουν ταυτότητα, δηλαδή που έχουν προοπτική. Αυτά τα μέτρα είναι άλλης τάξεως από τη σωστή, αριθμολογική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Τότε, σε επίπεδο αισθήματος, θα υπάρξει -έστω για μικρό διάστημα- η καθολικότητα. Τι έγινε το ’40;

– Και η ελάσσων αντιπολίτευση;

– Η ελάσσων αντιπολίτευση δεν έχει μάθει στη θετικότητα. Δεν έχει μάθει να αντιπολιτεύεται θετικά. Εχει μάθει να αντιπολιτεύεται μόνο καταστροφικά. Αυτό είναι που την κρατάει μονίμως αντιπολίτευση. Γιατί η ζωή έχει ανάγκη από «ναι».

  
Η συνάντηση

Την «Brasserie» επέλεξε για το γεύμα ο Στέλιος Ράμφος, στην οδό Βαλαωρίτου, στο κέντρο της Αθήνας. Είναι φανερό ότι είναι το αθηναϊκό στέκι του. Ο ίδιος παρήγγειλε μια σαλάτα διαίτης και τη συνόδευσε με νερό -δεν πίνει σχεδόν καθόλου και ποτέ- κι εγώ μια σαλάτα για πρώτο και μια στραπατσάδα για κύριο, μ’ ένα ποτήρι κρύας μπίρας. Οσο κι αν επιμείναμε, ήταν ανένδοτος: το γεύμα ήταν δικό του.

Oι σταθμοί του
 1939

Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και σπούδασε στη Νομική Σχολή.

1965

Φεύγει για το Παρίσι, όπου σπουδάζει Φιλοσοφία και αργότερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν.

1974

Μετά την πτώση της δικτατορίας επιστρέφει στην Ελλάδα. Στο διάστημα αυτό έχει γράψει κι έχει εκδώσει όλα τα έργα του -περισσότερα από είκοσι βιβλία- αλλά και πολλά άρθρα σε περιοδικά και στον ημερήσιο Τύπο. Ο ίδιος θεωρεί ότι αυτές οι τρεις χρονολογίες είναι οι βασικοί σταθμοί της ζωής του.

Μερικοί τίτλοι των έργων του είναι: «Μαρτυρία και Γράμμα: Απόλογος για τον Μαρξ και λόγος για τον Καστοριάδη», «Χρονικό ενός καινούργιου χρόνου», το δίτομο «Μίμησις εναντίον μορφής, Εξήγησις εις το Περί Ποιητικής του Αριστοτέλους» και «Πελεκάνοι Ερημικοί, Ξενάγησι στο Γεροντικόν», «Ονομάτων επίσκεψις», «Το αδιανόητο τίποτα» κ.ά.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Θρησκείες και θάνατος: η δοκιμασία του προσώπου


Του π.Βασιλείου Θερμού

Ο θάνατος αποδεικνύεται η οριακή πρόκληση για τον άνθρωπο, αφού ο τελευταίος καλείται να διαμορφώσει μια στάση απέναντι του χωρίς να γνωρίζει το μετά, αγνοώντας δηλαδή το ουσιαστικό περιεχόμενο της κατάστασης θανάτου. Είναι η μοναδική πτυχή της ανθρώπινης ζωής για την οποία ισχύει ένα απόλυτο γνωσιολογικό κενό. Όλες οι στάσεις του ανθρώπου απέναντι σε άλλες πτυχές και φαινόμενα της ζωής επηρεάζονται και διορθώνονται είτε από το δίπολο ‘δοκιμή-λάθος’ είτε από την παρατήρηση των άλλων και την πείρα τους. Με τον θάνατο ο άνθρωπος βιώνει ένα «τυφλό παίγνιο», αφού η μεν πείρα των άλλων δεν μπορεί να κοινολογηθή εξ ορισμού, ενώ όσοι μιλούν γι’ αυτόν δεν έχουν πείρα του. Εν ολίγοις δεν υπάρχει διαθέσιμος επιστημονικός τρόπος να αποδειχθή η ορθότητα μιας υπαρξιακής επιλογής και στάσης έναντι του θανάτου.
Ενώ στην παραδοσιακή κοινωνία ο θάνατος εμφανίζεται σχετικά «εξημερωμένος», ως φυσιολογικό μέρος της ζωής, από τη νεωτερικότητα και μετά «εξαγριώνεται», αρχίζει να γίνεται σκάνδαλο και ανυπέρβλητη απειλή, αφού εκμηδενίζει το νέο κέντρο βάρους και πηγή κάθε αξίας, το νεωτερικό υποκείμενο.1 Το περιβόητο άγχος του θανάτου, ενώ ως υπαρξιακό βίωμα είναι διαχρονικό, ως συγκεκριμένη συμπτωματολογία κοινωνικής και ατομικής παθολογίας αποτελεί καθαρά νεωτερικό κατασκεύασμα. Και τούτο διότι το άγχος του θανάτου εύλογα διογκώνεται σε βαθμό ανάλογο προς την αξία εκείνου που διακυβεύεται και το νεωτερικό αυτόνομο υποκείμενο τώρα έχει καταστή επίκεντρο του ενδιαφέροντος και απέκτησε αυταξία, έξω και πέρα από τις παλιές συλλογικότητες.

Έτσι προκύπτουν οι γνωστοί μηχανισμοί της απώθησης και της άρνησης, ενώ εγκόσμιες «θρησκείες», τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο οι ψυχοθεραπείες ή ο καταναλωτισμός, έχουν επιστρατευθή για να «θεραπεύσουν» (τρόπος του λέγειν) την αγωνία του θανάτου.2 «Ποιά είναι η στάση μας απέναντι στον θάνατο; έχω τη γνώμη ότι είναι πολύ παράξενη. Γενικά συμπεριφερόμαστε ωσάν να θέλαμε να εξουδετερώσουμε το θάνατο από τη ζωή, θέλουμε να τον περιορίσουμε τρόπον τινά σε σιγή θανάτου, τον σκεπτόμαστε ωσάν εις θάνατον!... Κανένας από εμάς δεν πιστεύει κατά βάθος στο δικό του θάνατο».3 Ας συγκρατήσουμε την οξυδερκή παρατήρηση του Φρόϋντ ότι αγωνιζόμαστε να καταδικάσουμε σε θάνατο τον θάνατο! Η «θεραπεία» έρχεται εντελώς φαντασιακά, με μια ομόλογη τιμωρία.

Ο Μπωντριγιάρ διέκρινε πως οι πεισματικές απόπειρες να απωθήσουμε στην εποχή μας τον θάνατο (κυρίως μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης) και να τον διαχωρίσουμε από τη ζωή, καταλήγουν τελικά σε ένα πολιτισμό που διαποτίζεται από τον θάνατο. (Το απωθημένο εκδικείται και επιστρέφει). Όλες οι υπάρχουσες δράσεις απώθησης και ελέγχου, λέγει, έχουν τις ρίζες τους στον καταστροφικό διαχωρισμό του θανάτου από τη ζωή.4 Η μανιακή απόκτηση ηδονών και αγαθών καταλήγει να γίνει διαστροφή (με την ψυχιατρική έννοια), η οποία σέρνει μαζί της τον θάνατο εγγενώς, παρά τις υπερβολικές προσπάθειες του εξωραϊσμού τον οποίο επιχειρεί η διαφήμιση και η εν γένει κοινωνία του θεάματος.

Η θρησκεία θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση σε αυτό το δράμα, ως το τέρμα και η ακύρωση κάθε απώθησης. Δυστυχώς όμως συχνά εκτρέφει ιδεολογήματα που ενισχύουν τη απώθηση του θανάτου, ή ακόμη χειρότερα, την διείσδυση του μέσα στη ζωή, αν θυμηθούμε την θρησκευτική τρομοκρατία η οποία μιλά και δρα με γνώμονα το μίσος, δηλαδή από τη θέση του θανάτου, σκορπώντας τον και κυριολεκτικά μερικές φορές. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από την ενασχόληση με τον θάνατο και όσο περισσότερο απεγνωσμένα «ελαφραίνει» τη συζήτηση τόσο πιο πολύ καλεί τη σκιά του θανάτου βαρειά επάνω του.

Με την άγνοια μας λοιπόν, τόσο την εμπειρική όσο και την επιστημολογική, παραμένει μόνο ο δρόμος της πίστης, δηλαδή το προνομιακό πεδίο των θρησκειών. Όλες οι θρησκείες έχουν αποψη για τον θάνατο και (καθόλου τυχαίο) όλες δέχονται την μετά τον θάνατο συνέχεια. Καμία δεν αποδέχεται τον μηδενισμό της εξαφάνισης. Έχουν διαμορφώσει ένα πλέγμα αντιλήψεων για την μεταθανάτια ανταμοιβή ή τιμωρία5, επειδή έχουν προηγουμένως εξοπλίσει τον πιστό τους και με ένα σύστημα ηθικών προτάσεων και διανοητικων ερμηνειών του συμπλέγματος ζωή-θάνατος. Απώτερος στόχος και ορίζοντας της μεταθανάτιας πρότασης εμφανίζεται η υπέρβαση του χρόνου, με τη μορφή της αθανασίας. Αν ο χρόνος είναι, κατά τον Ελύτη, «γλύπτης των ανθρώπων παράφορος», ο πόθος της αθανασίας συνιστά και ένα είδος «ρεβάνς» απέναντι στον παράγοντα εκείνο που, μέσα από σαγηνευτικές παραπλανήσεις, οδήγησε τελικά το ανθρώπινο ον στη φθορά και στον θάνατο, δηλαδή στην αφαίρεση του απόλυτου ελέγχου πάνω στον εαυτό του.


Θα τολμήσω εδώ παρενθετικά τον ισχυρισμό πως η αθανασία ως πανανθρώπινη δίψα γνωρίζει και μη θρησκευτικές μορφές. Για παράδειγμα, η απόλυτη αξίωση των ουτοπιών και η ναρκισσιστική παντοδυναμία της επιστήμης αποτελούν δύο άτυπες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται συγκαλυμμένος (ως «μεταφορά») και περισσότερο «νομιμοποιημένος» ο ποθος της αθανασίας. Αν ώριμη αντιμετώπιση του θανάτου είναι η ικανότητα για πένθος, τότε η ανικανότητα να πενθήσουμε λαμβάνει ποικίλες μορφές μέσα στον πολιτισμό, μία εκ των οποίων είναι και η ουτοπία της αθανασίας.
Αν, όπως έχει επισημανθή, «κοιτίδα της δοξασίας για την αθανασία είναι η θρησκεία»6, εν τούτοις κατά την σαφή θεολογική τοποθέτηση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «μια ‘αθανασία ασωμάτων ψυχών’ δεν θα έλυνε το ανθρώπινο πρόβλημα... Οι χριστιανοί προσδοκούν κάτι μεγαλύτερο από μια ‘φυσική’ αθανασία, λαχταρούν μια αιώνια κοινωνία με το Θεό, μια θέωση».7 Βάση σε αυτή την θεολογική πρόταση αποτελεί το αίτημα της αρτιότητας του ανθρώπου (να είναι το ανθρώπινο πλάσμα ολοκληρωμένο) και ο ποθούμενος στόχος εδώ βρίσκεται σε μια σχέση.

Αλλά όσοι βιάστηκαν να ονομάσουν την κοινωνία μας μεταχριστιανική καλό θα είναι να προβληματισθούν μήπως δεν έχει ακόμη καν εκχριστιανισθή πλήρως. Ο προβληματισμός για τη θέωση φαίνεται τόσο δυσεύρετος σήμερα ανάμεσα στην φοβική ανησυχία για μια τιμωρία στην κόλαση ή στην βεβαιότητα για τη μεταθανάτια ανυπαρξία ή στην δυσπιστία προς την κοινή ανάσταση. Ο σημερινός έλληνας δηλαδή παραπαίει μεταξύ νομικισμού, μηδενισμού, και παγανισμού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα εξέχον προϊόν της παραδοσιακής μας κοινωνίας, το δημοτικό τραγούδι, φαίνεται να αντιστέκεται στον εκχριστιανισμό του. «Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, από τη χριστιανική εικονοποιία περί Παραδείσου και Κολάσεως το δημοτικό τραγούδι αγνόησε ολότελα την πρώτη και κράτησε μόνο τη δεύτερη, τη γενίκευσε και την ταύτισε με τη μεταθανάτια ζωή... (Στα μοιρολόγια) μόνο η επίγεια ζωή έχει αξία. Καμία συνείδηση αμαρτίας, καμία μετάνοια ή αίτηση συγχώρησης, καμία προσδοκία αναστάσεως. Η μόνη ανάσταση που μπορεί να νοηθή στον δημοτικό θρήνο είναι η επάνοδος στον επάνω κόσμο».8 Η διαπίστωση αυτή εγείρει καίρια ερωτήματα για τη νεοελληνική ταυτότητα, μια και είναι πιθανό να αποτελεί μέρος και σύμπτωμα μιας γενικώτερης απουσίας της χριστιανικής διδασκαλίας και από άλλες πτυχές το λαϊκού πολιτισμού. Θα άξιζε δε να συνδυασθή με τα ευρήματα ερευνών σύμφωνα με τα οποία οι έλληνες νέοι σήμερα δηλώνουν ότι πιστεύουν στον Θεό σε ποσοστό 85%, αλλά ταυτόχρονα 58% δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, 56% δεν πιστεύουν στην ενανθρώπησή Του, 54% δεν πιστεύουν στη Δευτέρα Παρουσία και 42% δεν πιστεύουν στα θαύματα!

Αν λάβουμε υπ’ όψη, από τη μια την ανθεκτικότητα αυτή της παγανιστικής παράδοσης (που διαθέτει και πληθώρα άλλων συμπτωμάτων στη ζωή του λαού μας) και από την άλλη την αυξανόμενη στον δυτικό κόσμο δημοφιλία θρησκειών όπως το Ισλάμ και οι απωασιατικές (ινδουϊσμός, βουδισμός), ίσως νομιμοποιούμαστε να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσο υφίσταται μια διαχρονική τάση να ευνοούνται από τα πλήθη θρησκευτικές επιλογές οι οποίες κατεβάζουν τον πήχυ ως προς την μεταθανάτια ευδαιμονία. Και με αυτό εννοώ ότι σε μαζικό επίπεδο φαίνονται αρκετά ελκυστικές οι θρησκείες εκείνες οι οποίες προτιμούν να χαράσσουν σαφείς οδηγίες ηθικής συμπεριφοράς που οδηγούν νομοτελειακά σε μεταθανάτια ανταμοιβή.

Αλλά και στο εσωτερικό του χριστιανισμού τείνουν να ευνοούνται από τους πολλούς εκδοχές θρησκευτικότητας μάλλον μαγικού τύπου, δηλαδή δεσμευτικές για το θείο, παρά εκδοχές πιο υπαρξιακές οι οποίες βασίζονται σε προσωπική σχέση αγάπης με τον Θεό. Υπάρχουν ασφαλώς πολλοί λόγοι που καθορίζουν την ποιότητα της θρησκευτικότητας κάποιου, αλλά νομίζω ότι αξίζει να τονισθή και το κίνητρο εκείνο που σχετίζεται με την κατάσταση επέκεινα του θανάτου. Με άλλα λόγια, προτιμώνται πιο «στεγνές» και «ψυχρές» προσδοκίες μεταθανάτιας ευωχίας αν δίνουν την εντύπωση ότι μπορείς με την συμπεριφορά σου να δεσμεύσεις τον Θεό να σου τις παράσχει, παρά το βάθος και ο πλούτος της θέωσης αφού αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την ανάπτυξη κάποιας νεφελώδους, μη μετρήσιμης, σχέσης ανθρώπου και Θεού την οποία αδυνατείς να θέσεις υπό τον απόλυτο έλεγχό σου.

Έτσι τείνω να δω την στάση του πιστού προς τον θάνατο ως ένα πρόβλημα σχέσης με τον όποιο θεό του, στο οποίο οι ιδιότητες αυτής της σχέσης θα χρωματίσουν, για καλό ή για κακό, τη στάση του προς την προοπτική του προσωπικού του θανάτου και την ηθική του συμπεριφορά. Αλλά η σχέση μάς παραπέμπει αναπόφευκτα στην έννοια του προσώπου. Όπως θα δούμε, το πρόσωπο δοκιμάζεται από τον θάνατο αλλά και δοκιμάζει τις θρησκείες ενώπιον του θανάτου.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ματσούκας: «Ο θάνατος, ενώ κορυφώνει τό κακό στον κόσμο στα όρια της προσωπικής εμπειρίας, συνάμα ο ίδιος διαδραματίζει πολλούς ρόλους στις δημιουργικές επιδόσεις του ανθρώπου. Κατά παράδοξο τρόπο ο θάνατος γίνεται ο ‘σκοτεινός’ καθρέφτης της ανθρώπινης υπαρξης. Σ’ αυτόν καθρεφτίζεται και μαθαίνει κατά το εφικτό ποια είναι. Το σκοτάδι του θανάτου γίνεται το πέρασμα προς τη ζωή και το νόημα της».9 Με άλλα λόγια η παγκόσμια σταθερά του θανάτου επιτρέπει τη διαμόρφωση και αποκάλυψη του ανθρωπίνου προσώπου, γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο μπορεί να ξεδιπλωθή το δυναμικό του μέσα στη ζωή, το κίνητρο  και ο καταλύτης της αλλαγής. Είναι μόνο επειδή υπάρχει το όριο που μπορεί να μάς δίδεται η εντύπωση μιας απεριόριστης προσωπικής και συλλογικής ανάπτυξης.

Συμπληρώνει ο ίδιος: «Ο άνθρωπος πεθαίνει από τη στιγμή που έμαθε πως πεθαίνει. Τον θάνατό του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον συσχετίζει όχι προς την καταστροφή της βιολογικής του υπόστασης- κάτι τέτοιο το θεωρεί πολύ φυσικό έτσι κι αλλιώς- αλλά προς την απώλεια του προσώπου του, προς τον εκμηδενισμό της προσωπικής του ζωής», γι’ αυτό «πολλές φορές θυσιάζει τη ζωή του με άμεσες ή έμμεσες ενέργειες του για να εξασφαλίσει μεταθανατια φήμη και ένα ηρωικό όνομα».10 Με άλλα λόγια, ο βιολογικός θάνατος δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, ενώ αντίθετα «ο προσωπικός εκμηδενισμος αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής που ρωτάει για ποιό λόγο ένα πρόσωπο να χάνεται».11 Επιθυμώντας δηλαδή να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιά είναι η ψυχολογική φύση του άγχους του θανάτου, θα διαπιστώναμε μεν ότι πολλοί βιώνουν την αγωνία του θανάτου ως άγχος ενός ριζικού αποχωρισμού, ένα είδος υπαρξιακού πλέον άγχους αφού δεν πρόκειται για ένα εκ των συνηθισμένων γήινων αποχωρισμών, θα έπρεπε όμως ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι άλλοι οδυνώνται με τη μορφή της αγωνίας ενώπιον του εκμηδένισης, μια μορφή αγωνίας ανώτερη ποιοτικά από την προηγουμένως αναφερθείσα.

Στο σημείο αυτό λοιπόν θα ήθελα να διατυπώσω την κεντρική πρόταση μου πως η στάση των θρησκειών απέναντι στον θάνατο εξαρτάται από –και ουσιαστικά μετατοπίζεται στην- στάση τους απέναντι στην έννοια του προσώπου. Το αν το πρόσωπο εκμηδενίζεται ή με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνεται με τον θάνατο συνιστά βαρόμετρο της σημασίας που κατέχει ο θάνατος στη συγκεκριμένη θρησκεία ή θρησκευτική στάση. Και κατά φυσική συνέπεια είναι ανάλογοι και οι μηχανισμοί παρηγοριάς που η θρησκεία προσφέρει, δηλαδή στην πραγματικότητα οι χρήσεις της θρησκείας.
Στο σημείο αυτό βρίσκω εξόχως διδακτική και βοηθητική την περίπτωση του γνωστού Ρώσου αρχιμανδρίτη Σωφρονίου του Έσσεξ, ο οποίος έχει στα γραπτά του αποκαλύψει πολλές πτυχές του προσωπικού του ταξιδιού προς την πίστη. «Για τον γέροντα Σωφρόνιο το γεγονός του θανάτου αποκαλύπτει την υποστατική αρχή του ανθρώπινου είναι, αναδεικνύοντας το στοιχείο της ‘μικρο-απολυτότητας, ακόμα και της ‘μικρο-θεότητας’ το ανθρώπου- αν και στην αρνητική τους διάσταση. Ο θάνατος φανερώνει την ‘μικρο-απολυτότητα’ και ‘θεοείδεια’ του ανθρώπινου προσώπου. Εάν το πρόσωπο, ένα θεοειδές κέντρο, πάψει να υπάρχει, τότε οτιδήποτε συνέλαβε η συνείδηση- ο κόσμος ολόκληρος όπως υποκειμενικά τον προσλαμβάνει το συγκεκριμένο πρόσωπο- πεθαίνει μαζί του».12
Με αφορμή την τραγική εμπειρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου διακρίνουμε μια βασανιστική υπαρξιακή αγωνία του γέροντα Σωφρονίου ενώπιον του θανάτου ως μηδενισμού: «Ο θάνατός μου ελάμβανε μορφήν αφανισμού πάντων εκείνων άτινα εγνώριζον και μετά των οποίων συνεδεόμην υπαρκτικώς. Και τούτο ανεξαρτήτως του πολέμου. Ο αναποφευκτος θάνατός μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: ‘εις ολιγώτερον’. Ουχί. Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησις μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα, έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού. Ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης... Η αιωνία λήθη, ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ, εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου».13

Το παραπάνω αγωνιώδες βίωμα οπωσδήποτε το συμμερίζονται πολλοί άλλοι, λίγοι όμως είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να εξαγάγουν από αυτό συμπεράσματα για το ανθρώπινο πρόσωπο: «Και ιδού, άνευ οιουδήποτε συλλογισμού, αίφνης εγεννήθη εν τη καρδία μου η σκέψις: Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού».14 Ο άνθρωπος δηλαδή είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του.15 Ο γέροντας Σωφρόνιος συν τω χρόνω επεξεργάσθηκε διεξοδικά τις σκέψεις του για το ανθρώπινο πρόσωπο και τις διατύπωσε σε διάφορα έργα του, παρέχοντάς μας έτσι ένα εμπλουτισμό και μια εμβάθυνση της θεολογικής μας κληρονομιάς που διαμόρφωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Η φανέρωση αυτή του ανθρωπίνου προσώπου μέσα από την οδυνηρή βίωση του μυστηρίου του θανάτου επιτρέπει στο πρόσωπο και το παρακινεί να ζήσει υποστατικά, δηλαδή με αγάπη και ελευθερία. Αλλού γράφει: «η ‘μυστική’ μνήμη του θανάτου ελευθερώνει».16 Εδώ έχουμε μια πλήρη ανατροπή: η κατ’ εξοχήν δέσμευση και δουλεία του ανθρώπου στον κοινό προορισμό, ο θάνατος, να έχει τη δυνατότητα να ελευθερώνει! Αλλά αυτό καθίσταται εφικτό μόνο μέσα από το πρόσωπο του Χριστού.

Η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του, φυσικά δεν είναι αποκλειστικά χριστιανική. Η ειδοποιός διαφορά που κομίζει ο χριστιανισμός έγκειται στο γεγονός ότι εδώ την αγωνία του θανάτου αγκάλιασε ο Ίδιος ο Θεός. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Χριστός έρχεται στον θάνατο με φόβο, όχι όπως ο Σωκράτης. Επιζητεί στήριξη από τους μαθητές Του. Αισθάνεται εγκαταλελειμμένος από τον Πατέρα Του προς τον Οποίο καταφεύγει με αγωνιώδεις δεήσεις (Εβρ. 5: 7).17 Αλλά αναλαμβάνοντας εκούσια την ανθρώπινη μοίρα του θανάτου κατέστησε και τον θάνατο (μαζί με όλη την ανθρώπινη φύση και ζωή) υπαρξιακό «τόπο» του Θεού. Έτσι ώστε, αντίστροφα, να γίνει ο «τόπος»-τρόπος του Θεού (με ό,τι αυτό σημαίνει) κατοικία του ανθρώπου. Επειδή η θεότητα μπόρεσε να χωρέσει μέσα στην αγωνία του θανάτου, και τελικά στον θάνατο τον ίδιο, εγκαταστάθηκε οριστικά μέσα στην ανθρωπινότητα. Η εμπιστοσύνη που τελικά έδειξε ο Υιός-Χριστός προς τον Πατέρα Του, και η οποία δικαιώθηκε με την Ανάσταση, γίνεται εικόνα και πρότυπο της εμπιστοσύνης την οποία καλείται να δείξει ο πιστός προς τον Χριστό, δηλαδή προς ένα Θεό που όντως πέθανε ο Ίδιος και αναστήθηκε. Εμπιστοσύνη προσώπου προς Πρόσωπο.

Συνεπώς στη χριστιανική πρόταση ζωής ο πιστός επωφελείται από την Ενανθρώπηση, τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, για να συνδεθή μαζί Του προσωπικά, με τρόπο οντολογικό και όχι απλά συναισθηματικό, κατά το παύλειο «επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. 1: 23). Ο θάνατος δηλαδή αλλάζει περιεχόμενο και μετατρέπεται σε συνάντηση και κοινωνία με ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο-πηγή κάθε ζωης και κάθε χαράς. Το (αλλιώς ανυπέρβλητο) πρόβλημα του θανάτου μετασχηματίζεται τώρα σε συνάντηση και αδιαμεσολάβητη κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού, γι’ αυτό και η νεκρώσιμη ακολουθία μπορεί να ψάλλει: «Εν τω φωτί Χριστέ του προσώπου Σου και τω γλυκασμώ της Σης ωραιότητος ον εξελέξω ανάπαυσον ως φιλάνθρωπος».18

Έτσι νοηματοδοτείται ξανά από την αρχή ολόκληρος ο κόσμος και η ζωή. Έτσι μόνο κατανοεί κανείς εκφράσεις σαν αυτή του π. Δημητρίου Στανιλοάε, ότι με την Ανάσταση του Χριστού «ο χρόνος, από το να είναι ροή προς το θάνατο, κίνηση προς το χωρίς νόημα σκοτάδι, μετατράπηκε τώρα σε κίνηση προς την ανάσταση, μια ολοφώτεινη αποκάλυψη, ένα ατέλειωτο πανηγύρι».19

 Σημειώσεις

1 Δημήτρη Μπεκριδάκη «Πέρα από τον ‘εξαγριωμένο’ θάνατο». Θρησκειολογία, τ. 3, 2002, σ. 153-170 (156).

2  Για τη σημερινή άρνηση του θανάτου στον δυτικό κόσμο βλέπε ενδεικτικά Ernest Becker The denial of death, The Free Press, 1973. Κρίστοφερ Λας Η κουλτούρα του ναρκισσισμού (1979), εκδ. Νησίδες, 1999, σ. 201-210. π. Φιλοθέου Φάρου Το πένθος, εκδ. Ακρίτας, 1981, σ. 58-67. Jonathan Dollimore Death, desire, and loss in western culture. Penguin books, 1998. Ζygmunt Bauman Ρευστός φόβος (2006), εκδ. Πολύτροπον, 2007, σ. 37-75. Επίσης στο βιβλίο «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, τα άρθρα του Δημήτρη Μαγριπλή Κοινωνικές καταγραφές του θανάτου από το Βυζάντιο έως σήμερα στην Ελληνική πραγματικότητα (σ. 17-48) και του Γεωργίου Αλεξιά Ο θάνατος ως show, ως καταναλωτικό αγαθό: η περίπτωση της έκθεσης ”Body Worlds”, σ. 73-98.

3 Σίγκμουντ Φρόϋντ «Εμείς και ο θάνατος» (1915), Εκ των υστέρων, τ. 7, 2002, σ. 9-21 (10).

4 Jean Baudrillard Symbolic exchange and death (1976), transl. Iain Hamilton Grant. Sage, 1993, σ. 127, 130.

5 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 93-116.

6 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 94.

7 π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ Δημιουργία και απολύτρωση, εκδ. Πουρναρά, σ. 274-275.

8 Σταύρου Ζουμπουλάκη «Δημοτικό τραγούδι, λαϊκός πολιτισμός και Ορθόδοξη Εκκλησία». Νέα Εστία, Μάρτιος 2005, σ. 336-347 (338-339). Βλ. καί Αριστείδη Δουλαβέρα Η αξία της ζωής και η απαξία του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 49-72.

9 Νίκου Ματσούκα Το πρόβλημα του κακού, εκδ. Πουρναρά, 3η έκδ. 1992, σ. 91.

10ό.π., σ. 96.

11 ό.π., σ. 97.

12 π. Νικολάου Σαχάρωφ Αγαπώ, άρα υπάρχω: η θεολογική παρακαταθήκη του γέροντα Σωφρονιου, 2η έκδ., 2008, Εν πλω, σ. 315.

13 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 18.

14 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 19.

15 Για την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία βλ. Πάουλ Τίλλιχ Το θάρρος της υπάρξεως, εκδ. Δωδώνη και Σόρεν Κίρκεγκαρντ Η έννοια της αγωνίας, εκδ. Δωδώνη.

16 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 25-27. Βλ. και Κωνσταντίνου Κορναράκη Si vis vitam, para mortem: Η αγωνία της υπάρξεως ενώπιον του θανάτου στη διαλεκτική μεταξύ θεολογικής και κοσμολογικής επιστημονικής σκέψεως. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 169-202.

17 Oscar Cullmann Αθανασία της ψυχής ή Ανάσταση εκ των νεκρών; Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης, εκδ. Άρτος Ζωής, 1993, σ. 36-37.

18 Για μια σύγχρονη θεολογία του θανάτου βλ. π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη Εν ασθενείαις καύχησις: θέματα εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, εκδ. Αρμός, σ. 31-43 και Ιωάννη Πλεξίδα Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου: δοκίμιο για την ανθρώπινη περατότητα με αφορμή τις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Αρμός, καθώς και τον συλλογικό τόμο Το μυστήριον του θανάτου εις την Λατρείαν της Εκκλησίας (πρακτικά θ΄ πανελληνίου λειτουργικού συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2009.

19 π. Δημητρίου Στανιλοάε Ορθοδοξία, αναστάσιμη ζωή. «Ανάσταση και ζωή», Αρμός, 1996, σ. 104.

*Εισήγηση στα πλαίσια της εκδήλωσης της Εταιρείας Μελέτης των Σχέσεων Επιστήμης και Θρησκείας (ΕΜΕΣΕΘ) της 31 Μαΐου 2011 με θέμα "Λογος περί θανάτου: Θρησκεία, Τέχνη και Επιστήμη μπροστά στο μεγάλο ερώτημα του θανάτου".

πηγή: Αντίφωνο

Η πέμπτη δόση τού δανείου καί οι «αγανακτισμένοι» πολίτες


Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Παρακολουθούμε όλοι τίς συζητήσεις γιά τήν πέμπτη δόση τού δανείου πού θέλουμε νά εισπράξουμε από τήν Τρόϊκα, προκειμένου νά μήν καταρρεύση η οικονομία τής Πατρίδας μας. Κατ' αρχάς, παρατηρούμε ευχάριστα ότι όλοι μιλούν γιά τήν Πατρίδα καί τήν σωτηρία της, μιά έννοια πού τόν τελευταίο καιρό είχε ατονίσει χάριν τής παγκοσμιοποίησης καί τών αγαθών της. Χωρίς νά παραμελούμε τήν οικουμενικότητα, δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τήν αξία τής Πατρίδος.
Έπειτα, τά σχετικά μέ τήν πέμπτη δόση τού δανείου μού υπενθύμισαν τήν δόση τού «ναρκωτικού» πού αναμένει μέ πολύ μεγάλη επιθυμία ο εξαρτημένος, τήν οποία δόση πρέπει νά λαμβάνη κατά διαστήματα γιά νά μήν εμφανισθούν τά συμπτώματα τής στέρησης, αλλά αυτό τόν αφήνει μέσα στόν κλοιό τής δουλείας. Ο καθηγητής Αντώνιος Κουτσελίνης δίνοντας τόν ορισμό τής εξάρτησης γράφει ότι ως εξάρτηση «νοείται μιά κατάσταση ψυχική ή καί φυσική ("σωματική") πού εμφανίζεται ως αποτέλεσμα τής επίδρασης ενός φαρμάκου σ' ένα ζωντανό οργανισμό καί χαρακτηρίζεται από μιά ποικιλία εκδηλώσεων, μέσα στίς οποίες περιλαμβάνονται πάντοτε η διάθεση γιά τήν συνέχιση λήψης τού φαρμάκου, μέ σκοπό τήν επανεκδήλωση τών φαρμακολογικών ενεργειών του ή αντίθετα τήν αποφυγή δυσάρεστων συμπτωμάτων πού μπορεί νά εκδηλωθούν, όταν δέν ληφθεί».
Δεδομένου ότι η εξάρτηση είναι σωματική, ψυχολογική καί ιδεολογική, σκέφθηκα ότι η ελπίδα καί η επιδίωξη τής λήψης τής πέμπτης δόσης θυμίζει έναν εξαρτημένο οργανισμό, πού είναι εθισμένος στά ψευδαισθησιογόνα-παραισθησιογόνα «ναρκωτικά», τά οποία «προκαλούν διαταραχές τής αντίληψης τού επιπέδου συνείδησης καί τού θυμικού». Έτσι, η αναμενόμενη οικονομική δόση υπενθυμίζει τήν κατάσταση ενός λαού πού είναι εξαρτημένος, πού έχει εθισθή στό φάρμακο καί, όταν τού τό παίρνουν, αντιμετωπίζει τά συμπτώματα τής στέρησης. Γιά νά θυμηθώ τόν Μαρκούζε, αυτό παραπέμπει στόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» καί τήν «μονοδιάστατη κοινωνία», η οποία παραθεωρεί τό «ουσιώδες» τού βίου πού έχει σχέση μέ τό νόημα ζωής, πού δέν στηρίζεται στήν πλαστικότητα τών αναγκών καί τήν δουλοπρέπεια.
Τά ερωτήματα είναι πολλά: τόσα χρόνια, λοιπόν, ως λαός καί ως κοινωνία έχουμε υποστή εξάρτηση σέ τέτοιες ανούσιες «ουσίες» πού προκαλούν ψευδαισθήσεις καί χρειαζόμαστε αλλεπάλληλες δόσεις; Καί θά περιμένουμε πάντοτε από τούς παγκόσμιους εμπόρους τών «ναρκωτικών ουσιών» νά μάς δίνουν τίς δόσεις γιά νά μήν υποστούμε τίς συνέπειες τής στέρησης; Τό πρόβλημα είναι οι δόσεις ή η απεξάρτηση καί η θεραπεία από τήν αναζήτηση ψευδαισθήσεων, παραισθήσεων μιάς ευτυχισμένης ζωής; Τελικά, χρειαζόμαστε «ευτυχία ή ελευθερία»;
Βλέπω τήν αντίδραση τών «αγανακτισμένων», αλλά καί «εξαγριωμένων» πολιτών καί δέν θέλω νά τήν ερμηνεύσω μέσα από τήν διαδικασία τής στέρησης, αλλά μέσα από τήν διαδικασία τής ελευθέρωσης από ποικίλες εξαρτήσεις πού μάς επιβάλλουν ξένα καί ντόπια οικονομικά κέντρα συμφερόντων καί ποικιλόμορφοι μηχανισμοί. Νομίζω ότι αναζητείται η ελευθερία από τόν φαύλο κύκλο τού ψεύδους, τών υποσχέσεων μιάς ευτυχισμένης ζωής, πού καί αυτή δέν έρχεται. Έχει κουρασθή ο κόσμος από τήν απόκρυψη τής αλήθειας πού γίνεται από αυτούς πού έπρεπε νά ενημερώνουν πλήρως τόν λαό, αλλά καί από τήν ανεργία καί τήν στέρηση τών αναγκαίων γιά τήν βιολογική ζωή.
Πάσχει όμως καί η κοινωνία μας. Η διαφθορά έγινε μέρος τού κοινωνικού καί οικονομικού συστήματος καί δέν φαίνεται ελπίδα διόρθωσης. Γνωρίζω ότι στό μέσον τής οικονομικής κρίσης δέν γίνονται οικονομικοί έλεγχοι, οι οποίοι έχουν διαταχθή πρό πολλών ετών, δέν καταβάλλονται οφειλόμενα πρόστιμα στό Κράτος, μηνύονται στά δικαστήρια έντιμοι υπάλληλοι πού τόλμησαν νά αποδώσουν ευθύνες, ενώ άλλοι υπάλληλοι πού έκαναν τά πάντα νά μήν επιστραφή στό Κράτος ΦΠΑ επιβραβεύονται μέ θέσεις γιά νά εισπράξουν τούς φόρους από τόν λαό! Ζούμε σέ μιά κοινωνία πού κολυμπάει στό ψέμα καί τήν υποκρισία. Τιμωρούνται απλοί πολίτες πού οφείλουν ελάχιστα ποσά καί παραμένουν ατιμώρητοι καί ελεύθεροι όσοι υπήρξαν αιτία νά δαπανηθή τό δημόσιο χρήμα. Από τήν άλλη πλευρά μερικοί πολιτικοί σκέπτονται ακόμη τό πολιτικό κόστος. Εδώ καταρρέει ο οικονομικός καί κονωνικός ιστός τής Πατρίδας μας καί ακόμη οι πολίτες υπολογίζονται ως ψήφοι.
Σκέπτομαι, όμως, μέ απλότητα καί ενδεχομένως μέ αφέλεια: Γιατί η υπεύθυνη κυβέρνηση δέν καλεί σέ συναγερμό όσους γνωρίζουν τήν οικονομική κατάσταση τής χώρας, δηλαδή τούς πρώην πρωθυπουργούς, τούς πρώην υπουργούς οικονομικών, τούς πρώην διευθυντάς τραπεζών, τούς ειδήμονες καθηγητές, επιτυχημένους επαγγελματίες κλπ., ώστε νά βρεθή διέξοδος από τήν κρίση μέ γνώση, αποφασιστικότητα, δικαιοσύνη καί ρεαλισμό; Στήν περίπτωση τού πολέμου γίνονται επιστρατεύσεις όσων μπορούν νά φέρουν όπλα. Στήν δική μας περίπτωση δέν πρέπει νά γίνη τό ίδιο;
Επειδή άρχισα τό άρθρο αυτό μέ τό παράδειγμα τού εξαρτημένου από εξαρτησιογόνες ουσίες μπορώ νά τό κλείσω μέ τήν σκέψη ότι η εξάρτηση δέν αντιμετωπίζεται μέ δόσεις, αλλά μέ μέτρα καταστολής πού πρέπει νά ληφθούν εναντίον τών εμπόρων τών «ναρκωτικών», πού αφιονίζουν τόν λαό μέ στόχους ευημερίας, μέ τήν συνεχή θεραπεία απεξάρτησης τών εξαρτημένων από πλαστικές καί ψεύτικες ανάγκες καί μέ τόν αγώνα γιά δικαιοσύνη καί κοινωνική επανένταξή τους, δηλαδή τήν δημιουργία μιάς κοινωνίας πού στηρίζεται στήν αλήθεια, τήν ελευθερία καί τήν δικαιοσύνη. Καί κυρίως απαιτείται προσπάθεια απομάκρυνσης όλων από ποικιλόμορφες παραισθήσεις καί ψευδαισθήσεις, έστω καί άν αυτό κοστίζη.
Πάντως σήμερα υπάρχει αγωνία στόν λαό όχι μόνον από τίς επιπτώσεις τής κρίσης, αλλά καί από τήν απόκρυψη τής αλήθειας. Άν κάποιος παρακολουθή όλες τίς δηλώσεις τών πολιτικών καί τίς καταγράφει ισχυρώς στήν μνήμη του, θά διαπιστώση ότι πάσχουν από αλήθεια, γιατί λέγονται εντελώς αντίθετα πράγματα σέ διαφορετικές χρονικές στιγμές. Γι' αυτό σήμερα χρειάζονται ηγέτες πού μέ θάρρος νά λένε τήν αλήθεια στόν λαό καί όχι νά τόν παραμυθιάζουν καί νά τόν εμπαίζουν, νά προτείνουν λύσεις μέ εντιμότητα καί νά αντιμετωπίσουν μέ γενναιότητα τά θέματα πού συνδέονται μέ τήν κρίση. Ισχύει καί εδώ τό ρητό: «η αλήθεια μεγάλη καί ισχυροτέρα παρά πάντα» (Α' Έσδρα, δ', 35).–
Πηγή:http://www.parembasis.gr/2011/11_06_01.htm