Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Θρησκείες και θάνατος: η δοκιμασία του προσώπου


Του π.Βασιλείου Θερμού

Ο θάνατος αποδεικνύεται η οριακή πρόκληση για τον άνθρωπο, αφού ο τελευταίος καλείται να διαμορφώσει μια στάση απέναντι του χωρίς να γνωρίζει το μετά, αγνοώντας δηλαδή το ουσιαστικό περιεχόμενο της κατάστασης θανάτου. Είναι η μοναδική πτυχή της ανθρώπινης ζωής για την οποία ισχύει ένα απόλυτο γνωσιολογικό κενό. Όλες οι στάσεις του ανθρώπου απέναντι σε άλλες πτυχές και φαινόμενα της ζωής επηρεάζονται και διορθώνονται είτε από το δίπολο ‘δοκιμή-λάθος’ είτε από την παρατήρηση των άλλων και την πείρα τους. Με τον θάνατο ο άνθρωπος βιώνει ένα «τυφλό παίγνιο», αφού η μεν πείρα των άλλων δεν μπορεί να κοινολογηθή εξ ορισμού, ενώ όσοι μιλούν γι’ αυτόν δεν έχουν πείρα του. Εν ολίγοις δεν υπάρχει διαθέσιμος επιστημονικός τρόπος να αποδειχθή η ορθότητα μιας υπαρξιακής επιλογής και στάσης έναντι του θανάτου.
Ενώ στην παραδοσιακή κοινωνία ο θάνατος εμφανίζεται σχετικά «εξημερωμένος», ως φυσιολογικό μέρος της ζωής, από τη νεωτερικότητα και μετά «εξαγριώνεται», αρχίζει να γίνεται σκάνδαλο και ανυπέρβλητη απειλή, αφού εκμηδενίζει το νέο κέντρο βάρους και πηγή κάθε αξίας, το νεωτερικό υποκείμενο.1 Το περιβόητο άγχος του θανάτου, ενώ ως υπαρξιακό βίωμα είναι διαχρονικό, ως συγκεκριμένη συμπτωματολογία κοινωνικής και ατομικής παθολογίας αποτελεί καθαρά νεωτερικό κατασκεύασμα. Και τούτο διότι το άγχος του θανάτου εύλογα διογκώνεται σε βαθμό ανάλογο προς την αξία εκείνου που διακυβεύεται και το νεωτερικό αυτόνομο υποκείμενο τώρα έχει καταστή επίκεντρο του ενδιαφέροντος και απέκτησε αυταξία, έξω και πέρα από τις παλιές συλλογικότητες.

Έτσι προκύπτουν οι γνωστοί μηχανισμοί της απώθησης και της άρνησης, ενώ εγκόσμιες «θρησκείες», τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο οι ψυχοθεραπείες ή ο καταναλωτισμός, έχουν επιστρατευθή για να «θεραπεύσουν» (τρόπος του λέγειν) την αγωνία του θανάτου.2 «Ποιά είναι η στάση μας απέναντι στον θάνατο; έχω τη γνώμη ότι είναι πολύ παράξενη. Γενικά συμπεριφερόμαστε ωσάν να θέλαμε να εξουδετερώσουμε το θάνατο από τη ζωή, θέλουμε να τον περιορίσουμε τρόπον τινά σε σιγή θανάτου, τον σκεπτόμαστε ωσάν εις θάνατον!... Κανένας από εμάς δεν πιστεύει κατά βάθος στο δικό του θάνατο».3 Ας συγκρατήσουμε την οξυδερκή παρατήρηση του Φρόϋντ ότι αγωνιζόμαστε να καταδικάσουμε σε θάνατο τον θάνατο! Η «θεραπεία» έρχεται εντελώς φαντασιακά, με μια ομόλογη τιμωρία.

Ο Μπωντριγιάρ διέκρινε πως οι πεισματικές απόπειρες να απωθήσουμε στην εποχή μας τον θάνατο (κυρίως μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης) και να τον διαχωρίσουμε από τη ζωή, καταλήγουν τελικά σε ένα πολιτισμό που διαποτίζεται από τον θάνατο. (Το απωθημένο εκδικείται και επιστρέφει). Όλες οι υπάρχουσες δράσεις απώθησης και ελέγχου, λέγει, έχουν τις ρίζες τους στον καταστροφικό διαχωρισμό του θανάτου από τη ζωή.4 Η μανιακή απόκτηση ηδονών και αγαθών καταλήγει να γίνει διαστροφή (με την ψυχιατρική έννοια), η οποία σέρνει μαζί της τον θάνατο εγγενώς, παρά τις υπερβολικές προσπάθειες του εξωραϊσμού τον οποίο επιχειρεί η διαφήμιση και η εν γένει κοινωνία του θεάματος.

Η θρησκεία θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση σε αυτό το δράμα, ως το τέρμα και η ακύρωση κάθε απώθησης. Δυστυχώς όμως συχνά εκτρέφει ιδεολογήματα που ενισχύουν τη απώθηση του θανάτου, ή ακόμη χειρότερα, την διείσδυση του μέσα στη ζωή, αν θυμηθούμε την θρησκευτική τρομοκρατία η οποία μιλά και δρα με γνώμονα το μίσος, δηλαδή από τη θέση του θανάτου, σκορπώντας τον και κυριολεκτικά μερικές φορές. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από την ενασχόληση με τον θάνατο και όσο περισσότερο απεγνωσμένα «ελαφραίνει» τη συζήτηση τόσο πιο πολύ καλεί τη σκιά του θανάτου βαρειά επάνω του.

Με την άγνοια μας λοιπόν, τόσο την εμπειρική όσο και την επιστημολογική, παραμένει μόνο ο δρόμος της πίστης, δηλαδή το προνομιακό πεδίο των θρησκειών. Όλες οι θρησκείες έχουν αποψη για τον θάνατο και (καθόλου τυχαίο) όλες δέχονται την μετά τον θάνατο συνέχεια. Καμία δεν αποδέχεται τον μηδενισμό της εξαφάνισης. Έχουν διαμορφώσει ένα πλέγμα αντιλήψεων για την μεταθανάτια ανταμοιβή ή τιμωρία5, επειδή έχουν προηγουμένως εξοπλίσει τον πιστό τους και με ένα σύστημα ηθικών προτάσεων και διανοητικων ερμηνειών του συμπλέγματος ζωή-θάνατος. Απώτερος στόχος και ορίζοντας της μεταθανάτιας πρότασης εμφανίζεται η υπέρβαση του χρόνου, με τη μορφή της αθανασίας. Αν ο χρόνος είναι, κατά τον Ελύτη, «γλύπτης των ανθρώπων παράφορος», ο πόθος της αθανασίας συνιστά και ένα είδος «ρεβάνς» απέναντι στον παράγοντα εκείνο που, μέσα από σαγηνευτικές παραπλανήσεις, οδήγησε τελικά το ανθρώπινο ον στη φθορά και στον θάνατο, δηλαδή στην αφαίρεση του απόλυτου ελέγχου πάνω στον εαυτό του.


Θα τολμήσω εδώ παρενθετικά τον ισχυρισμό πως η αθανασία ως πανανθρώπινη δίψα γνωρίζει και μη θρησκευτικές μορφές. Για παράδειγμα, η απόλυτη αξίωση των ουτοπιών και η ναρκισσιστική παντοδυναμία της επιστήμης αποτελούν δύο άτυπες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται συγκαλυμμένος (ως «μεταφορά») και περισσότερο «νομιμοποιημένος» ο ποθος της αθανασίας. Αν ώριμη αντιμετώπιση του θανάτου είναι η ικανότητα για πένθος, τότε η ανικανότητα να πενθήσουμε λαμβάνει ποικίλες μορφές μέσα στον πολιτισμό, μία εκ των οποίων είναι και η ουτοπία της αθανασίας.
Αν, όπως έχει επισημανθή, «κοιτίδα της δοξασίας για την αθανασία είναι η θρησκεία»6, εν τούτοις κατά την σαφή θεολογική τοποθέτηση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «μια ‘αθανασία ασωμάτων ψυχών’ δεν θα έλυνε το ανθρώπινο πρόβλημα... Οι χριστιανοί προσδοκούν κάτι μεγαλύτερο από μια ‘φυσική’ αθανασία, λαχταρούν μια αιώνια κοινωνία με το Θεό, μια θέωση».7 Βάση σε αυτή την θεολογική πρόταση αποτελεί το αίτημα της αρτιότητας του ανθρώπου (να είναι το ανθρώπινο πλάσμα ολοκληρωμένο) και ο ποθούμενος στόχος εδώ βρίσκεται σε μια σχέση.

Αλλά όσοι βιάστηκαν να ονομάσουν την κοινωνία μας μεταχριστιανική καλό θα είναι να προβληματισθούν μήπως δεν έχει ακόμη καν εκχριστιανισθή πλήρως. Ο προβληματισμός για τη θέωση φαίνεται τόσο δυσεύρετος σήμερα ανάμεσα στην φοβική ανησυχία για μια τιμωρία στην κόλαση ή στην βεβαιότητα για τη μεταθανάτια ανυπαρξία ή στην δυσπιστία προς την κοινή ανάσταση. Ο σημερινός έλληνας δηλαδή παραπαίει μεταξύ νομικισμού, μηδενισμού, και παγανισμού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα εξέχον προϊόν της παραδοσιακής μας κοινωνίας, το δημοτικό τραγούδι, φαίνεται να αντιστέκεται στον εκχριστιανισμό του. «Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, από τη χριστιανική εικονοποιία περί Παραδείσου και Κολάσεως το δημοτικό τραγούδι αγνόησε ολότελα την πρώτη και κράτησε μόνο τη δεύτερη, τη γενίκευσε και την ταύτισε με τη μεταθανάτια ζωή... (Στα μοιρολόγια) μόνο η επίγεια ζωή έχει αξία. Καμία συνείδηση αμαρτίας, καμία μετάνοια ή αίτηση συγχώρησης, καμία προσδοκία αναστάσεως. Η μόνη ανάσταση που μπορεί να νοηθή στον δημοτικό θρήνο είναι η επάνοδος στον επάνω κόσμο».8 Η διαπίστωση αυτή εγείρει καίρια ερωτήματα για τη νεοελληνική ταυτότητα, μια και είναι πιθανό να αποτελεί μέρος και σύμπτωμα μιας γενικώτερης απουσίας της χριστιανικής διδασκαλίας και από άλλες πτυχές το λαϊκού πολιτισμού. Θα άξιζε δε να συνδυασθή με τα ευρήματα ερευνών σύμφωνα με τα οποία οι έλληνες νέοι σήμερα δηλώνουν ότι πιστεύουν στον Θεό σε ποσοστό 85%, αλλά ταυτόχρονα 58% δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, 56% δεν πιστεύουν στην ενανθρώπησή Του, 54% δεν πιστεύουν στη Δευτέρα Παρουσία και 42% δεν πιστεύουν στα θαύματα!

Αν λάβουμε υπ’ όψη, από τη μια την ανθεκτικότητα αυτή της παγανιστικής παράδοσης (που διαθέτει και πληθώρα άλλων συμπτωμάτων στη ζωή του λαού μας) και από την άλλη την αυξανόμενη στον δυτικό κόσμο δημοφιλία θρησκειών όπως το Ισλάμ και οι απωασιατικές (ινδουϊσμός, βουδισμός), ίσως νομιμοποιούμαστε να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσο υφίσταται μια διαχρονική τάση να ευνοούνται από τα πλήθη θρησκευτικές επιλογές οι οποίες κατεβάζουν τον πήχυ ως προς την μεταθανάτια ευδαιμονία. Και με αυτό εννοώ ότι σε μαζικό επίπεδο φαίνονται αρκετά ελκυστικές οι θρησκείες εκείνες οι οποίες προτιμούν να χαράσσουν σαφείς οδηγίες ηθικής συμπεριφοράς που οδηγούν νομοτελειακά σε μεταθανάτια ανταμοιβή.

Αλλά και στο εσωτερικό του χριστιανισμού τείνουν να ευνοούνται από τους πολλούς εκδοχές θρησκευτικότητας μάλλον μαγικού τύπου, δηλαδή δεσμευτικές για το θείο, παρά εκδοχές πιο υπαρξιακές οι οποίες βασίζονται σε προσωπική σχέση αγάπης με τον Θεό. Υπάρχουν ασφαλώς πολλοί λόγοι που καθορίζουν την ποιότητα της θρησκευτικότητας κάποιου, αλλά νομίζω ότι αξίζει να τονισθή και το κίνητρο εκείνο που σχετίζεται με την κατάσταση επέκεινα του θανάτου. Με άλλα λόγια, προτιμώνται πιο «στεγνές» και «ψυχρές» προσδοκίες μεταθανάτιας ευωχίας αν δίνουν την εντύπωση ότι μπορείς με την συμπεριφορά σου να δεσμεύσεις τον Θεό να σου τις παράσχει, παρά το βάθος και ο πλούτος της θέωσης αφού αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την ανάπτυξη κάποιας νεφελώδους, μη μετρήσιμης, σχέσης ανθρώπου και Θεού την οποία αδυνατείς να θέσεις υπό τον απόλυτο έλεγχό σου.

Έτσι τείνω να δω την στάση του πιστού προς τον θάνατο ως ένα πρόβλημα σχέσης με τον όποιο θεό του, στο οποίο οι ιδιότητες αυτής της σχέσης θα χρωματίσουν, για καλό ή για κακό, τη στάση του προς την προοπτική του προσωπικού του θανάτου και την ηθική του συμπεριφορά. Αλλά η σχέση μάς παραπέμπει αναπόφευκτα στην έννοια του προσώπου. Όπως θα δούμε, το πρόσωπο δοκιμάζεται από τον θάνατο αλλά και δοκιμάζει τις θρησκείες ενώπιον του θανάτου.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ματσούκας: «Ο θάνατος, ενώ κορυφώνει τό κακό στον κόσμο στα όρια της προσωπικής εμπειρίας, συνάμα ο ίδιος διαδραματίζει πολλούς ρόλους στις δημιουργικές επιδόσεις του ανθρώπου. Κατά παράδοξο τρόπο ο θάνατος γίνεται ο ‘σκοτεινός’ καθρέφτης της ανθρώπινης υπαρξης. Σ’ αυτόν καθρεφτίζεται και μαθαίνει κατά το εφικτό ποια είναι. Το σκοτάδι του θανάτου γίνεται το πέρασμα προς τη ζωή και το νόημα της».9 Με άλλα λόγια η παγκόσμια σταθερά του θανάτου επιτρέπει τη διαμόρφωση και αποκάλυψη του ανθρωπίνου προσώπου, γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο μπορεί να ξεδιπλωθή το δυναμικό του μέσα στη ζωή, το κίνητρο  και ο καταλύτης της αλλαγής. Είναι μόνο επειδή υπάρχει το όριο που μπορεί να μάς δίδεται η εντύπωση μιας απεριόριστης προσωπικής και συλλογικής ανάπτυξης.

Συμπληρώνει ο ίδιος: «Ο άνθρωπος πεθαίνει από τη στιγμή που έμαθε πως πεθαίνει. Τον θάνατό του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον συσχετίζει όχι προς την καταστροφή της βιολογικής του υπόστασης- κάτι τέτοιο το θεωρεί πολύ φυσικό έτσι κι αλλιώς- αλλά προς την απώλεια του προσώπου του, προς τον εκμηδενισμό της προσωπικής του ζωής», γι’ αυτό «πολλές φορές θυσιάζει τη ζωή του με άμεσες ή έμμεσες ενέργειες του για να εξασφαλίσει μεταθανατια φήμη και ένα ηρωικό όνομα».10 Με άλλα λόγια, ο βιολογικός θάνατος δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, ενώ αντίθετα «ο προσωπικός εκμηδενισμος αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής που ρωτάει για ποιό λόγο ένα πρόσωπο να χάνεται».11 Επιθυμώντας δηλαδή να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιά είναι η ψυχολογική φύση του άγχους του θανάτου, θα διαπιστώναμε μεν ότι πολλοί βιώνουν την αγωνία του θανάτου ως άγχος ενός ριζικού αποχωρισμού, ένα είδος υπαρξιακού πλέον άγχους αφού δεν πρόκειται για ένα εκ των συνηθισμένων γήινων αποχωρισμών, θα έπρεπε όμως ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι άλλοι οδυνώνται με τη μορφή της αγωνίας ενώπιον του εκμηδένισης, μια μορφή αγωνίας ανώτερη ποιοτικά από την προηγουμένως αναφερθείσα.

Στο σημείο αυτό λοιπόν θα ήθελα να διατυπώσω την κεντρική πρόταση μου πως η στάση των θρησκειών απέναντι στον θάνατο εξαρτάται από –και ουσιαστικά μετατοπίζεται στην- στάση τους απέναντι στην έννοια του προσώπου. Το αν το πρόσωπο εκμηδενίζεται ή με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνεται με τον θάνατο συνιστά βαρόμετρο της σημασίας που κατέχει ο θάνατος στη συγκεκριμένη θρησκεία ή θρησκευτική στάση. Και κατά φυσική συνέπεια είναι ανάλογοι και οι μηχανισμοί παρηγοριάς που η θρησκεία προσφέρει, δηλαδή στην πραγματικότητα οι χρήσεις της θρησκείας.
Στο σημείο αυτό βρίσκω εξόχως διδακτική και βοηθητική την περίπτωση του γνωστού Ρώσου αρχιμανδρίτη Σωφρονίου του Έσσεξ, ο οποίος έχει στα γραπτά του αποκαλύψει πολλές πτυχές του προσωπικού του ταξιδιού προς την πίστη. «Για τον γέροντα Σωφρόνιο το γεγονός του θανάτου αποκαλύπτει την υποστατική αρχή του ανθρώπινου είναι, αναδεικνύοντας το στοιχείο της ‘μικρο-απολυτότητας, ακόμα και της ‘μικρο-θεότητας’ το ανθρώπου- αν και στην αρνητική τους διάσταση. Ο θάνατος φανερώνει την ‘μικρο-απολυτότητα’ και ‘θεοείδεια’ του ανθρώπινου προσώπου. Εάν το πρόσωπο, ένα θεοειδές κέντρο, πάψει να υπάρχει, τότε οτιδήποτε συνέλαβε η συνείδηση- ο κόσμος ολόκληρος όπως υποκειμενικά τον προσλαμβάνει το συγκεκριμένο πρόσωπο- πεθαίνει μαζί του».12
Με αφορμή την τραγική εμπειρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου διακρίνουμε μια βασανιστική υπαρξιακή αγωνία του γέροντα Σωφρονίου ενώπιον του θανάτου ως μηδενισμού: «Ο θάνατός μου ελάμβανε μορφήν αφανισμού πάντων εκείνων άτινα εγνώριζον και μετά των οποίων συνεδεόμην υπαρκτικώς. Και τούτο ανεξαρτήτως του πολέμου. Ο αναποφευκτος θάνατός μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: ‘εις ολιγώτερον’. Ουχί. Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησις μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα, έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού. Ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης... Η αιωνία λήθη, ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ, εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου».13

Το παραπάνω αγωνιώδες βίωμα οπωσδήποτε το συμμερίζονται πολλοί άλλοι, λίγοι όμως είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να εξαγάγουν από αυτό συμπεράσματα για το ανθρώπινο πρόσωπο: «Και ιδού, άνευ οιουδήποτε συλλογισμού, αίφνης εγεννήθη εν τη καρδία μου η σκέψις: Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού».14 Ο άνθρωπος δηλαδή είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του.15 Ο γέροντας Σωφρόνιος συν τω χρόνω επεξεργάσθηκε διεξοδικά τις σκέψεις του για το ανθρώπινο πρόσωπο και τις διατύπωσε σε διάφορα έργα του, παρέχοντάς μας έτσι ένα εμπλουτισμό και μια εμβάθυνση της θεολογικής μας κληρονομιάς που διαμόρφωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Η φανέρωση αυτή του ανθρωπίνου προσώπου μέσα από την οδυνηρή βίωση του μυστηρίου του θανάτου επιτρέπει στο πρόσωπο και το παρακινεί να ζήσει υποστατικά, δηλαδή με αγάπη και ελευθερία. Αλλού γράφει: «η ‘μυστική’ μνήμη του θανάτου ελευθερώνει».16 Εδώ έχουμε μια πλήρη ανατροπή: η κατ’ εξοχήν δέσμευση και δουλεία του ανθρώπου στον κοινό προορισμό, ο θάνατος, να έχει τη δυνατότητα να ελευθερώνει! Αλλά αυτό καθίσταται εφικτό μόνο μέσα από το πρόσωπο του Χριστού.

Η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του, φυσικά δεν είναι αποκλειστικά χριστιανική. Η ειδοποιός διαφορά που κομίζει ο χριστιανισμός έγκειται στο γεγονός ότι εδώ την αγωνία του θανάτου αγκάλιασε ο Ίδιος ο Θεός. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Χριστός έρχεται στον θάνατο με φόβο, όχι όπως ο Σωκράτης. Επιζητεί στήριξη από τους μαθητές Του. Αισθάνεται εγκαταλελειμμένος από τον Πατέρα Του προς τον Οποίο καταφεύγει με αγωνιώδεις δεήσεις (Εβρ. 5: 7).17 Αλλά αναλαμβάνοντας εκούσια την ανθρώπινη μοίρα του θανάτου κατέστησε και τον θάνατο (μαζί με όλη την ανθρώπινη φύση και ζωή) υπαρξιακό «τόπο» του Θεού. Έτσι ώστε, αντίστροφα, να γίνει ο «τόπος»-τρόπος του Θεού (με ό,τι αυτό σημαίνει) κατοικία του ανθρώπου. Επειδή η θεότητα μπόρεσε να χωρέσει μέσα στην αγωνία του θανάτου, και τελικά στον θάνατο τον ίδιο, εγκαταστάθηκε οριστικά μέσα στην ανθρωπινότητα. Η εμπιστοσύνη που τελικά έδειξε ο Υιός-Χριστός προς τον Πατέρα Του, και η οποία δικαιώθηκε με την Ανάσταση, γίνεται εικόνα και πρότυπο της εμπιστοσύνης την οποία καλείται να δείξει ο πιστός προς τον Χριστό, δηλαδή προς ένα Θεό που όντως πέθανε ο Ίδιος και αναστήθηκε. Εμπιστοσύνη προσώπου προς Πρόσωπο.

Συνεπώς στη χριστιανική πρόταση ζωής ο πιστός επωφελείται από την Ενανθρώπηση, τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, για να συνδεθή μαζί Του προσωπικά, με τρόπο οντολογικό και όχι απλά συναισθηματικό, κατά το παύλειο «επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. 1: 23). Ο θάνατος δηλαδή αλλάζει περιεχόμενο και μετατρέπεται σε συνάντηση και κοινωνία με ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο-πηγή κάθε ζωης και κάθε χαράς. Το (αλλιώς ανυπέρβλητο) πρόβλημα του θανάτου μετασχηματίζεται τώρα σε συνάντηση και αδιαμεσολάβητη κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού, γι’ αυτό και η νεκρώσιμη ακολουθία μπορεί να ψάλλει: «Εν τω φωτί Χριστέ του προσώπου Σου και τω γλυκασμώ της Σης ωραιότητος ον εξελέξω ανάπαυσον ως φιλάνθρωπος».18

Έτσι νοηματοδοτείται ξανά από την αρχή ολόκληρος ο κόσμος και η ζωή. Έτσι μόνο κατανοεί κανείς εκφράσεις σαν αυτή του π. Δημητρίου Στανιλοάε, ότι με την Ανάσταση του Χριστού «ο χρόνος, από το να είναι ροή προς το θάνατο, κίνηση προς το χωρίς νόημα σκοτάδι, μετατράπηκε τώρα σε κίνηση προς την ανάσταση, μια ολοφώτεινη αποκάλυψη, ένα ατέλειωτο πανηγύρι».19

 Σημειώσεις

1 Δημήτρη Μπεκριδάκη «Πέρα από τον ‘εξαγριωμένο’ θάνατο». Θρησκειολογία, τ. 3, 2002, σ. 153-170 (156).

2  Για τη σημερινή άρνηση του θανάτου στον δυτικό κόσμο βλέπε ενδεικτικά Ernest Becker The denial of death, The Free Press, 1973. Κρίστοφερ Λας Η κουλτούρα του ναρκισσισμού (1979), εκδ. Νησίδες, 1999, σ. 201-210. π. Φιλοθέου Φάρου Το πένθος, εκδ. Ακρίτας, 1981, σ. 58-67. Jonathan Dollimore Death, desire, and loss in western culture. Penguin books, 1998. Ζygmunt Bauman Ρευστός φόβος (2006), εκδ. Πολύτροπον, 2007, σ. 37-75. Επίσης στο βιβλίο «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, τα άρθρα του Δημήτρη Μαγριπλή Κοινωνικές καταγραφές του θανάτου από το Βυζάντιο έως σήμερα στην Ελληνική πραγματικότητα (σ. 17-48) και του Γεωργίου Αλεξιά Ο θάνατος ως show, ως καταναλωτικό αγαθό: η περίπτωση της έκθεσης ”Body Worlds”, σ. 73-98.

3 Σίγκμουντ Φρόϋντ «Εμείς και ο θάνατος» (1915), Εκ των υστέρων, τ. 7, 2002, σ. 9-21 (10).

4 Jean Baudrillard Symbolic exchange and death (1976), transl. Iain Hamilton Grant. Sage, 1993, σ. 127, 130.

5 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 93-116.

6 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 94.

7 π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ Δημιουργία και απολύτρωση, εκδ. Πουρναρά, σ. 274-275.

8 Σταύρου Ζουμπουλάκη «Δημοτικό τραγούδι, λαϊκός πολιτισμός και Ορθόδοξη Εκκλησία». Νέα Εστία, Μάρτιος 2005, σ. 336-347 (338-339). Βλ. καί Αριστείδη Δουλαβέρα Η αξία της ζωής και η απαξία του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 49-72.

9 Νίκου Ματσούκα Το πρόβλημα του κακού, εκδ. Πουρναρά, 3η έκδ. 1992, σ. 91.

10ό.π., σ. 96.

11 ό.π., σ. 97.

12 π. Νικολάου Σαχάρωφ Αγαπώ, άρα υπάρχω: η θεολογική παρακαταθήκη του γέροντα Σωφρονιου, 2η έκδ., 2008, Εν πλω, σ. 315.

13 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 18.

14 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 19.

15 Για την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία βλ. Πάουλ Τίλλιχ Το θάρρος της υπάρξεως, εκδ. Δωδώνη και Σόρεν Κίρκεγκαρντ Η έννοια της αγωνίας, εκδ. Δωδώνη.

16 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 25-27. Βλ. και Κωνσταντίνου Κορναράκη Si vis vitam, para mortem: Η αγωνία της υπάρξεως ενώπιον του θανάτου στη διαλεκτική μεταξύ θεολογικής και κοσμολογικής επιστημονικής σκέψεως. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 169-202.

17 Oscar Cullmann Αθανασία της ψυχής ή Ανάσταση εκ των νεκρών; Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης, εκδ. Άρτος Ζωής, 1993, σ. 36-37.

18 Για μια σύγχρονη θεολογία του θανάτου βλ. π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη Εν ασθενείαις καύχησις: θέματα εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, εκδ. Αρμός, σ. 31-43 και Ιωάννη Πλεξίδα Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου: δοκίμιο για την ανθρώπινη περατότητα με αφορμή τις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Αρμός, καθώς και τον συλλογικό τόμο Το μυστήριον του θανάτου εις την Λατρείαν της Εκκλησίας (πρακτικά θ΄ πανελληνίου λειτουργικού συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2009.

19 π. Δημητρίου Στανιλοάε Ορθοδοξία, αναστάσιμη ζωή. «Ανάσταση και ζωή», Αρμός, 1996, σ. 104.

*Εισήγηση στα πλαίσια της εκδήλωσης της Εταιρείας Μελέτης των Σχέσεων Επιστήμης και Θρησκείας (ΕΜΕΣΕΘ) της 31 Μαΐου 2011 με θέμα "Λογος περί θανάτου: Θρησκεία, Τέχνη και Επιστήμη μπροστά στο μεγάλο ερώτημα του θανάτου".

πηγή: Αντίφωνο

Η πέμπτη δόση τού δανείου καί οι «αγανακτισμένοι» πολίτες


Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Παρακολουθούμε όλοι τίς συζητήσεις γιά τήν πέμπτη δόση τού δανείου πού θέλουμε νά εισπράξουμε από τήν Τρόϊκα, προκειμένου νά μήν καταρρεύση η οικονομία τής Πατρίδας μας. Κατ' αρχάς, παρατηρούμε ευχάριστα ότι όλοι μιλούν γιά τήν Πατρίδα καί τήν σωτηρία της, μιά έννοια πού τόν τελευταίο καιρό είχε ατονίσει χάριν τής παγκοσμιοποίησης καί τών αγαθών της. Χωρίς νά παραμελούμε τήν οικουμενικότητα, δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τήν αξία τής Πατρίδος.
Έπειτα, τά σχετικά μέ τήν πέμπτη δόση τού δανείου μού υπενθύμισαν τήν δόση τού «ναρκωτικού» πού αναμένει μέ πολύ μεγάλη επιθυμία ο εξαρτημένος, τήν οποία δόση πρέπει νά λαμβάνη κατά διαστήματα γιά νά μήν εμφανισθούν τά συμπτώματα τής στέρησης, αλλά αυτό τόν αφήνει μέσα στόν κλοιό τής δουλείας. Ο καθηγητής Αντώνιος Κουτσελίνης δίνοντας τόν ορισμό τής εξάρτησης γράφει ότι ως εξάρτηση «νοείται μιά κατάσταση ψυχική ή καί φυσική ("σωματική") πού εμφανίζεται ως αποτέλεσμα τής επίδρασης ενός φαρμάκου σ' ένα ζωντανό οργανισμό καί χαρακτηρίζεται από μιά ποικιλία εκδηλώσεων, μέσα στίς οποίες περιλαμβάνονται πάντοτε η διάθεση γιά τήν συνέχιση λήψης τού φαρμάκου, μέ σκοπό τήν επανεκδήλωση τών φαρμακολογικών ενεργειών του ή αντίθετα τήν αποφυγή δυσάρεστων συμπτωμάτων πού μπορεί νά εκδηλωθούν, όταν δέν ληφθεί».
Δεδομένου ότι η εξάρτηση είναι σωματική, ψυχολογική καί ιδεολογική, σκέφθηκα ότι η ελπίδα καί η επιδίωξη τής λήψης τής πέμπτης δόσης θυμίζει έναν εξαρτημένο οργανισμό, πού είναι εθισμένος στά ψευδαισθησιογόνα-παραισθησιογόνα «ναρκωτικά», τά οποία «προκαλούν διαταραχές τής αντίληψης τού επιπέδου συνείδησης καί τού θυμικού». Έτσι, η αναμενόμενη οικονομική δόση υπενθυμίζει τήν κατάσταση ενός λαού πού είναι εξαρτημένος, πού έχει εθισθή στό φάρμακο καί, όταν τού τό παίρνουν, αντιμετωπίζει τά συμπτώματα τής στέρησης. Γιά νά θυμηθώ τόν Μαρκούζε, αυτό παραπέμπει στόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» καί τήν «μονοδιάστατη κοινωνία», η οποία παραθεωρεί τό «ουσιώδες» τού βίου πού έχει σχέση μέ τό νόημα ζωής, πού δέν στηρίζεται στήν πλαστικότητα τών αναγκών καί τήν δουλοπρέπεια.
Τά ερωτήματα είναι πολλά: τόσα χρόνια, λοιπόν, ως λαός καί ως κοινωνία έχουμε υποστή εξάρτηση σέ τέτοιες ανούσιες «ουσίες» πού προκαλούν ψευδαισθήσεις καί χρειαζόμαστε αλλεπάλληλες δόσεις; Καί θά περιμένουμε πάντοτε από τούς παγκόσμιους εμπόρους τών «ναρκωτικών ουσιών» νά μάς δίνουν τίς δόσεις γιά νά μήν υποστούμε τίς συνέπειες τής στέρησης; Τό πρόβλημα είναι οι δόσεις ή η απεξάρτηση καί η θεραπεία από τήν αναζήτηση ψευδαισθήσεων, παραισθήσεων μιάς ευτυχισμένης ζωής; Τελικά, χρειαζόμαστε «ευτυχία ή ελευθερία»;
Βλέπω τήν αντίδραση τών «αγανακτισμένων», αλλά καί «εξαγριωμένων» πολιτών καί δέν θέλω νά τήν ερμηνεύσω μέσα από τήν διαδικασία τής στέρησης, αλλά μέσα από τήν διαδικασία τής ελευθέρωσης από ποικίλες εξαρτήσεις πού μάς επιβάλλουν ξένα καί ντόπια οικονομικά κέντρα συμφερόντων καί ποικιλόμορφοι μηχανισμοί. Νομίζω ότι αναζητείται η ελευθερία από τόν φαύλο κύκλο τού ψεύδους, τών υποσχέσεων μιάς ευτυχισμένης ζωής, πού καί αυτή δέν έρχεται. Έχει κουρασθή ο κόσμος από τήν απόκρυψη τής αλήθειας πού γίνεται από αυτούς πού έπρεπε νά ενημερώνουν πλήρως τόν λαό, αλλά καί από τήν ανεργία καί τήν στέρηση τών αναγκαίων γιά τήν βιολογική ζωή.
Πάσχει όμως καί η κοινωνία μας. Η διαφθορά έγινε μέρος τού κοινωνικού καί οικονομικού συστήματος καί δέν φαίνεται ελπίδα διόρθωσης. Γνωρίζω ότι στό μέσον τής οικονομικής κρίσης δέν γίνονται οικονομικοί έλεγχοι, οι οποίοι έχουν διαταχθή πρό πολλών ετών, δέν καταβάλλονται οφειλόμενα πρόστιμα στό Κράτος, μηνύονται στά δικαστήρια έντιμοι υπάλληλοι πού τόλμησαν νά αποδώσουν ευθύνες, ενώ άλλοι υπάλληλοι πού έκαναν τά πάντα νά μήν επιστραφή στό Κράτος ΦΠΑ επιβραβεύονται μέ θέσεις γιά νά εισπράξουν τούς φόρους από τόν λαό! Ζούμε σέ μιά κοινωνία πού κολυμπάει στό ψέμα καί τήν υποκρισία. Τιμωρούνται απλοί πολίτες πού οφείλουν ελάχιστα ποσά καί παραμένουν ατιμώρητοι καί ελεύθεροι όσοι υπήρξαν αιτία νά δαπανηθή τό δημόσιο χρήμα. Από τήν άλλη πλευρά μερικοί πολιτικοί σκέπτονται ακόμη τό πολιτικό κόστος. Εδώ καταρρέει ο οικονομικός καί κονωνικός ιστός τής Πατρίδας μας καί ακόμη οι πολίτες υπολογίζονται ως ψήφοι.
Σκέπτομαι, όμως, μέ απλότητα καί ενδεχομένως μέ αφέλεια: Γιατί η υπεύθυνη κυβέρνηση δέν καλεί σέ συναγερμό όσους γνωρίζουν τήν οικονομική κατάσταση τής χώρας, δηλαδή τούς πρώην πρωθυπουργούς, τούς πρώην υπουργούς οικονομικών, τούς πρώην διευθυντάς τραπεζών, τούς ειδήμονες καθηγητές, επιτυχημένους επαγγελματίες κλπ., ώστε νά βρεθή διέξοδος από τήν κρίση μέ γνώση, αποφασιστικότητα, δικαιοσύνη καί ρεαλισμό; Στήν περίπτωση τού πολέμου γίνονται επιστρατεύσεις όσων μπορούν νά φέρουν όπλα. Στήν δική μας περίπτωση δέν πρέπει νά γίνη τό ίδιο;
Επειδή άρχισα τό άρθρο αυτό μέ τό παράδειγμα τού εξαρτημένου από εξαρτησιογόνες ουσίες μπορώ νά τό κλείσω μέ τήν σκέψη ότι η εξάρτηση δέν αντιμετωπίζεται μέ δόσεις, αλλά μέ μέτρα καταστολής πού πρέπει νά ληφθούν εναντίον τών εμπόρων τών «ναρκωτικών», πού αφιονίζουν τόν λαό μέ στόχους ευημερίας, μέ τήν συνεχή θεραπεία απεξάρτησης τών εξαρτημένων από πλαστικές καί ψεύτικες ανάγκες καί μέ τόν αγώνα γιά δικαιοσύνη καί κοινωνική επανένταξή τους, δηλαδή τήν δημιουργία μιάς κοινωνίας πού στηρίζεται στήν αλήθεια, τήν ελευθερία καί τήν δικαιοσύνη. Καί κυρίως απαιτείται προσπάθεια απομάκρυνσης όλων από ποικιλόμορφες παραισθήσεις καί ψευδαισθήσεις, έστω καί άν αυτό κοστίζη.
Πάντως σήμερα υπάρχει αγωνία στόν λαό όχι μόνον από τίς επιπτώσεις τής κρίσης, αλλά καί από τήν απόκρυψη τής αλήθειας. Άν κάποιος παρακολουθή όλες τίς δηλώσεις τών πολιτικών καί τίς καταγράφει ισχυρώς στήν μνήμη του, θά διαπιστώση ότι πάσχουν από αλήθεια, γιατί λέγονται εντελώς αντίθετα πράγματα σέ διαφορετικές χρονικές στιγμές. Γι' αυτό σήμερα χρειάζονται ηγέτες πού μέ θάρρος νά λένε τήν αλήθεια στόν λαό καί όχι νά τόν παραμυθιάζουν καί νά τόν εμπαίζουν, νά προτείνουν λύσεις μέ εντιμότητα καί νά αντιμετωπίσουν μέ γενναιότητα τά θέματα πού συνδέονται μέ τήν κρίση. Ισχύει καί εδώ τό ρητό: «η αλήθεια μεγάλη καί ισχυροτέρα παρά πάντα» (Α' Έσδρα, δ', 35).–
Πηγή:http://www.parembasis.gr/2011/11_06_01.htm 

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Πού πάμε;


Του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερωνυμου Β΄


Σε τέτοιες κρίσιμες ώρες που περνάει ο τόπος μας, ο δημόσιος λόγος γίνεται δύσκολο άθλημα. Από τη μια είναι δημοφιλής η ανέξοδη επιλογή να γίνει καταγγελτικός, αλλά κινδυνεύει να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, αν προσπαθήσει να γίνει παρηγορητικός και ενισχυτικός. Και όμως, πρέπει να αρθρωθεί λόγος.

Από ολοένα και περισσότερους διατυπώνεται η άποψη πως η έξοδος από την οικονομική κρίση, στην οποία έχουμε βρεθεί, θα διευκολυνθεί αν συνοδεύεται από ριζική αλλαγή νοοτροπίας. Αλλαγή δηλαδή των στάσεών μας απέναντι στη ζωή και την κοινωνία. Οι ημέρες μας ευνοούν τους στοχασμούς μας σχετικά με αυτή την αλλαγή σελίδας.

Τα σφάλματα που διαπράξαμε ως λαός και τα οποία μάς έφεραν σε αυτό το κατάντημα είναι ήδη γνωστά και χιλιοειπωμένα. Θα ήθελα όμως να επισημάνω πως οι προδιαγραφές για μιαν υγιέστερη κοινωνική ζωή είχαν διατυπωθεί αιώνες πριν, μέσα από τη θεολογική μας παράδοση.

Για παράδειγμα, ως προς την ανάγκη ενότητος, τόσο σπάνιας για το έθνος μας, ο Απόστολος Παύλος είχε συμβουλεύσει: «Προσέξτε, γιατί αν δαγκώνει ο ένας τον άλλο, θα αλληλοεξοντωθείτε μεταξύ σας». Ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει ότι «κάθε τι στη φύση και όλα τα ανθρώπινα πράγματα έχουν όρια και τέλος, εκτός από τον τόκο (!)», υποδεικνύοντας έτσι την οιονεί μεταφυσική προέκταση που λαμβάνει το χρήμα στις συνειδήσεις, όταν κυριαρχεί η απληστία, μια διάσταση που φέρει πελώρια ευθύνη για τις σημερινές τρομακτικές ανισότητες.

Εξ άλλου, ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά κάτι που φαίνεται να λησμονήσαμε: «Κανείς από όσους ασκούν χειρωνακτικό επάγγελμα να μην ντρέπεται, αλλά να ντρέπονται, όσοι τρέφονται άδικα και μένουν αργοί», προσθέτοντας ότι «τα γνωρίσματα του αληθινά φιλοσοφημένου και καλλιεργημένου ανθρώπου είναι η περιφρόνηση του πλούτου και της δόξας, καθώς και το να είναι ανώτερος από φθόνο και κάθε πάθος».

Ακόμη, ο ησυχαστής Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς με τόλμη καταγγέλλει ως πλεονέκτη «όχι μόνο εκείνον που σφετερίζεται τα ξένα, αλλά και αυτόν που οικειοποιείται τα κοινά, δηλαδή όχι μόνον εκείνον που αδικεί κάποιον άλλο, αλλά και αυτόν που δεν μεταδίδει στους έχοντες ανάγκη από αυτά που νόμιμα απέκτησε».

Παραθέτω ελάχιστα παραδείγματα, απλώς ενδεικτικά, από τις άφθονες εκείνες παρακαταθήκες αληθινής πνευματικότητος που μας κληροδότησαν οι άγιοι πρόγονοί μας. Εμείς απλώς διαπιστώνουμε πόσο μικροί σταθήκαμε απέναντι σε αυτές τις παραινέσεις και ότι τώρα απλώς θερίζουμε τις συνέπειες της αφροσύνης μας.

Οπωσδήποτε θα μπορούσε να ακουστεί εδώ ο αντίλογος:

Οι παραπάνω θέσεις αντανακλούν μια γενικότερη ηθική υπευθυνότητα, την οποία ενδεχομένως συμμερίζονται και άνθρωποι μη πιστοί. Είναι αλήθεια αυτό και πράγματι τιμούμε τους αδελφούς μας που αγωνίζονται να παραμένουν ακέραιοι και συνεπείς, με ηθικές αρχές, χωρίς να έχουν την αναφορά τους στη θρησκευτική πίστη. Στηρίζουν την κοινωνία και αποτελούν παραδείγματα για όλους μας. Ομως, δεν είναι δυνατόν να παρασιωπήσουμε το ξεχωριστό κίνητρο της ηθικότητας των πιστών χριστιανών: την επίγνωση ότι κάθε συνάνθρωπος αποτελεί εικόνα Θεού και γι’ αυτό κάθε μορφή αδικίας προσβάλλει τον Ιδιο τον Δημιουργό. Η ένταξη στον εκκλησιαστικό τρόπο ζωής προσφέρει το πλεονέκτημα της ηθικής στάσης όχι απλώς ως υπακοής σε αφηρημένες αρχές αλλά ως αγάπης προς τα ζωντανά πρόσωπα του Θεού και των εικόνων Του.

Μια τέτοια στάση ζωής έχει εμπνεύσει πολλές και ποικίλες μορφές κοινωνικής συμπαράστασης. Στον εκκλησιαστικό χώρο, εκτός από την αθόρυβη συμπαράσταση στα ποικίλα προβλήματα των ανθρώπων την οποίαν έχουν επωμισθεί οι κληρικοί μας, έχουμε συχνά την ευλογία να συναντούμε αξιοζήλευτες δράσεις κοινωνικής υπευθυνότητος των λαϊκών αδελφών μας, πάντα εθελοντικές, αφανή στήριξη στην οικογένεια, εργασία σε συσσίτια, φροντίδα απόρων, συμπαράσταση σε εφήβους και νέους, μέριμνα για μετανάστες, ιεραποστολή σε μακρινές και δύσκολες χώρες, προσφορά σε νεανικές ομάδες και κατασκηνώσεις και άλλα πολλά. Αν σε αυτές προστεθούν και οι ανθρωπιστικές δράσεις από μη εκκλησιαστικούς χώρους καθώς και οι διάφορες μορφές αυτοοργάνωσης με στόχο την κοινωνική αλληλεγγύη, οι οποίες εμφανίζονται τελευταία, τότε μάλλον δικαιούμαστε να ελπίζουμε. Ο λαός μας διαθέτει ακόμη μεγάλα αποθέματα ανθρωπιάς και δυναμισμού.

Αλλά δεν αρκούν. Χρειάζεται να κινητοποιηθεί μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας μας. Το κυριότερο: απαιτείται μια εμβάθυνση στην πνευματική μας κληρονομιά, ώστε να προκύψει μια νέα ιεράρχηση των αξιών μας.

Καθώς ατενίζουμε με δέος και σφίξιμο καρδιάς τα οικονομικά μέτρα για την έξοδο από την κρίση, ταυτόχρονα αγνοούμε και αναρωτιόμαστε ποιο τοπίο θα αντικρίσουμε βγαίνοντας από αυτήν. Ποιες μακροπρόθεσμες επιπτώσεις θα έχουν τα εν λόγω μέτρα στην οικογένεια, στις εργασιακές σχέσεις, στα όνειρα της νεολαίας; Σε ποια κατάσταση θα βρεθούν, με τα νέα δεδομένα, η ελληνική κοινωνία και (γιατί όχι;) η ελληνική Πολιτεία μέσα στη διεθνή πραγματικότητα; Ποιο κοινωνικό ήθος θα γεννηθεί αύριο;

Θα αποτελεί μοιραίο λάθος να παρακολουθούμε παθητικά αυτή τη διεργασία σχηματισμού του νέου τοπίου. Εφ’ όσον, λιγότερο ή περισσότερο, υπήρξαμε όλοι μέρος της κρίσεως, μπορούμε να γίνουμε μέρος της αλλαγής. Εχουμε και τη δυνατότητα και το καθήκον να συμβάλουμε στη διαμόρφωση της υγιέστερης κοινωνίας που όλοι επιθυμούμε και οραματιζόμαστε. Μόνο που για το έργο αυτό 
χρειαζόμαστε τον κατάλληλο πνευματικό εξοπλισμό.
Πηγή: Καθημερινή 5-6-2011

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Η ερμηνεία της εικόνας της Ανάστασης


Η εικόνα της Αναστάσεως στην ορθόδοξη Εκκλησία έχει δύο τύπους: Ο ένας είναι η κάθοδος του Χριστού στον Άδη, ο δεύτερος εικονογραφικός τύπος είναι εκείνος που εικονίζει άλλοτε τον Πέτρο και τον Ιωάννη στο κενό Μνημείο και άλλοτε τον άγγελο που «επί τον λίθο καθήμενος» εμφανίστηκε στις Μυροφόρες.Αργότερα η εικόνα της Αναστάσεως του τύπου αυτού πλουτίστηκε με τις σκηνές της εμφάνισης του Χριστού στη Μαρία Μαγδαληνή (το «Μη μου άπτου») και στις δύο Μαρίες (το «Χαίρε των Μυροφόρων»). Ο Λεωνίδας Ουσπένσκη γράφει σχετικά: «Οι δύο αυτές συνθέσεις χρησιμοποιούνται στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως εικόνες της Αναστάσεως. Στην παραδοσιακή ορθόδοξη αγιογραφία η πραγματική στιγμή της Ανάστασης του Χριστού ουδέποτε απεικονίστηκε. Τόσο τα Ευαγγέλια, όσο και η Παράδοση της Εκκλησίας, σιγούν για τη στιγμή αυτή και δε λένε πως ο Χριστός αναστήθηκε, πράγμα που δεν κάνουν για την Έγερση του Λαζάρου. Ούτε η εικόνα δείχνει αυτό.


»Η σιγή αυτή εκφράζει καθαρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο γεγονότων. Η Έγερση του Λαζάρου ήταν ένα θαύμα, το οποίο μπορούσαν όλοι να κατανοήσουν, ενώ η Ανάσταση του Χριστού ήταν απρόσιτη σε οποιαδήποτε αντίληψη... Ο ανεξιχνίαστος χαρακτήρας του γεγονότος αυτού για τον ανθρώπινο νου και συνεπώς το αδύνατο της απεικόνισής του είναι ο λόγος που απουσιάζουν εικόνες αυτής ταύτης της Αναστάσεως. Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού».

Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση («Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου». «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου»).


Εκτός από τους παραπάνω δύο τύπους της Αναστάσεως, συναντάμε στους ναούς μας κι άλλο τύπο: αυτόν που δείχνει το Χριστό γυμνό, μ’ ένα μανδύα ριγμένο, πάνω του να βγαίνει από τον Τάφο κρατώντας κόκκινη σημαία. Η εικόνα αυτή δεν είναι ορθόδοξη, αλλά δυτική. Επικράτησε στην Ανατολή, όταν η ορθόδοξη αγιογραφία αποκόπηκε από τις ρίζες της, τη βυζαντινή παράδοση, λόγω της επικράτησης της ζωγραφικής της Αναγέννησης. Υποστηρίχθηκε πως «η μεγάλη προτίμηση για την δυτικότροπη απόδοση της Αναστάσεως οφείλεται, μεταξύ των άλλων, και στην επίδραση των προσκυνητών των Αγίων Τόπων, γιατί πάνω από την είσοδο του Παναγίου Τάφου βρισκόταν παρόμοια (δυτικότροπη) εικόνα της Αναστάσεως, που, αντιγραφόμενη στα διάφορα ενθύμια των προσκυνητών, έγινε υπόδειγμα για πολλούς ζωγράφους. Ώστε μπορούμε να πούμε πως, ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος, διαδόθηκε τόσο από τη δυτική τέχνη, όσο και απ’ τους Αγίους Τόπους» (Εικόνες της κρητικής τέχνης... σ. 357).

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε και θα αναλύσουμε την εικόνα της Αναστάσεως, που λέγεται και «Η εις Άδου Κάθοδος, γιατί είναι η γνήσια εικών της Αναστάσεως, ην παρέδωσαν ημίν οι παλαιοί αγιογράφοι, σύμφωνος με την υμνωδίαν της Εκκλησίας μας. Εκφράζει δε δια της ζωγραφικής όσα ιερά και συμβολικά νοήματα εκφράζει ιδία το πασίγνωστον και υπό πάντων ψαλλόμενον, από παίδων έως γερόντων, τροπάριον, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» (Φ. Κόντογλου).

Περιγραφή της εικόνας

Στη βάση της εικόνας ανάμεσα σε απότομους βράχους, ανοίγεται μια σκοτεινή άβυσσος. Διακρίνουμε τις μαρμάρινες σαρκοφάγους, τις πύλες της κολάσεως με τις σκόρπιες κλειδαριές, καρφιά και κλείθρα, καθώς και τις μορφές του σατανά και του Άδη με τα φοβισμένα πρόσωπα και τα γυάλινα μάτια. Είναι τα «κατώτατα της γης», «τα ταμεία του Άδου», όπου κατέβηκε ο Κύριος για να κηρύξει τη σωτηρία «τοις απ’ αιώνος εκεί καθεύδουσι».


Πάνω από το σπήλαιο, στο κέντρο της εικόνας, προβάλλει ο νικητής του θανάτου, ο Χριστός. Ο φωτοστέφανος της κεφαλής του, τα χρυσοκόκκινα ιμάτιά του που ακτινοβολούν, και η θριαμβευτική όψη του προσώπου του εναρμονίζονται πλήρως με το δίστιχο της πασχαλινής ακολουθίας:
Χριστός κατελθών προς πάλην άδου μόνος,
Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα (=λάφυρα).

Ο Χριστός επιστρέφει τροπαιούχος από τη μάχη του με τον άδη κρατώντας τα πρώτα λάφυρα της νίκης. Είναι ο Αδάμ που τον κρατάει από το χέρι, ενώ εκείνος γονατιστός τον κοιτάζει ευχαριστιακά. Πίσω του η Εύα με κατακόκκινο μαφόριο και κοντά της οι δίκαιοι, που περίμεναν με πίστη την έλευση του Λυτρωτή. Ανάμεσά τους ο Άβελ που πρώτος γεύτηκε τον θάνατο. Στην αριστερή πλευρά εικονίζονται οι βασιλείς και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης Δαβίδ, Σολομών, Μωυσής, Πρόδρομος κ.ά. Όλοι αυτοί αναγνώρισαν το Λυτρωτή όταν κατέβηκε στον άδη και προετοίμασαν το κήρυγμά του, ώστε να βρει ανταπόκριση στις ψυχές των κεκοιμημένων.

Σε μερικές εικόνες η παράσταση του τροπαιούχου Κυρίου είναι πιο εκφραστική, γιατί σ’ αυτές ο Κύριος κρατάει στο χέρι του το ζωηφόρο Σταυρό, της ευσεβείας το «αήττητον τρόπαιον», με τον οποίο καταργήθηκε η δύναμη και το κράτος του θανάτου.


Αλλού έχουμε στο επάνω μέρος της εικόνας δύο αγγέλους που κρατούν στα χέρια τους τα σύμβολα του Πάθους και στο σπήλαιο το θάνατο να παριστάνεται με γέροντα αλυσοδεμένο. Είναι δεμένος από τους αγγέλους με τα ίδια δεσμά, με τα οποία είχε δέσμιο και υποχείριο το γένος των ανθρώπων.


Την παράσταση κλείνουν δύο γκρίζοι βράχοι με επίπεδους εξώστες και οι επιγραφές:
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
ΙΣ ΧΣ

Ωραία παρατηρήθηκε, πως «η σύνθεση της εικόνας είναι βαθιά μελετημένη, ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειές της. Όλα, από το σχήμα των βράχων στο δεύτερο επίπεδο ως και τις αναλογίες των χρωμάτων, περιέχουν ένα βαθύτερο νόημα και υπακούουν σ’ ένα γενικό σχέδιο. Η εικαστική απεικόνιση του απόκρυφου κειμένου αποκτά συμβολικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν χάνεται η σχέση με τα συγκεκριμένα επεισόδια του κειμένου» (Εικόνες της κρητικής τέχνης..., σ. 327).

Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων» Χρήστου Γ. Γκότση Εκδ. Αποστολική Διακονία

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

ΜΙΚΡΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩ ΑΓΥΙΑ


Με ιδιαίτερη λαμπρότητα, βαθειά κατάνυξη και μεγάλη συγκίνηση πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής η περιφορά του Επιταφίου στην Εξω Αγυιά.
 Ο πιστός λαός της Αγυιάς και της ευρύτερης περιοχής, κατά χιλιάδες, ακολούθησε την τελείωση του Θείου Δράματος με τη σταύρωση και την Ταφή του Κυρίου. Η παρουσία του τεράστιου πλήθους των χριστιανών απέδειξε την ιδιαίτερη ευλάβειά τους.
 Από το πρωί της Αγίας και Μεγάλης Παρασκευής οι πιστοί κατέκλυσαν τον Ιερό Ναό  μας. Μετά τη θεία ακολουθία και την αποκαθήλωση που έλαβε χώρα σε εξαιρετικά κατανυκτικό κλίμα, οι καμπάνες  ηχούσαν πένθιμα, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.




Το απόγευμα οι Χριστιανοί, ιδίως οικογένειες και νέοι ανθρωποι, ξαναγεμισαν ασφυκτικά τον Ναό  μας. Ειδικότερα, μισή με μία ώρα πριν την περιφορά του Επιταφίου μας γινόταν παντού  το αδιαχώρητο.
 Οι υπέροχοι ύμνοι της Μεγάλης Παρασκευής «ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ», «Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ» και οι υπόλοιποι γέμισαν τις ψυχές των Χριστιανών.
Αποτελούν κορυφαία επιτεύγματα ποίησης, εκκλησιαστικής μουσικής αλλά και μυστικής ανατολικής ορθόδοξης θεολογίας. Είναι μεγάλη τιμή για τη γλώσσα μας να έχει δανείσει τους ανεξάντλητους λεκτικούς θησαυρούς της, για να διατυπωθεί ο θρήνος αλλά και η ελπίδα του “πεπτωκότος” ανθρώπου μπροστά στο ανεξήγητο μυστήριο του θανάτου και μάλιστα του ίδιου του Θεού. 


Το βράδυ μετά την ακολουθία έγινε η περιφορά του επιταφίου στους δρόμους της ενορίας μεσα σε ένα ειδυλιακό ανοιξιάτικο περιβάλλον.
Αγόρια κρατούσαν τα Εξαπτέρυγα, τα Φανάρια, τα Λαμπαδάρια, τα Θυμιατά και  κορίτσια-μυροφόρες τα πανεράκια τους κοντά στον Επιτάφιο, σύμφωνα και με το «΄Αφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με» .Ο Ιερέας με τα Ιερά άμφια και το Ευαγγέλιο εδινε μια μεγαλοπρέπεια στην πομπή.
Ο λαός είτε ακολουθώντας σχηματίζοντας ένα ανθρώπινο ποτάμι ενός χιλιομέτρου με τα αναμμένα κεράκια, είτε περιμένοντας κάπου, είτε ανοίγοντας το σπίτι με το θυμίαμα και το κεράκι, διαδήλωσε την πίστη του και την ευλαβειά του.









Φθάνοντας στον Ιερό Ναό, η κεντρική πόρτα του Ναού ήταν κλεισμένη. Ακολούθησε στιχομυθία μεταξύ του π.Ιωάννη (έξω απ’ το Ναό) και κάποιου άλλου (μέσα στο Ναό), λέγοντας τα του ψαλμού του Δαβίδ:
«Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης!» «Και τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»
«Κύριος των δυνάμεων, Κύριος κραταιός και δυνατός, ούτος εστίν ο Βασιλεύς της δόξης!».



Το Μέγα Σάββατο το πρωί μαζί με την ακολουθία του εσπερινού τελέσθηκε η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Έγινε η πρώτη Ανάσταση και ο π.Ιωάννης ψάλλοντας το: «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην…»  ερανε με ροδοπέταλα όλο το Ναό, σκορπώντας ριγη συγκινήσεως σε ολους τους πιστούς.
 Το βράδυ στις 11 πριν τα μεσάνυχτα, χτύπησαν οι καμπάνες, άρχισε η ακολουθία και με το:
«Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών», ο π.Ιωάννης σηκωσε ψηλά τη λαμπάδα του με το Άγιο Φως και το μετέδωσε στον λαό του Θεού.  Στη συνέχεια όλοι  εξήλθαν στην αυλή του Ναού, όπου έγινε η τελετή της Αναστάσεως του Κυρίου. Όλοι έψαλλαν το «Χριστός ανέστη…», οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, άλλοι τσούγκριζαν τα αβγά, και όλοι ασπάζονταν ο ένας τον άλλο με χαρά και ενθουσιασμό. Ακολούθησε ο όρθρος της Αναστάσεως και η πανηγυρική Θεία Λειτουργία, κατά την οποία παρέμειναν πάρα πολλοί πιστοί, οι οποίοι όλοι στο τέλος κοινώνησαν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.