Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Θεσσαλονίκη- Ελένη Δεληδημητρίου-Τσακμάκη: Η μετανάστρια που έγινε επιτυχημένη συγγραφέας στα 54 της χρόνια

Της Διαμαντένιας Ριμπά
Μέσα από την πορεία της αντανακλάται η πορεία όλων των Ελλήνων μεταναστών, που μοιράστηκαν τις ίδιες δυσκολίες προσαρμογής, τα ίδια προβλήματα εργασίας και επικοινωνίας, αλλά και τον ίδιο καημό: τον γυρισμό στην πατρίδα, που άφησαν αναγκαστικά. Τη δική της πορεία επέλεξε να τη μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό, για πρώτη φορά, στα 54 της χρόνια, για να καταξιωθεί ως μία πολυβραβευμένη συγγραφέας, με αναγνώριση στην Ελλάδα και τη Γερμανία, που έμελε να γίνει κι αυτή μία "πατρίδα".
Ο λόγος για την Ελένη Δεληδημητρίου - Τσακμάκη, από το Ζαγκλιβέρι Θεσσαλονίκης, που ζει, σήμερα, στο Μόναχο με τον σύζυγό της, τα τρία παιδιά, τα έξι εγγόνια και το πρώτο δισέγγονο. Μία γυναίκα θαρραλέα, με δυνατό λογοτεχνικό λόγο, που βίωσε την πεντάχρονη πορεία των Ελλήνων της Γερμανίας. Τα βιβλία της αποτελούν ντοκουμέντο μιας ζωής σκληρής, καθώς μιλά σε αυτά για ανθρώπους ταλαιπωρημένους, που κατάφεραν να σταθούν όρθιοι στη ζωή και να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον ξένο, αρχής γενομένης το 1960, με την υπογραφή της ελληνο-γερμανικής σύμβασης, "Περί Επιλογής και Τοποθετήσεως Ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις".
"Ξεκινήσαμε τον Ιούνιο του 1961, με το σύζυγό μου, για τη Γερμανία, αφού δουλειές δεν υπήρχαν πια στην Ελλάδα. Ακούσαμε ότι, στη Γερμανία και δουλειά και χρήμα υπάρχει και έτσι, όπως χιλιάδες Έλληνες, πήραμε την απόφαση να φύγουμε", αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κα Τσακμάκη.
Πέρασαν όλες τις διαδικασίες για να πάρουν την πολυπόθητη άδεια εργασίας. Αναγκάστηκαν, όμως, να αφήσουν πίσω τα δύο παιδιά τους -το ένα στη μητέρα της, στη Θεσσαλονίκη και το άλλο στην Πτολεμαΐδα, στην πεθερά της.
Πήραν το τρένο από τη Θεσσαλονίκη για τον Πειραιά, απ΄ όπου έφυγαν με το περίφημο καράβι "Κολοκοτρώνης" για το Μπρίντεζι. Από εκεί, με τρένο πάλι, πήραν τον δρόμο για το Μόναχο.
"Όλοι, νέοι και νέες, από 18 έως 35 ετών, με όνειρα και ελπίδες. Άλλοι ανύπαντροι, άλλοι παντρεμένοι. Φεύγαμε με χαρά, αλλά και λύπη. Κάποιοι είχαν αφήσει πίσω συζύγους και παιδιά, όπως και εμείς τα δικά μας. Όλοι, όμως, λέγαμε για παρηγοριά ότι πάμε για κάνα δυο χρόνια, ώσπου να μαζέψουμε χρήματα και μετά θα γυρίσουμε πίσω", μας λέει η κα Τσακμάκη.
Πρώτος σταθμός, το Μίλαχερ της Στουτγάρδης, απ΄ όπου ένα θείος της τούς έστειλε τα συμβόλαια εργασίας για ένα εργοστάσιο μετάλλου. Εκεί, εργάστηκαν συνολικά έξι χρόνια.
"Στη Γερμανία -εξηγεί η κα Τσακμάκη- πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά. Σπάζαμε και τα ακόρντ των Γερμανών, που κάθε μήνα, εξοντωτικά, ανέβαιναν. Η ζωή μας δεν ήταν όπως την ονειρευτήκαμε και μάλιστα χωρίς τα παιδιά μας. Το είχαμε πάρει απόφαση να δουλέψουμε σκληρά και να συντομέσουμε το χρόνο του γυρισμού. Το μόνο που δεν είχαμε σκεφτεί, ήταν ότι θα μέναμε για πάντα τα φτωχά ρομπότ της Γερμανίας, οι καλοί, εργατικοί και υπάκουοι εργάτες, ότι θα μας ξεμυάλιζαν τα εργοστάσιά τους, τα μαγαζιά τους, ακόμη και η τάξη που είχανε σε όλα, πράγμα που έλειπε από την πατρίδα μας".
Το 1967, πήραν την απόφαση να γυρίσουν στη Θεσσαλονίκη, με την ελπίδα ότι τα πράγματα θα είχαν καλυτερεύσει. Γρήγορα κατάλαβαν, όμως, ότι δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα και έτσι επέστρεψαν στη Γερμανία. Αυτή τη φορά, στο Μόναχο, όπου είχαν ξεκινήσει τη λειτουργίας τους και τα πρώτα ελληνικά σχολεία.
"Αποκτήσαμε εν τω μεταξύ και το τρίτο μας παιδί και φέραμε και τα άλλα δύο στη Γερμανία. Για να τα βγάλουμε πέρα δουλεύαμε με το σύζυγο διαφορετικές βάρδιες. Δεν τα καταφέρναμε μόνοι μας και έτσι αναγκάστηκε να έρθει και η μητέρα μου, στην οποία δεν μπορούσαμε να της εξασφαλίσουν άδεια παραμονής, οπότε έπρεπε κάθε τρεις μήνες να φεύγει και να ξανάρχεται", θυμάται η κα Τσακμάκη.
Και συνεχίζει: "Αυτή ήταν η ζωή μας - ένα ατελείωτο ταξίδι, με μια βαλίτσα στο χέρι. Πάντα στην ανασφάλεια και κάθε κουβέντα μας να περιστρέφεται στο γυρισμό. Νομίζαμε ότι η ζωή ήταν μόνο στην Ελλάδα. Εδώ ζούσαμε ως προσωρινοί. Ανέσεις δεν επιτρέπαμε στο εαυτό μας, ούτε καλά έπιπλα αγοράζαμε, αφού όλο λέγαμε πως του χρόνου θα γυρνούσαμε πίσω. Αυτή ήταν και η ευχή σε κάθε πρόποση: 'του χρόνου σπίτια μας'. Και ο χρόνος αυτός δεν ήρθε ποτέ".
Η Γερμανία, τα χρόνια εκείνα, επισημαίνει η κα Τσακμάκη, ήταν ξενιτιά. Δεν ήταν εύκολη η επικοινωνία. Έναν ταχυδρόμο περίμεναν όλοι τους, όπως και τα παιδιά στην Ελλάδα. Η ίδια έβλεπε τα βλαστάρια της να μεγαλώνουν από τα χνάρια των χεριών τους που ζωγράφιζε η μητέρα της σε χαρτί και τους τα έστελνε.
Η πάνινη κούκλα
Αυτός ήταν και ο μεγάλος καημός της κας Τσακμάκη, η οποία είχε μία πολύ δύσκολη παιδική ηλικία. Έχοντας μεγαλώσει σε θετούς γονείς, δεν ήθελε να έχουν τα παιδιά της την ίδια μοίρα.
Τα τραυματικά αυτά βιώματα των παιδικών της χρόνων, τα περιγράφει στο πρώτο βιογραφικό της βιβλίο, "Η πάνινη κούκλα", που κυκλοφόρησε το 1993 από τον εκδοτικό οίκο "Λάμψη", στην Αθήνα. Τον επόμενο χρόνο, το βιβλίο εκδίδεται στη γερμανική γλώσσα από τον εκδοτικό οίκο "Ρωμιοσύνη", με τον τίτλο "Die Stoffpuppe". Είχε μεγάλη απήχηση, τόσο στο ευρύ κοινό όσο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γεγονός ασυνήθιστο για πρωτόλειο διήγημα.
Οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα και οι επιθυμίες της Ελένης Τσακμάκη καταγράφονται σε μια γλώσσα σαφή και ανεπιτήδευτη, με διαύγεια εκπληκτική, που καθιστά το έργο του πρώτου αυτού βιβλίου άμεσο και κατανοητό στον αναγνώστη. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου "ξεπηδά" και η συνολική πορεία του τόπου που μεγάλωσε, των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή από το 1942 μέχρι το 1961.
Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι τυχαίος. Μία τέτοια κούκλα κρατούσε στα χέρια της όταν την έδωσαν για υιοθεσία. Ήταν, όπως μας είπε, ο δεσμός της με την οικογένειά της.
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από την "Πάνινη κούκλα":
"Η περιπέτειά μου αρχίζει γύρω στα 1942. Τον καιρό του πολέμου, τότε που η πείνα θέριζε τον κόσμο και όλοι δίνανε ό,τι είχανε και δεν είχανε για ένα κομμάτι ψωμί. Ακόμη και τα παιδιά τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η δική μου. Ώρες - ώρες ξυπνά μέσα μου το παρελθόν, η παιδική μου ζωή, τόσο έντονα, που νομίζω ότι ζω τα περασμένα.
Σαν οράματα περνάνε από μπροστά μου οι δυο μητέρες μου. Το πρώτο που θυμάμαι καθαρά, είναι ότι κοιμήθηκα ένα βράδυ στο φτωχικό μας και όταν ξύπνησα βρέθηκα κοντά σ' ένα άγνωστο αντρόγυνο που δεν είχε παιδιά και πήρε εμένα. Σε εμένα είχε πέσει ο κλήρος από τα τέσσαρα αδέρφια μου.
Όπως έμαθα μετά, όταν μεγάλωσα, είχε πεθάνει ο πατέρας μου και μας άφησε πέντε ορφανά - εγώ τέταρτο κατά σειρά - και όλα ήμασταν το ένα μετά το άλλο. Ενός χρόνου το μικρότερο και δεκατεσσάρων το μεγαλύτερο.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1948. Είχα ακριβώς έξι χρόνια να δω τα' αδέρφια μου. Περίμενα να ακούσω κάτι, να διηγούνται, τέλος πάντων, που βρίσκονται, αλλά τίποτε! Τέλος κατάλαβα πως ήταν κάτι τ' απαγορευμένο. Κι αν τύχαινε να ρωτήσει κανείς αόριστα για κείνη τη θεία ή τα ξαδέρφια τα απαγορευμένα, τότε αρχίζανε τα νοήματα και τα ανοιγοκλεισίματα των ματιών και η συζήτηση σταματούσε. Άραγε, αν έβλεπα ξαφνικά κάπου τα αδέρφια μου θα τα γνώριζα; Κι αν με βλέπανε αυτά θα με γνώριζαν; Αναρωτιόμουν".
Τελικά, πολύ αργότερα, έσμιξε με την οικογένειά της.
"Ζητάω συγγνώμη από τα παιδιά μας. Ο χωρισμός από τα παιδιά μας ήταν το μεγαλύτερο δράμα. Και σ' αυτό δεν χωράει παρηγοριά. Τα αθώα θύματα ήταν τα παιδιά μας, που πηγαινοέρχονταν σαν αποσκευές. Αυτά πλήρωναν το βαρύτερο τίμημα της μετανάστευσης. Δεν τα χαρήκαμε, ούτε και αυτά χάρηκαν γονείς", λέει με πόνο η κα Τσακμάκη.
Σήμερα, στα 72 της χρόνια, έχει τη δύναμη να ζητήσει συγνώμη, εκ μέρους όλων των γονιών, από αυτά τα παιδιά λέγοντας πως ο μόνος λόγος που τα αφήσανε πίσω ήταν ο πόθος τους να κάνουν κάτι καλύτερο γι΄ αυτά, πιστεύοντας ότι μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον.
Αυτοβιογραφικό και το δεύτερο βιβλίο της Ελένης Τσακμάκη, με τίτλο "Η απόφαση που δεν πάρθηκε ποτέ" (Λάμψη, Αθήνα, 1994 και γερμανική έκδοση "Die ewige Suche nach der Heimat") Η αφήγηση ξεκινάει από το πρώτο ταξίδι στη Γερμανία και την μετέπειτα ζωή της, με χαρές και λύπες, να εναλλάσσονται σε αυτό.
Στη συνολική προσπάθεια της Ελένης Τσακμάκη να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό τις εμπειρίες της, συγκαταλέγεται και η συγγραφή μιας θεατρικής κωμωδίας, με τίτλο, "Κωμικοτραγικές σκηνές από την ζωή των μεταναστών", η οποία παίχτηκε με εξαιρετική επιτυχία, επί δώδεκα συνεχή έτη, σε πολλές μεγάλες πόλεις της Γερμανίας και απέσπασε κολακευτικά σχόλια από τα ΜΜΕ.
Με το έργο αυτό, η Ελένη Τσακμάκη, ως γνήσια ελληνίδα, ξορκίζει την πίκρα και τον πόνο της ξενιτιάς με το γέλιο, προσθέτοντας ένα σημαντικό λιθάρι στο "μωσαϊκό" της ελληνικής λογοτεχνίας στο χώρο του απόδημου ελληνισμού. Το έργο βραβεύτηκε το 1995 από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών στη Αθήνα και το 2004 από το Παγκόσμιο Φεστιβάλ Μαθητικού Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, στο Ρέθυμνο.
"Η ζωή μας ήταν τελικά για γέλια και για κλάματα", λέει η κα Τσακμάκη, που μας διηγείται το πώς ο γιός τους έφερε το νέο ότι θέλει να παντρευτεί γερμανίδα.
"Όταν μας το ανακοίνωσε ειδικά, ο σύζυγός μου αντέδρασε έντονα: Πω πω, χάθηκαν οι Ελληνίδες, Γερμανίδα βρήκες. Και εγώ τα έβαλα μαζί του, λέγοντας πως αφού εδώ ζούμε τι ήθελες να γίνει; Αλλά και οι συμπέθεροί μας είχαν αντιρρήσεις, αφού δεν ήθελαν να φύγει το παιδί τους από τη χώρα, ακλουθώντας τον ξένο στην πατρίδα του", αναφέρει η ομογενής συγγραφέας.
Και προσθέτει: "Ήρθε τελικά στο σπίτι να μας ο πατέρας της να γνωριστούμε και να μιλήσουμε για το γάμο. Ο άντρας μου δεν ήξερε γερμανικά, και έτσι όλη την ώρα έλεγαν 'γιά για' (ναι ναι) και 'προστ' (στην υγειά μας). Από τις πολλές μπίρες κόντευε να τους πάρει ο ύπνος μπροστά την τηλεόραση. Εγώ μπαινόβγαινα στην κουζίνα. Μίλησα εγώ στη συνέχεια μαζί του, που είχα μάθει κάπως τη γλώσσα. Έθεσα θέμα να γίνει ο γάμος σε ελληνική εκκλησία. Ούτε που είχε ακούσει ποτέ για ορθοδοξία και έτσι τον πήγαμε να ακούσει ψαλμωδία στον ναό μας. Του άρεσε και έτσι τους παντρέψαμε".
Στο σταθμό του Μονάχου
Το θεατρικό της Ελένης Τσακμάκη, "Στο σταθμό του Μονάχου", γνωρίζει μεγάλη επιτυχία αυτό το καιρό, καθώς σε αυτό εξελίσσονται ιστορίες τεσσάρων γενεών ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Οι δυνατές στιγμές, που περιγράφει, προκαλούν δάκρυα, ενώ άλλες βγάζουν γέλιο πολύ. Η συγγραφέας περνάει και την αισιοδοξία με το μήνυμα την τέταρτης γενιάς, που ενσωματώνεται πλήρως στη Γερμανία. Ενθουσιασμένοι είναι με το έργο και οι μικροί "ηθοποιοί", μαθητές του 2ου Ελληνικού Λυκείου Μονάχου, που ενσαρκώνουν τους ρόλους των παππούδων και των γιαγιάδων τους στα νιάτα τους. Μεγάλη επιθυμία όλων είναι η παράσταση να μεταφερθεί και στην Ελλάδα.
"Να μην ξεχάσουν ποτέ τις ρίζες τους τα παιδιά μας. Αυτό είναι το κύριο μέλημά μας", τονίζει η κα Τσακμάκη, που με τα εγγόνια της αναπληρώνει σήμερα τη σχέση που δεν μπόρεσε να αναπτύξει με τα παιδιά της. Με τις δύο μικρότερες εγγονές της, πέντε και επτά χρόνων, περνάει όλη την ημέρα. Και βέβαια στο σπίτι της γιαγιάς τα παιδιά μιλούν και διαβάζουν μόνο ελληνικά, καθώς θεωρεί χρέος της να τους μεταφέρει τον ελληνικό πολιτισμό.
Πενήντα χρόνια μετά, η Ελένη Τσακμάκη έχει συνειδητοποιήσει ότι όπου υπάρχει δουλειά και μέλλον μπορείς να κάνεις πατρίδα. Και η Γερμανία είναι η δεύτερη πατρίδα, που προσφέρει ανέσεις, που στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να τις έχεις.
"Δεν είμαστε πια στη δεκαετία του '60 ή του '70- λέει η κα Τσακμάκη- που μας έβλεπαν οι Γερμανοί σαν προσωρινούς, αλλά άρχισαν να μας βλέπουν τώρα σαν ξένους πολίτες που έχουν τα ίδια με αυτούς δικαιώματα. Φρόντισε γι' αυτό και το γερμανικό κράτος ώστε σιγά-σιγά να σμίξουν οι ξένοι με τους γερμανούς πολίτες. Αφήνουμε τα ηνία στις επόμενες γενιές, στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας και σε όλα τα ελληνόπουλα που θα εξακολουθούν να μένουν στη Γερμανία, να συνεχίσουν τον αγώνα ώστε να διατηρήσουν τα ήθη και τα έθιμά μας και να τιμήσουν το όνομα της Ελλάδος".
Άλλα έργα της Ελένης Τσακμάκη
Μετά τα τρία πρώτα βιβλία, που προαναφέραμε, η Ελένη Τσακμάκη έχει εκδώσει τη νουβέλα "Αρης, Το παιδί του μετανάστη" και το βιβλίο "Τα δέντρα που δεν ρίζωσαν". Αυτό εκδόθηκε το 2001 από τις εκδόσεις University Studio Press, εμπλουτισμένο με φωτογραφικό υλικό και έγγραφα, που το καθιστά ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Για της μαρτυρίες αυτές των Ελλήνων μεταναστών η συγγραφέας βραβεύτηκε το 2001 από την πόλη Μονάχου.
Συνέχισε με άλλα τέσσαρα παιδικά διηγήματα με τίτλο, "Μαμά να ξανάρθεις", "Ταξιδιάρικα πουλιά", "Στους Δελφούς με τον Ηνίοχο", "Αστροπαλαμήδας, ο προστάτης των ζώων'' και "Το μπουκάλι που ταξίδευε" από τις εκδόσεις Δρόμων. Συνέχισε την συγγραφή της με θεατρικά έργα που παίζονται και πήρε μέρος σε ανθολογίες.
Στα σκαριά είναι και το νέο έργο της κας Τσακμάκη, μία πολύτιμη καταγραφή μαρτυριών Ελλήνων που έζησαν τη φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις University Studio Press.
Φωτο: Η Ελένη Δεληδημητρίου-Τσακμάκη με τον αείμνηστο Αντώνη Σαμαράκη στην έκθεση βιβλίου Φραγκφούρτης το 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια: