Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Η ζωή σαν τιμολόγιο


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Καθόλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου αυτό το οποίο έλλειψε από τις ελάχιστες συζητήσεις ήταν η πρόταση. Όχι ό,τι οι σύγχρονοι επικοινωνιολόγοι ονομάζουν αφήγημα, αλλά η πρόταση τι είδους Ελλάδα θέλουμε. Περίπου όλα είναι πλέον αυτονόητα. Η Ελλάδα πορεύεται ευρωπαϊκά, με μνημόνιο και διαχειριστές του, με πολιτικούς που τους ενδιαφέρει η εξουσία ή η προσωπική τους επιβίωση/δικαίωση και με έναν λαό, ο οποίος κατά το ήμισυ απέχει από τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά και όσο συμμετέχει, δείχνει ότι δεν πιστεύει σε τίποτε και σε κανέναν. Μία ελάχιστη μειοψηφία ζητεί πρακτικές λύσεις στα προβλήματα του τόπου, ενώ οι περισσότεροι άγονται και φέρονται από την άποψη που έχουν για τα πρόσωπα. Βεβαίως οι Έλληνες λειτουργούμε με τον μανδύα του απροσδόκητου και του απρόβλεπτου και γι’ αυτό εκπλήσσουμε και τους Ευρωπαίους, ενίοτε και τους εαυτούς μας. Δεν συγκινούμαστε ούτε από λογικά επιχειρήματα, ούτε ακόμη και από τον θυμό και την απογοήτευσή μας. Έχουμε παραιτηθεί, τουλάχιστον πλειοψηφικά, από το να εξετάσουμε ποιος και ποια πρόταση προτείνει. Κι εδώ η αδιαφορία για την πολιτική, κατόρθωμα της καθεστηκυίας νοοτροπίας των ΜΜΕ, των ιδιοκτητών τους, του παγκοσμιοποιημένου life-style, και, κυρίως, της αδυναμίας της παιδείας να ξυπνήσει στα νέα παιδιά το ενδιαφέρον για τα κοινά, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.
«Η ζωή σαν τιμολόγιο» μοιάζει. Όπως ο τίτλος του βιβλίου ενός σπουδαίου στοχαστή, του καθηγητή Βασίλη Καραποστόλη, ενός από τους λίγους ανθρώπους που έχουμε απομείνει στα ελληνικά πανεπιστήμια με σκέψη ανθρωποκεντρική και την ίδια στιγμή κοινωνιοκεντρική, με πρόταση για το ποια Ελλάδα θέλουμε με βάση το ποιοι είμαστε οι Έλληνες και τι αξίζουμε και όχι με βάση το πόσα χρήματα θα θέλαμε να έχουμε και πώς θα μας χαριστούν. Και είναι το βιβλίο αυτό, από την αρχή μέχρι το τέλος του, μία ευκαιρία για όποιον το μελετήσει, να διαπιστώσει πώς ο πολιτικός, ο εκπαιδευτικός, ο κληρικός, ο φοιτητής, ο χαρισματικός, αλλά και ο απλός, καθημερινός άνθρωπος μπορούμε να διαμορφώσουμε μία νέα πρόταση ζωής για το ποια πατρίδα θέλουμε και ποια μας ταιριάζει. Μακριά από ταμπέλες που μας έχουν ταλαιπωρήσει αφάνταστα, όπως «μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί», «νέοι –παλαιοί», «προοδευτικοί-συντηρητικοί». Διότι το θέμα δεν είναι επικοινωνιακό, όπως οι ταμπέλες προσπαθούν να μας πείσουν. Είναι ζήτημα υπαρξιακό, ταυτότητας όχι μόνο για το παρόν, αλλά και για το μέλλον. Και είναι η ταυτότητά μας το παν, για να μπορέσουμε να χαράξουμε μία καινούργια πορεία. Στοιχεία από το ιστορικό DNA μας, όχι όμως για να καυχιόμαστε κομπαστικά, αλλά για να τα συνταιριάξουμε με τις απαιτήσεις των καιρών, να τα καθάρουμε από μύθους, χωρίς όμως να τα ισοπεδώσουμε και να τα απορρίψουμε. Φρέσκιες ματιές στο αξιακό παρελθόν μας χρειαζόμαστε και την ίδια στιγμή απόφαση να θέσουμε την πραγματικότητα στην οποία ζούμε σε διάλογο με αυτές.
«Οι θεσμοί περιμένουν την εμψύχωσή τους στα πρόσωπα» (σελ. 296), υποστηρίζει ο καθηγητής Καραποστόλης. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του Έλληνα, όσο κι αν η σύγχρονη ιστορία μιλά για γεγονότα, για δομές, για την συμβολή του καθημερινού ανθρώπου ή της μάζας στην όποια εξέλιξη. Κανένας θεσμός δεν έχει νόημα αν το πρόσωπο το οποίο τον εκπροσωπεί δεν ενσαρκώνει πρόταση, συνέπεια, σχέδιο. Και όλα αυτά με ορίζοντα κοινωνιοκεντρικό. Το πρόσωπο αφυπνίζει, καθοδηγεί, λειτουργεί ηγετικά. Χωρίς να είναι η πανάκεια, γεννά εμπιστοσύνη. Το πρόβλημα όμως δεν έγκειται στον ικανό, στον χαρισματικό. Έγκειται στην αίσθηση κοινωνικού χρέους, η οποία απουσιάζει τις τελευταίες δεκαετίες από τους κάθε λογής ηγέτες, είτε αυτοί βρίσκονται στο προσκήνιο (πολιτικοί, εκκλησιαστικοί, πανεπιστημιακοί, μηντιακοί), είτε στην καθημερινότητα των ανθρώπων και ιδίως των νέων (εκπαιδευτικοί, κληρικοί, γιατροί και δικηγόροι, επιστήμονες). Εκεί βρίσκεται ο αληθινός πατριωτισμός. Όταν δεν αποσκοπείς στον θρίαμβο του εαυτού σου, αλλά στην προσφορά και στο μοίρασμα. Δεν είναι η εξουσία του χρήματος και της ηδονής το νόημα, αλλά η προσφορά με γνώση και αφιέρωση. Το να συγκινείσαι, για να μπορείς να συν-κινήσεις.
Την ίδια στιγμή χρειαζόμαστε αλλαγή στάσης έναντι της εργασίας. «Πείσμα κάποτε μπόλικο στον τόπο μας. Εάν έχει μείνει κάτι απ’ αυτό, υπάρχουν ακόμη ακαλλιέργητα χωράφια να το δεχτούν, καΐκια να ετοιμαστούν για το ψάρεμα, κάποιες μηχανές για να λαδωθούν. Να διδαχθούν οι νέες γενιές και να πεισθούνε να αγαπάνε αυτό που φτιάχνουν ό,τι κι αν είναι και να μην σταματάνε μέχρι να το φτιάξουν καλά. Τα ημιτελή έργα ήταν για χρόνια η κατάρα μας. Τώρα η κρίση μάς λέει ότι ή θα τελειώνουμε ό,τι αρχίζουμε ή θα τελειώνουμε μαζί του» (σελ. 290). Η Ελλάδα άλλωστε «πληρώνει το πέρασμα από τον μόχθο στην κατανάλωση με ένα άλμα, εγκαταλείποντας το ενδιάμεσο στάδιο: την μεθοδική εργασία. Η κατανάλωση οδήγησε τον στερημένο Έλληνα σε μία περιοχή όπου, επιτέλους, κανείς δεν του έλεγε τι να κάνει. Η κρίση μάς έδειξε ότι αυτή η ελευθερία ήταν ψευδαίσθηση. Υποχρεώνεσαι να έχεις για να μπορείς να αγοράσεις και να γίνεις κάποιος και οι άλλοι να σου αναγνωρίσουν ότι αξίζεις να σε θεωρούν αποδεκτό» (σελ. 285). Τώρα που ο δανεισμός για κατανάλωση κατέρρευσε οριστικά, καλούμαστε να ξαναδούμε την μεθοδική εργασία (όπως οι Έλληνες που προοδεύουν στο εξωτερικό) όχι ως μέσο πλουτισμού και ευκολίας στην κατανάλωση, αλλά ως τρόπο αναγνώρισης αυτού που είμαστε, αυτού που αξίζουμε.
Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται να ξαναβρούμε την ιδέα της ιεραρχίας. «Στην Ελλάδα υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στη λειτουργική εντολή και την προσωπική προσταγή. Είναι διαφορετικό να δίνει κάποιος εντολή στους υφισταμένους ώστε να εκτελεστεί κάτι επειδή αυτό το κάτι απαιτείται να γίνει από το να τους δίνει προσταγές επειδή η θέση του τού επιτρέπει να τις δίνει ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτό είναι απαραίτητο. Είναι τεράστια η διαφορά ανάμεσα στο ‘’τι πρέπει να γίνει’’ και στο ‘’τι θέλω να γίνει’’. Στην ελληνική κοινωνία οι υφιστάμενοι πιστεύουν ότι οι εντολές που παίρνουν είναι ένδειξη της υποκειμενικής πρόθεσης του διευθυντή ή του προϊσταμένου να ασκήσει επάνω τους το προνόμιο της προσωπικής επιβολής, ανεξαρτήτως αν είναι αλήθεια ή προεξοφλείται αυτό.... Υπάρχει η αίσθηση ότι η ελευθερία είναι το προνόμιο της αυθαιρεσίας» (σελ. 293). Κι έτσι επέρχεται μία διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στον κομπασμό (τον φανφαρονισμό, την αλαζονεία) των υψηλά ισταμένων με την μνησικακία των υφισταμένων, οι οποίοι θεωρούν τις εντολές «μεταμφιεσμένο ετσιθελισμό». Η προώθηση από την πλευρά της ηγεσίας της κοινωνίας και των θεσμών του σεβασμού στην ιεραρχία και την ίδια στιγμή η απόπνοια αξιοκρατίας και ικανότητας σε όσους διοικούν είναι κι εδώ το παράδειγμα. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, ιδίως στη λογική της μετριοκρατίας και της λογικής του «όλοι το ίδιο είναι», τότε η βάση οφείλει να απαιτήσει αλλαγές, οφείλει να μη συμβιβάζεται με προϊσταμένους που λειτουργούν ετσιθελικά και συνήθως παράνομα, οφείλουμε ως κοινωνία να μάθουμε να μην αποδεχόμαστε τους «λίγους», είτε διότι αυτοί στηρίζονται στο «φαίνεσθαι» είτε διότι δεν θέλουμε να παλέψουμε για κάτι διαφορετικό. 
Για να έρθει η αλλαγή νοοτροπίας, επισημαίνει ο καθηγητής Καραποστόλης, χρειάζεται πρωτίστως αλλαγή στον τρόπο που βλέπουμε την παιδεία και κυρίως την αίσθηση αποστολής, την οποία ο δάσκαλος καλείται να έχει. «Στο σχολείο έχει θριαμβεύσει ο νόμος της ισότητας, έχει γίνει αναχρονισμός η ανάγκη για υπέρβαση του εαυτού μας. Η άνευ όρων παιδαγωγική επιείκεια συντηρεί μια μετριότητα που αργότερα θα κραυγάσει εναντίον των κολάκων της» (σελ. 303-305). «Σήμερα ο δάσκαλος έχει μετατραπεί σε έναν σχολιαστή κειμένων, σε έναν ξεναγό εικόνων. Το εκπαιδευτικό σύστημα καλλιεργεί την υποκατάσταση της εμπειρίας με την πληροφορία» (σελ. 308). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την σύγχυση σχετικά με τον κόσμο στον οποίο οι νεώτεροι καλούνται να ζήσουν. «Οι μεγαλύτεροι έχουν έναν εαυτό. Οι μικρότεροι ουσιαστικά δεν έχουν ακόμη. Οι νέοι ζητούν από το σχολείο να τους τοποθετήσει στον κόσμο. Η νεότητα ανήκει στο γίγνεσθαι, ο κόσμος στο είναι. Ρωτάει συνεχώς ο νέος μέσα του: Με θέλουν; Με περιμένουν; Ή μήπως πρέπει εγώ να πιέσω, να πασχίσω να δείξω στον κόσμο πως χωρίς εμένα θα ήταν λειψός;» (σελ. 312). «Ο δάσκαλος για τον μαθητή αντιπροσωπεύει ένα ζωντανό πείραμα. Μέσα από τη διδασκαλία δοκιμάζεται το κατά πόσον ένα ανθρώπινο όν μπορεί να εννοήσει έναν άπειρο αριθμό άλλων ανθρώπινων όντων με την μεσολάβηση ενός τρίτου όντος που είναι ο δάσκαλος. Αν το πείραμα αποτύχει, έρχεται η δυσπιστία στον μαθητή κατά πόσον ο κόσμος των μεγαλύτερων έχει θέση για τους νεώτερους» (σελ. 317). Για να πετύχει το πείραμα αυτό, ο δάσκαλος καλείται να επιλέξει την εγγύτητα προς τους μαθητές του. Την με όρια οικειότητα. Να διεγείρει την προσοχή του μαθητή. Να τον βοηθήσει να μιμηθεί ό,τι καλό. Να καλλιεργήσει μία γνήσια άμιλλα που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για αυθυπέρβαση. «Οι ωχρές υπάρξεις, οι δάσκαλοι πρέπει να ξαναβρούν τη φωνή τους, όχι για να κηρύξουν μια αναλλοίωτη αλήθεια, αλλά για να δείξουν στους μαθητές τους ότι οι όποιες αλήθειες είναι πάντα τα έπαθλα ενός αγώνα και δεν τις κατεβάζει κάποιος από ένα αρχείο» (σελ. 334).
Ρεαλιστικά σκεπτόμενοι, δεν μπορούμε να περιμένουμε από το άρρωστο σύστημα της εποχής μας να ωθήσει προς μία τέτοια κατεύθυνση. Ξαναγυρνούμε λοιπόν στο προσωπικό χρέος. «Αγωγή σημαίνει να πουν, για παράδειγμα, οι γονείς και οι δάσκαλοι στα παιδιά ότι η εντιμότητα δεν είναι μία επινόηση των φιλοσόφων ή των κατηχητών, είναι μια εμπειρία που μπορεί να προσφέρει εσωτερική σταθερότητα, δύναμη κι ακόμη ένα είδος χαράς απ’ αυτές που δεν σβήνουν το επόμενο λεπτό. Η εντιμότητα δεν είναι αυτό που φοβούνται οι νεώτεροι: μία στέρηση δηλαδή, ένα αποτράβηγμα από το παιχνίδι του κόσμου. Το να προσπαθεί κάποιος να είναι έντιμος δεν είναι στέρηση, είναι επιλογή που κάτι αποφέρει και κάτι άλλο το θυσιάζει αναγκαστικά. Αποφέρει μήπως μόνο την ήσυχη συνείδηση και τον αδιατάρακτο ύπνο του δικαίου ή κάποια αναγνώριση; Παλιά αυτό το έλεγαν υπόληψη. Είναι άραγε δυνατόν να ξανάρθει στο στόμα μας αυτή η λέξη; Και μπορεί η πολιτεία να στηρίξει και να επιδοκιμάσει εμπράκτως εκείνους τους λίγους που δεν θέλουν να ντρέπονται κρυφά για τον εαυτό τους;» (σελ. 192-193).
Δεν είναι ηθικισμός αυτός ο λόγος, ούτε κήρυγμα. Είναι πρωτίστως ώθηση προς την αναζήτηση ενός ήθους που περνά από αυτό που ονομάζουμε «ψυχή». Ίσως αυτό μας λείπει περισσότερο σήμερα. Να μιλήσουμε με την ψυχή μας. Να μιλήσουμε με τα συναισθήματά μας. Να παλέψουμε να νικήσουμε την ευκολία τού «να περνάμε καλά». Και να ξαναβρούμε, εκτός των άλλων, και το μέτρο της χριστιανικής αγάπης. «Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε για το κατά πόσον είναι δυνατόν η αγάπη να επιδράσει στα δημόσια πάθη, αντί να είναι μόνο ένα βάλσαμο για τα ιδιωτικά. Η συμπόνια είναι πάθος. Η δικαιοσύνη αρετή. Κανένα από τα δύο δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την αγάπη. Αμφότερα όμως έχουν ανάγκη από μια δόση αγάπης ώστε να μην εκτρέπονται πότε πότε η μεν συμπόνια σε μίσος, η δε δικαιοσύνη σε εκδίκηση» (σελ. 282). Σε μία κοινωνία αγανάκτησης που γίνεται οργή, βία, ενίοτε και παραίτηση και μελαγχολία, η αγάπη μπορεί να δώσει μέτρο υπέρβασης του εαυτού μας. Να απαιτήσουμε δικαιοσύνη, όχι όμως την εκδίκηση εις βάρος του άλλου, γιατί έχει περισσότερα από εμάς ή γιατί πιστεύουμε ότι δεν αξίζει αυτό που είναι και κυρίως έχει. Να δείξουμε συμπόνια, όχι όμως οδηγώντας στην οκνηρία και την ευκολία, αλλά στην αφύπνιση. Ναι στη συγχώρεση, όχι στην διατήρηση των αιτίων που οδηγούν στο θρίαμβο των παθών. 
Χρειαζόμαστε αισιοδοξία στη ζωή μας. Παρά την κρίση, παρά την αίσθηση ότι όλοι και όλα το ίδιο είναι, υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με αυτή την αρρωστημένη κατά πάντα νοοτροπία. Είναι ο εαυτός μας, όταν αποφασίζει να αναζητήσει προσωπική παιδεία. Να στηρίξει την πορεία του σε αξίες. Σε αίσθηση ότι μέσα του έχει και μπορεί να στηριχτεί σε δυνάμεις οι οποίες δεν μετρούν τη ζωή σαν τιμολόγιο, αλλά θέλουν να της δώσουν νόημα. Και αυτό περνά μέσα από τον συνδυασμό ατόμου και κοινωνίας. Από την αίσθηση ότι δεν είναι «το ιδεατό η ανόρθωση ενός κράτους, αλλά η πατρίδα που της αξίζουν θυσίες» (σελ. 271). Και πατρίδα είναι ο τόπος, η ιστορία, η ταυτότητά μας, η θρησκεία μας, η γλώσσα μας, αλλά και οι άνθρωποι. Εδώ χρειάζεται να προσπεράσουμε όλους εκείνους που μας κάνουν να απογοητευόμαστε και να θέσουμε μπροστά μας το συλλογικό. Για να πιέσουμε όλους εκείνους που βάζουν τον εαυτό τους, την μετριότητά τους ή την έπαρσή τους πιο πάνω από το σύνολο. Ή για να αναδείξουμε καινούργια πρόσωπα, που θα θελήσουν να έχουν επίγνωση του ποιοι είμαστε και τι αξίζουμε.
Η Ευρώπη σήμερα μας λέει με τον χειρότερο τρόπο ότι είμαστε χρεωμένοι και ότι δεν θα μπορέσουμε να αξίζουμε εάν δεν απαλλαγούμε από τα χρέη μας. Ένας δρόμος υπάρχει, όπως αναφέρουν όλοι. Η οικονομία και το νόμισμα. Ναι, χρειαζόμαστε ρεαλισμό. Καθώς όμως θα κάνουμε υπομονή στα ζητήματα της οικονομίας, θέλοντας και μη, εάν δεν αποφασίσουμε να αλλάξουμε νοοτροπία, τότε θα παραμείνουμε εγκλωβισμένοι στα «θέλω» των ισχυρών και των αγορών, στο πρότυπο που καταναλώνει ανθρώπους, συναισθήματα, ελπίδες, ψυχές. Ο Έλληνας μπορεί να βρει και πάλι την ταυτότητά του, που περνά μέσα από την πρόταξη της ύπαρξης, των σχέσεων με τους άλλους, της χαράς από την οικογένεια, την εργασία, την πρόοδο. Κι αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί εκτός της πατρίδας και χωρίς την κινητοποίηση όλων όσων και μπορούμε και θέλουμε.
Να τι θα θέλαμε να είχε τεθεί προς συζήτηση στις εκλογές. Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Μπορούμε να αφυπνιστούμε. Κι εδώ έρχεται για μία ακόμη φορά μεγάλο το χρέος της Εκκλησίας. Διότι αυτή στον πνευματικό, ιστορικό και κοινωνικό της ορίζοντα διαθέτει το αξιακό οπλοστάσιο που μπορεί να αφυπνίσει. Ακόμη κι αν οι ηγέτες της παραμένουν διαχειριστές, η συζήτηση και η πράξη μπορούν να ξεκινήσουν από τη βάση. Ίσως και να έχουν ξεκινήσει ήδη. Πάντως, οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον καθηγητή Καραποστόλη και σε όσους ακόμη επιμένουν να δείχνουν δρόμους, είτε με περισσότερη είτε με λιγότερη αισιοδοξία. Στο χέρι μας να αξιοποιήσουμε γόνιμα τέτοιους στοχασμούς.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ



-Μαζί με την αύξηση του αριθμού των επιτυχόντων μαθητών φέτος για το Μουσικό Σχολείο Πατρών ήρθε και μια πανελλαδική πρωτιά στο τμήμα μουσικών σπουδών του ΑΠΘ από τον απόφοιτο μαθητή της Γ' Λυκείου Θάνο Νικόπουλο, ο οποίος συγκέντρωσε 20.543 μόρια στις Πανελλαδικές Εξετασεις.

Ο ιδιος ο Θανος Νικόπουλος δηλωσε:
"Είμαι ευγνώμων απέναντι σε όλους τους καθηγητές από τους οποίους είχα την τύχη να διδαχθώ στο σχολείο, οι οποίοι δημιούργησαν μαζί μας ξεχωριστές σχέσεις και μας ενέπνευσαν ο καθένας με το δικό του τρόπο. Ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν καθηγητές που θα αποτελέσουν πρότυπα σε σημαντικούς τομείς της ζωής μου. Ελπίζω να δοθούν οι κατάλληλες ευκαιρίες ώστε να διατηρήσω επαφές με το σχολείο."


"Στο μουσικό έζησα 6 χρόνια γεμάτα ενδιαφέρον, δημιουργικές συναργασίες, και ανεκτίμητες μουσικές-και-μη εμπειρίες τις οποίες δεν μπορεί να προσφέρει ένα οποιοδήποτε σχολείο."
"Παρόλο που τα εξωσχολικά μαθήματα δυστυχώς έχουν γίνει πλέον υποχρεωτικά για τους περισσότερους μαθητές που προετοιμάζονται για τις Πανελλαδικές, το σχολείο συνέβαλε σημαντικά στην απόδοση μου στις εξετάσεις χάρη στην αξιοθαύμαστη προσπάθεια των καθηγητών μου. Σημειώνω πως το επίπεδο διδασκαλίας των ειδικών μαθημάτων επέτρεψε σε εμένα και σε άλλους συμμαθητές μου να μην χρειαστεί να απευθυνθούμε σε κάποιο ωδείο για μαθήματα ή να παρακολουθήσουμε ιδιαίτερα.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Πᾶμε στά Ἅγια Λείψανα…


Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου
Θά πᾶμε στά Ἃγια Λείψανα… Αὐτή τήν φωνή ἀκούω στά αὐτιά μου ἀπό τότε πού ἤμουν παιδί, τόσο ἔντονα, πού ξυπνᾶνε μέσα μου μνῆμες καί θύμησες ἀπό τό παρελθόν.

Κάθε χρόνο στίς 22 τοῦ Μάη, ἡ Τρίπολη, λαμπροφορεῖ καί ἀγάλλεται ὑποδεχομένη τόν ἀτίμητο θησαυρό πού φυλάσσεται στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Βαρσῶν, τά ἅγια Λείψανα τῶν λαμπρῶν καί κλεινῶν Νεομαρτύρων Δημητρίου καί Παύλου, οἱ ὁποῖοι κατά τά μαῦρα γιά τήν Πατρίδα καί τό Γένος, χρόνια της πικρῆς σκλαβιᾶς, ἔδωσαν τό αἷμα τους, τή ζωή τους, τά πάντα, ὁμολογοῦντες τήν ἀλήθεια, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὅτι αὐτός ὁ τόπος, ἡ Ἑλλάδα δηλαδή μόνο ἑνωμένη μέ τόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστάντα Σωτῆρα, μπορεῖ νά σταθῇ ὄρθια, νά προχωρήσῃ, νά ἀποτινάξῃ κάθε μορφή δουλείας, νά μεγαλουργήσῃ, νά διακριθῇ στό παγκόσμιο στερέωμα, ὡς μία χώρα μέ ἀξία πνευματική καί δύναμη, ὥστε νά τήν ὑπολογίζουν καί νά τήν σέβωνται οἱ ἑταῖροι της καί ὅλοι οἱ ἄλλοι.


Αὐτή τή φωνή ἤκουα, ὅταν ὡς Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βαρσῶν, δεχόμουν τούς πονεμένους, τούς ἀσθενεῖς, τούς ἀνθρώπους πού ἤθελαν νά ἀκουμπήσουν στά Ἅγια Λείψανα, πιστεύοντας ἀκράδαντα, ὅτι ἔχουν χάρη ἀπό τόν Θεό καί δύναμη, ἀφοῦ οἱ ἅγιοί μας ἀγωνίστηκαν ψυχοσωματικά καί ἐμαρτύρησαν γιά τοῦ Χριστοῦ τήν ἀγάπη, γιά τήν καταξίωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, γιά νά ἐμπεδώσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅτι πατρίδα μας αἰώνια καί μόνιμη δέν εἶναι ὁ τόπος αὐτός, ἀλλά ὁ οὐρανός.

Ἔβλεπα ἀνθρώπους νά προσπίπτουν, νά ἀγκαλιάζουν τά χαριτόβρυτα Λείψανα καί ἐνωτιζόμουν τόσο ἔντονα τήν φωνή τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου: « Προσπέσωμεν αὐτῶν τοῖς Λειψάνοις, συμπλακῶμεν αὐτῶν ταῖς θήκαις. Δύνανται γάρ καί θῆκαι μαρτύρων πολλήν ἔχειν δύναμιν, ὥσπερ οὖν καί τά ὀστᾶ τῶν μαρτύρων πολλήν ἔχειν τήν ἰσχύν».

Πᾶμε στά ἅγια Λείψανα, ἤκουα νά λένε οἱ εὐεργετηθέντες ἀπό τούς Ἁγίους, οἱ θεραπευθέντες ἀπό ἀνίατες ἀσθένειες, οἱ ἐλευθερωθέντες ἀπό τά δαιμόνια καί τόσοι ἄλλοι οἱ ὁποῖοι παντιοτρόπως ἐδέχθησαν τήν δωρεάν παρά Κυρίου, διά πρεσβειῶν τῶν ἁγίων μας. Πᾶμε στά ἃγια Λείψανα, γιά νά εὐχαριστήσωμε τούς Ἁγίους. Καί πάλι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἔρχεται νά δικαιολογήσῃ τήν σπουδήν τῶν εὐεργετηθέντων « Ὅσα γάρ οὐκ ἰσχύει πλοῦτος καί χρυσίον, τοσαῦτα ἰσχύει τῶν ἁγίων τά λείψανα. Χρυσίον μέν γάρ, οὔτε νόσον ἀπήλασε πώποτε, οὔτε θάνατον ἐφυγάδυεσε, μαρτύρων δέ ὀστᾶ ἀμφότερα ταῦτα εἰργάσατο».

Πᾶμε στά ἅγια Λείψανα, ἀκούω κάθε ἡμέρα καί ὡς Ἀρχιερεύς, στήν μεγαλούπολη τῶν Πατρῶν καί βλέπω μετά βαθυτάτης συγκινήσεως καί δέους καί συνοχῆς καρδίας, πλήθη ἀνθρώπων, μικρῶν καί μεγάλων νά γονατίζουν μπροστά στή χαριτόβρυτη Κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, γιά νά προσκυνήσουν τήν Ἱερά του Πρωτοκλήτου Κεφαλή.

Βλέπω φοιτητές νά προσκυνοῦν μέ δέος τόν τάφο τοῦ Ἁγίου ὅπου φυλάσσεται ἀπότμημα τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τῆς χειρός του, νά κατασπάζωνται τόν Σταυρό τοῦ Μαρτυρίου του καί νά καταφιλοῦν τήν ἁγία Κάρα του. Βλέπω νέα ζευγάρια, νά προσπίπτουν αἰτοῦντες ἐνίσχυση στή ζωή τους.

Συγκλονίζομαι ὅταν εὑρίσκωμαι ἐνώπιον τῆς πολλῆς εὐλαβείας γονέων, οἱ ὁποῖοι ξαπλώνουν τό ἄρρωστο παιδί τους ἐπί τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, αἰτούμενοι τήν ἴαση τήν ὁποίαν ἀδυνατοῦν νά προσφέρουν, ἀνθρωπίνως, οἱ Ἰατροί ( Εὐχηθεῖτε ὃλοι νά γίνῃ καλά ἡ μικρή Δαβιδούλα).

Πᾶμε νά προσκυνήσωμε τόν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα, ἤκουα στή Ρουμανία, ὅταν μεταφέραμε ἐκεῖ τήν Ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου, κατόπιν αἰτήματος τοῦ Ρουμανικοῦ Λαοῦ, διά τοῦ Πατριάχου του. Τότε μιά λαοθάλασσα γιά δέκα ἡμέρες, ἐπί εἰκοσιτετραώρου βάσεως, ἑκατομμύρια Ρουμάνων καί ἄλλων Εὐρωπαίων, προσήρχοντο γιά νά προσκυνήσουν τόν χαριτόβρυτο θησαυρό.

Ἔχει μεγάλη σημασία, γιά τά δικά μας δεδομένα τό γεγονός ὅτι ἐκεῖ, ἐκτός ἀπό τόν Πατριάρχη καί τήν Ἱεραρχία, τόν Κλῆρο καί τόν Λαό, μᾶς ἐδέχθη καί μᾶς εὐχαρίστησε στό Προεδρικό Μέγαρο ὁ Πρόεδρος τῆς χώρας.

Ἔκθαμβος στήν κυριολεξία ἔμεινα, ὅπως καί ὅσοι ἀδελφοί εὑρίσκοντο μαζί μου, ὅταν μεταφέραμε τόν Σταυρό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου στή Ρωσία, Οὐκρανία, Λευκορωσία, ὅπου ἑκατομμύρια Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἐπί εἰκοσιδύο ἡμερονύκτια, κατέφθαναν γιά νά προσκυνήσουν τό ἱερώτατο ξύλο ἐπί τοῦ ὁποίου ἐτελειώθη ἐν Πάτραις, ὁ Πρωτόκλητος Μαθητής καί μιμητής τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἐπικεφαλῆς τοῦ ἀμετρήτου πλήθους τῶν πιστῶν, ἡ θρησκευτική καί πολιτική Ἡγεσία τῆς Ρωσίας καί τῶν ἄλλων χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τό στῖγμα καί τό ὀρθόδοξο ἦθος τῶν λαῶν τῶν ὁποίων ἡγοῦνται.

Πᾶμε στά Ἅγια Λείψανα τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ἀκούομε ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες, ἀπό χιλιάδες Ἕλληνες, πού καταφθάνουν ἀπό ὅποια γωνιά τῆς Πατρίδος μας γιά νά προσκυνήσουν τά τιμιώτερα λίθων πολυτελῶν τῆς Μεγαλόμαρτυρος Λείψανα, πού μετεφέρθησαν στήν Ἀττική γῆ, γιά λίγες ἡμέρες, ἀπό τήν Ἰταλία.

Σκέπτομαι κάθε φορά πού πλησιάζω τά ἅγια Λείψανα. Τί θά εἴμασταν χωρίς αὐτή τήν εὐλογία καί τή δωρεά τοῦ Θεοῦ! Τί θά ἦταν ἡ Ἑλλάδα μας χωρίς αὐτή τήν σποράν τῆς χάριτος, τά χαριτόβρυτα δηλ. ὀστέα τῶν Ἁγίων μας, τά ὁποῖα ὡς βοτάνη ἱερά ἀνέτειλαν καί ἀνατέλλουν ἀπό τήν γῆ, ἡ ὁποία φιλόστοργα τά κράτησε στά σπλάχνα της καί πολλά τῶν ὁποίων, ἐξῆλθαν ἀνέπαφα ἀπό τόν χρόνο καί τῆς φύσεως τά στοιχεῖα καί τήν φθορά.

Ποιά παρηγορία θά εἴχαμε ἄν ἐστερούμεθα τῶν ἱερῶν μαρτυρικῶν Λειψάνων, τά ὁποῖα εὐωδιάζουν τήν εὐωδία τοῦ οὐρανοῦ καί ἀποπνέουν τόν ἀέρα τῆς χαρᾶς καί τῆς ἀγαλλιάσεως, τήν δρόσον τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας! Θά συνεχίσῃ ὁ Ἱερός Χρυσόστομος:

«… ἐπί τάς θήκας τῶν μαρτύρων ἔλθωμεν, ὅτι ὑψηλότερον ἡμῶν τό φρόνημα γίνεται, εὐτονωτέρα ἡ ψυχή, μείζων ἡ προθυμία, θερμοτέρα ἡ πίστις…»

Γι’ αὐτό φρίττουν οἱ δαίμονες, γι’ αὐτό ἐνοχλοῦνται οἱ ἄπιστοι, γι’ αὐτό φρυάττουν ἡ τῆς εὐσεβείας πολέμιοι, ὅτι μεγάλη ἡ εὐλάβεια, ὃτι πληθύς τῶν εὐσεβῶν προσέρχεται, ὃτι ἡ ἀπιστία αἰσχύνεται, ὃτι ἡ ἁμαρτία ἀπελαύνεται, ὃτι ἡ χάρις ὁμολογεῖται, ὃτι τό ἔλεος τοῦ Κυρίου διακηρύττεται.

Γι’ αὐτό καί τόσος ὁ θόρυβος, τόσον τό μένος, τοσαύτη ἡ ὄχληση, τοιαύτη ἡ ἀντίθεος σπουδή. Διά τοῦτο μέγας ὁ πόλεμος, διαρκής ἡ φρικτή ἐναντίον τῶν ἱερῶν Λειψάνων μανία καί περίπλοκη ἡ σατανική ἐπίθεση.

«Μήπως ἄλλον τί ἀνέμενες, τῆς εὐσεβείας ἐραστά;» Θά ρωτοῦσε ἅγιος της Ἐκκλησίας μας.

Δέν ἐκπληττόμεθα διά τά ξίφη καί τά δόρατα, δέν ἀποροῦμεν διά τήν χολή καί τό ὄξος, ἀλλά λυπούμεθα διότι ἀκούομε τόν Κύριό μας, ἰδιαιτέρως διά τήν Πατρίδα μας καί διά τούς, ἐκ τῶν Ἑλλήνων, πολεμίους τῆς πίστεως νά ἐπαναλαμβάνῃ… « Περίλυπος ἐστίν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Λησμονήσατε, λέγει Κύριος, τήν εὐεργεσίαν. Ἀπεμπολήσατε τήν σωτηρίαν. Ἀγνώμονες ἀνεδείχθητε διά τήν μεγάλη εὐλογία καί χάριν τῆς ἐλευθερίας…».

Ἡμεῖς ἐκ βάθους ψυχῆς τήν συμπαθεστάτην τοῦ Κυρίου ἀγαθότητα καθικετεύωμεν. Μή στήσης ἡμῖν Κύριε τήν ἁμαρτίαν ταύτην. Παίρνομε ἐμεῖς στούς ὣμους μας αὐτήν ἁμαρτία. Ἳλεως γενοῦ ἡμῖν διά πρεσβειῶν τῆς ὑπερευλογημένης Μητρός Σου καί τῶν Ἁγίων Σου ἁπάντων, ὧν τά Λείψανα κατέλιπας ἡμῖν. Μακροθύμησον ἐφ’ ἡμᾶς. Φώτισον τόν ἐσκοτισμένον νοῦν καί τάς ζοφεράς διανοίας τῶν ὑβριστῶν Σου, οἵτινες, ὡς ὁ ἄφρων μαθητής, ἠγνόησαν τήν θυσιαστικήν ἀγάπην καί ἐπρόδωσαν τήν μέχρις ἅδου κάθοδόν Σου καί ἀσέβησαν διά λόγων καί σκέψεων πρός τόν πανάγιον Τάφον Σου, ἀπ’ ὅπου τό Φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Σου τά πέρατα τῆς γῆς καταυγάζει.

Ἀπό τόν Οὐρανό ἀκούετε ἡ θεία φωνή. «Μά εἶναι Ἕλληνες, ζῶντες στή χώρα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, τήν ὁποίαν ἐπεσκίασε θαυμαστῶς ἡ χάρις καί ἠλέησε ἡ δωρεά τοῦ Ὑψίστου…»

Ἐμεῖς ἐπιμένομε ἱκευτεύοντες καί ὁρῶντες ἔνδακρυ τήν Θεοτόκο, τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, τούς Ἁγίους Μάρτυρας, τήν Ἁγία Βαρβάρα, τούς Ἁγίους Νεομάρτυρας, νά μᾶς συνοδεύουν στίς προσευχές, ἤ μᾶλλον νά προεξάρχουν, ἐπαναλαμβάνομε.

Μή στήσης αὐτοῖς Κύριε τήν ἁμαρτίαν ταύτην.

Μέμνησο Κύριε τῆς εὐσεβείας τῶν εὐσεβῶν.

Σῶσον Κύριε τόν τόπον τοῦτον καί ἐλέησον ἡμᾶς τούς παίδας τῶν ἡρώων καί μαρτύρων, τούς πολλάς ἁμαρτάνοντας.

Λυπήσου μας Κύριε καί ὁδήγησον τούς ἀγνώμονας καί τούς ἄφρονας, τούς ὑβριστάς καί ἁγιομάχους εἰς ὁδόν θεογνωσίας καί σωτηρίας.


Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Το συγκινητικό μήνυμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ.Χρυσοστόμου στους μαθητές που δίνουν Πανελλήνιες


«Ἀγαπητά μου παιδιά,

Καθὼς ἑτοιμάζεσθε νὰ καθίσετε στὰ θρανία, γιὰ νὰ διαγωνισθῆτε στὶς Πανελλαδικές ἐξετάσεις, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη, ὡς πνευματικός σας πατέρας, νὰ ἐπικοινωνήσω μαζί σας καὶ νὰ ἐκφράσω τὰ συναισθήματα, ποὺ κατακλύζουν τὴν καρδιά μου γιὰ σᾶς.

Εἴμαστε μαζί σας στὴν προσπάθειά σας, νὰ κατακτήσετε τὴν ζωὴ, ποὺ ἀνοίγεται μπροστά σας καὶ εἶναι τόσο ὡραία. Ὁ ἀγώνας σας νὰ γίνετε φοιτητὲς σὲ μιά Σχολὴ, ποὺ ἐσεῖς ἔχετε ἐπιλέξει, εἶναι ἕνα καίριο σημεῖο αὐτῆς σας τῆς προσπάθειας. Βεβαίως δὲν εἶναι καὶ οὔτε πρέπει νὰ εἶναι τὸ μόνο.

Μέχρι τώρα μέσα ἀπὸ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὴν γνώση, στὸ σχολεῖο, στὸ σπίτι κ.λ.π. διευρύνετε τὸν ὁρίζοντα τοῦ νοός σας καὶ τώρα ἦλθε ἡ ὥρα νὰ καταθέσετε τὸν κόπο σας, ὥστε νὰ πάρετε τὴν πνευματική σας ἀμοιβή.

Στεκόμαστε κοντὰ σας μὲ ἀγάπη, διότι εἶστε ὅ,τι ὡραιότερο ἔχομε. Εἶστε ἡ ἐλπίδα μας, ἡ χρυσὴ ἐφεδρεία γιὰ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος καὶ τῆς κοινωνίας μας γενικώτερα. Τὰ χρυσά σας ὄνειρα, εἶναι ἡ δική μας δύναμη. Ὁ πόθος σας γιὰ τὴ ζωή, εἶναι ἡ ἀναψυχή μας καὶ ἡ δίψα σας γιὰ τὴν γνώση, ἡ ἀπαντοχή μας.

Αὐτή μας ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται:Πρῶτον μὲ τόν λόγο μας, ποὺ εἶναι πηγαῖος καὶ ἀπαύγασμα τῆς καρδιᾶς μας. Αὐτός ὁ λόγος εἶναι δικός σας ἐπιστηριγμὸς καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ σᾶς. Ἐξ ἄλλου ὅ,τι ἔχομε στὴν καρδιά μας, ὅπως λέγει ὁ Λαὸς τὸ ἐκφράζομε μὲ τὸ στόμα μας καὶ τὴν ματιά μας.

Πάντοτε ὁ καλὸς ὁ λόγος ἔδιδε καὶ δίδει χαρὰ στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν λοιπόν, μιλᾶμε γιὰ σᾶς, αἰσθανόμαστε ἐμεῖς πρῶτοι, τὸν γλυκασμὸ καὶ τὴν ἀγαλλίαση.
Δεύτερον μὲ τὴν προσευχή μας. Παιδιά μου, γνωρίζω ὅτι πολλὰ μποροῦμε νὰ σᾶς προσφέρομε μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις. Ὅμως ὅσα καὶ ἂν σᾶς προσφέρωμε ἐμεῖς, εἶναι ἐλάχιστα μπροστὰ σὲ ἐκεῖνα, ποὺ σᾶς προσφέρει ὁ Θεός.

Ἕνας πολὺ πνευματικὸς ἄνθρωπος ἔλεγε σὲ μιά του ἀναφορὰ στὸ θέμα τῆς προσευχῆς. «Ὅταν ἀγαπᾶς κάποιον τοῦ δίδεις μεγάλη χαρά. Ὅταν ἀγαπᾶς καὶ ἐκφράζεις μὲ λόγια πηγαῖα αὐτὴ τὴν ἀγάπη, τὸν ἐνισχύεις πολὺ καὶ τοῦ προσφέρεις πνευματικὴ ἀναψυχὴ καὶ εὐεργεσία.

Ὅταν τὸν ἀγαπᾶς καὶ προσεύχεσαι, τοῦ προσφέρεις δύναμη ἀνυπολόγιστη, ἀφοῦ τὸν ἀναθέτεις στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ ἱκετεύεις τὸν Θεὸν νὰ τὸν σκέπῃ καὶ νὰ τὸν ἐνισχύῃ». Καὶ μεῖς, παιδιά μου ἀγαπητὰ καὶ εὐλογημένα, αὐτὸ κάνομε πάντοτε, ἰδιαιτέρως ὅμως αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Γονατίζομε καὶ θερμὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριό μας γιὰ σᾶς. Τὸν ἱκετεύομε νὰ σᾶς ἐνισχύῃ στὸν ὡραῖο καὶ τίμιο ἀγῶνα σας. Νὰ σᾶς χαριτώνῃ στὶς ἐξετάσεις. Καὶ ἐπειδὴ πάλι ἀδύναμοι αἰσθανόμεθα σ’ αὐτὴ τὴν ἱκεσία, προστρέχουμε καὶ παρακαλοῦμε νὰ μεσιτεύσουν γιὰ σᾶς, τὴν Παναγία μας, τὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα καὶ ὅλους τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας.

Τὸ πανσεβάσμιο πρόσωπο τῆς Παναγίας μας δέχεται τὶς δεήσεις μας γιὰ τὴν ἐπιτυχία σας. Γιὰ σᾶς ἀνάβομε τῆς Μεγαλόχαρης, Γηροκομίτισσας καί Ἐλεούσας τὸ καντήλι. Γιὰ σᾶς τὸ κερὶ κρατᾶμε μπροστὰ στὴν Παναγία μορφή της καὶ παρακαλοῦμε γιὰ τὸν φωτισμό σας.

Γιὰ χάρη σας τελοῦμε τὴν Θεία Λειτουργία ἐπὶ τοῦ Τάφου τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου καί γιὰ σᾶς ἀγρυπνοῦμε θερμοπαρακαλώντας τὸν Πρωτόκλητο μπροστὰ στὴν Ἁγία Κάρα του καὶ τὸν Σταυρὸ τοῦ μαρτυρίου του.

Αὐτὴ ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται ἀκόμα μὲ τὴν θερμή εὐχή μας γιὰ τὴν ἐπιτυχία σας. Αὐτὴ ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι ἕνας τυπικὸς λόγος, ἀλλὰ ὁ πόθος μας νὰ σᾶς δοῦμε εὐτυχισμένους, νὰ χαροῦμε μαζί σας καὶ νὰ σᾶς καμαρώσωμε ψηλά, ὅσο πιὸ ψηλὰ ἔχετε φανταστεῖ καὶ ἐπιθυμεῖτε.

Αὐτὴ ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐλπίδα γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ στόχου σας, ἀλλὰ εἶναι ἡ βεβαιότητα γιὰ τὴν νίκη σας. Αὐτὲς τὶς ὧρες τοῦ ἀγῶνα σας, σκεπτόμαστε καὶ τοὺς γονεῖς σας, οἱ ὁποῖοι ἀγρυπνοῦν μαζί σας καὶ μοιράζονται τὴν ἀγωνία σας, τοὺς πόθους σας καὶ τοὺς κόπους τῆς μελέτης καὶ τῆς ὅλης ἐργασίας, τὴν ὁποία καταβάλλετε γιὰ νὰ ἀναδειχθῆτε νικητές.

Εὐχόμαστε καὶ σὲ αὐτοὺς δύναμη ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἐνίσχυση, ὥστε νὰ στέκωνται δίπλα σας καὶ νὰ σᾶς στηρίζουν μὲ τὴν πολλή τους ἀγάπη. Αὐτοὶ θὰ χαροῦν πρῶτοι μαζὶ μέ σᾶς. Αὐτοί θὰ δακρύσουν ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὴν ἐπιτυχία σας.Ὅμως παιδιά μου, δὲν εἶναι μόνο ἡ κοσμικὴ γνώση, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ. Αὐτὴ εἶναι πρόσκαιρη καὶ πεπερασμένη. Ἀξίζει βεβαίως νὰ τὴν ὑπηρετοῦμε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν ἀπόκτησή της.

Ὑπάρχει καὶ ἡ κατὰ Θεὸν γνώση καὶ σοφία, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπὸ τὴν κοσμική. Αὐτὴ εἶναι ὑπόθεση ἐσωτερικῆς καθαρότητος, ἀγώνων πνευματικῶν, κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, φωτισμοῦ τοῦ νοὸς καὶ τῆς καρδίας. Ἂν παιδιά μου ἀποκτήσετε τὴν πρώτη γνώση μόνο, τὴν κοσμικὴ δηλαδή, τότε τίποτε δὲν θὰ καταφέρετε στὴ ζωή σας. Ἂν ὅμως ἐνδιαφερθῆτε, ἀγωνιστῆτε, ἀγαπήσετε καὶ ἐπιτύχετε καὶ τὴν κατά Θεὸν γνώση, τότε θὰ ἔχετε ἐντὸς σας τὸ πλήρωμα τῆς χαρᾶς.

- Παιδιά μου, κοντὰ στὶς ὅποιες προσπάθειές σας μέσα ἀπό τὴν μελέτη, τὶς ὅποιες δικές μας εὐχές, ὑψῶστε τὰ μάτια σας καὶ τὴν καρδιά σας στὸ Θεὸ μὲ ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη καὶ νὰ εἶστε βέβαιοι γιὰ τὴν βοήθειά Του, ἡ ὁποία θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ στὴν ἐπιτυχία καὶ τὴ χαρά.

Καὶ τὸ ἁπλὸ «Κύριε ἐλέησον» ἢ «βοήθησέ με Κύριέ μου», ὁ Θεὸς τὸ ἀκούει, τό καταγράφει καὶ ἀποστέλλει τὴ Χάρη Του. Καὶ τὴν βαθειὰ ἱκεσία καὶ δέηση, «Παναγιά μου βοήθησέ με», ἡ Παναγία μας, τὴν μεταφέρει στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ.

- Θὰ τελειώσω τὴν ἀναφορά μου σὲ σᾶς καὶ τὸν ἀγῶνα σας μὲ μιά προσωπική μου, συγκλονιστικὴ ἱστορία. Ὅταν ἐμεῖς δίναμε ἐξετάσεις γιὰ τὸ Πανεπιστήμιο, τὰ πράγματα ἦταν πιὸ δύσκολα. Ὁ συναγωνισμὸς πολὺ μεγάλος. Φεύγαμε ἀπὸ τὸν τόπο μας καὶ πηγαίναμε σὲ μεγάλες πόλεις, γιὰ πολλὲς ἡμέρες προκειμένου νὰ δώσωμε ἐξετάσεις, μὲ τὶς ὅποιες δυσκολίες.

Ἔτσι λοιπόν, ὅλοι οἱ Πελοποννήσιοι ἐξεταζόμασταν στὴν Πάτρα. Ἦταν Αὔγουστος τοῦ 1977. Ξεκίνησα ἀπὸ τὴν Τρίπολη, μὲ τὸ λεωφορεῖο γιὰ τὴν Πάτρα. Φτάσαμε ἐνθυμοῦμαι στὰ Καλάβρυτα καὶ ἀφοῦ περάσαμε πολλὰ χωριὰ καταλήξαμε στὴν πόλη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Κάποια στιγμὴ κατά τήν διαδρομή, κοιτάζοντας ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ λεωφορείου, εἶδα στὸ βάθος μιᾶς χαράδρας, ἕνα μοναστήρι. Φαινόταν κόσμος πολύς. Ἦταν 23 Αὐγούστου. (Τήν περίοδο ἐκείνη ἕως καί τό πρῶτο δεκαήμερο τοῦ Σεπτεμβρίου ἐγίνοντο τότε οἱ ἐξετάσεις).

Σκέφτηκα, ὅτι θὰ ἦταν Μοναστήρι τῆς Παναγίας, γιατί στὶς 23 Αὐγούστου ἑορτάζομε τὴν Ἀπόδοση τῆς Ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ εἶπα: «Παναγία μου βοήθησέ με νὰ περάσω στὸ Πανεπιστήμιο».

Ὅμως, ἤθελα νὰ προχωρήσω λέγοντας «καὶ θὰ ἔλθω, νὰ σὲ εὐχαριστήσω». Δὲν τόλμησα νά τό πῶ, διότι οὔτε τὸν τόπο ἐγνώριζα, οὔτε καὶ ποιὸ ἦταν τὸ Μοναστήρι. Ἡ Παναγία βοήθησε καὶ πραγματοποιήθηκε τὸ ὄνειρό μου καὶ ἡ ἐπιθυμία μου. Πέρασα στό Πανεπιστήμιο. Πολλὲς φορὲς εὐχαρίστησα τήν Παναγία καὶ ὡς λαϊκὸς καὶ ὡς Κληρικός σέ Ναούς καί Μοναστήρια της.

Ὅμως, ἡ εἰκόνα μὲ τὸ Μοναστήρι στὴ χαράδρα ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ἦταν ἔντονη, σιγὰ σιγὰ ἀτόνισε. Πέρασαν περίπου 30 χρόνια. Ὁ Θεὸς εὐδόκησε, νὰ ἔλθω ὡς Μητροπολίτης στὴν Πάτρα. Στὴν περιοδεία μου στὰ Μοναστήρια, βρέθηκα καὶ σὲ ἕνα εὐλογημένο Μοναστήρι, μὲ εὐλογημένη Ἀδελφότητα. Στὴ Μονὴ τῆς Χρυσοποδαρίτισσας, ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ χαράδρα κάτω ἀπὸ τὸ χωριὸ Κάλανος. 

Τὴν ὥρα ποὺ ἔφτασα στὸ Μοναστήρι καὶ ἀτένισα τὴν περιοχή, ρίγος κατέλαβε τὸ εἶναι μου καὶ δέος τὴν ψυχή μου. Ἔνιωσα ἐσωτερικὸ συγκλονισμό. Θεέ μου, εἶπα, τί βλέπω! Εἶμαι στὸ Μοναστήρι ποὺ εἶδα, ὅταν ἤμουν ὑποψήφιος φοιτητὴς, ἀπὸ τὸ λεωφορεῖο, πρὶν περίπου τριάντα χρόνια. Ξύπνησαν μέσα μου μνῆμες.

Δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὰ μάτια μου. Προχώρησα στόν Ἱερό Ναό, γονάτισα μπροστὰ στὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τῆς εἶπα τὸ μεγάλο «εὐχαριστῶ» γιὰ τὴν εὐεργεσία της. Αὐτὸ τὸ εὐχαριστῶ ποὺ τότε, ἐθεώρησα, ὅτι θὰ ἦτο ἀδύνατο νὰ βρεθῶ καὶ νὰ τῆς ἐκφράσω στὸ ἄγνωστο Μοναστήρι της γιὰ μένα. Σκέφθηκα, ὅτι ἕνα πρᾶγμα ζητᾶς μέ πίστη ἀπό τό Θεό, χίλια καί μύρια Ἐκεῖνος σοῦ χαρίζει.

Παιδιά μου, ὁ Θεὸς σᾶς ἀκούει. Ἡ Παναγία μας εἶναι κοντά σας. Σᾶς εὔχομαι ἀπὸ τὴν καρδιά μου καλὴ ἐπιτυχία. Σὲ λίγο καιρὸ θὰ γονατίσετε καὶ σεῖς μπροστὰ στὴν Παναγία μας καὶ στὸν Ἅγιο Ἀνδρέα γιὰ τὸ μεγάλο «Εὐχαριστῶ». Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔλθῃ γιὰ ὅλους σας αὐτὴ ἡ εὐλογημένη ὥρα. Καλὴ ἐπιτυχία παιδιά μου.».

         

                                             






Μόλις κυκλοφόρησε - "Αμαρτωλών Εκκλησία"

Με πολλή χαρά παρουσιάζουμε κείμενα του π. Βαρνάβα Γιάγκου, εφημέριου του Ιερού Ναού Παναγίας Λαοδηγήτριας Θεσσαλονίκης. Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για καταγραφές ομιλιών, που έχουν εκφωνηθεί κατά τις Κυριακές. Γρήγορα όμως ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται, πως δεν πρόκειται για δείγματα ενός τετριμμένου κηρυγματικού λόγου, αλλά για πινακίδες μιας προσωπικής πνευματικής διαδρομής.
Και όπως κάθε τί το προσωπικό, έτσι και στα κείμενα αυτά, καραδοκεί κάθε στιγμή η έκπληξη...
Μέσα από τα κείμενα γίνεται φανερός ο πόνος για τον θρησκευτικό άνθρωπο, εκείνον δηλαδή, που, αν και κρυμμένος πίσω από ευσέβεια και θεολογική κατάρτιση, φροντίζει ουσιαστικά μόνον το "εγώ" του, εξασφαλίζοντας στον εαυτό του, τον αυτοθαυμασμό, αλλά και την καταφρόνηση προς κάθε αποτυχημένο και αμαρτωλό.
...Κάθε σελίδα του βιβλίου αποπνέει λόγο αντισυμβατικό, αγωνία προσωπική για γνησιότητα στην πνευματική και εκκλησιαστική ζωή, ειλικρινή κατάθεση πνευματικής εμπειρίας, στοιχεία τα οποία πιστεύουμε ακράδαντα πως θα προσδώσουν στην πορεία του καθενός από εμάς, νέες προοπτικές!

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: Νέο βιβλιοπωλείο εκδόσεων “Εν πλω”, εμπορικό κέντρο Αtrium, Χαριλάου Τρικούπη 6-10, Αθήνα. Τηλ. 211 11 98 900 & 901

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015


Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Οι B΄ Χαιρετισμοί της Παναγίας στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωακείμ, έξω Αγυιάς Πατρών-Απονομή του οφφικίου του Πρωτοπρεσβυτέρου στον π.Ιωάννη Νικόπουλο απο τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών κ.κ.Χρυσόστομο


Με ιερά κατάνυξη ετελέσθη, την Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015, η ακολουθία των Β’ Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωακείμ, έξω Αγυιάς Πατρών. Παρα τις δυσκολες καιρικές συνθήκες, πλήθος κόσμου συμμετείχε στην Ιερα Ακολουθία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρων κ.κ.Χρυσοστόμου. 

Έψαλλαν οι Ιεροψάλτες του Ιερού Ναού μας  Αναστάσιος Αρνιακός και Γεώργιος Βαφειάδης καθως και οι κ.κ. Σπυρίδων Μπελαβγένης και Χρήστος Αλποχωρίτης.





Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ.κ. Χρυσόστομος ωμίλησε στο πολυπληθές εκκλησίασμα για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως Μητρός του Κυρίου και παραμυθίας των ανθρώπων.

Επίσης, ο Σεβασμιώτατος ανεκοίνωσε την ίδρυση της Ενορίας Αγίου Ιωακείμ έξω Αγυιάς και επέδωσε το διοριστήριο στον πρώτο Εφημέριο της Ενορίας, Αιδεσιμολογιώτατον π. Ιωάννη Νικόπουλο ως και τα διοριστήρια στους πρώτους Επιτρόπους της νεοσύστατης ενορίας.





Ευχαρίστησε και επήνεσε τον π. Ιωάννη και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ως και όλους τους Ενορίτες για τον θερμουγό ζήλο τους, με τον οποίο εργάζονται για την ανέγερση του Ιερού Ναού του Οσίου Ιωακείμ, Ηγουμένου της Ιεράς Μονής των Νοτενών.

Η ίδρυση αυτής της Ενορίας και η ανοικοδόμηση του Ναού είναι από τα πρώτα μελήματα του Σεβασμιωτάτου, από τότε που κατεστάθη ως Μητροπολίτης Πατρών, ώστε να τιμάται ο Όσιος και στην πόλη των Πατρών.

Μέσα σε κλίμα συγκινήσεως ο Σεβασμιώτατος απένειμε το οφφίκιο του πρωτοπρεσβυτέρου της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών στον αιδεσιμολογιώτατο π. Ιωάννη Νικόπουλο και του ευχήθηκε να εργάζεται με το ίδιο ζήλο για την αποπεράτωση του Ιερού Ναού.






Ο π. Ιωάννης ευχαρίστησε με θερμά λόγια τον Σεβασμιώτατο, αλλά και τον Λαό ο οποίος συμπαραστέκεται στο έργο της ανεγέρσεως του Ναού.
Ακολουθησε δεξίωση στο Αρχονταρίκι του Ναού μας.







Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Είκοσι χρόνια από την οσιακή κοίμηση του Μαντινείας και Κυνουρίας κυρού Θεοκλήτου του Β’ (Φιλιππαίου)


Τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ. Χρυσοστόμου.

Ήταν απόγευμα της 8ης Ιανουαρίου 1995, πριν είκοσι ακριβώς χρόνια, όταν ενώπιον της Αγίας Τραπέζης, του Καθολικού της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Καλτεζών, έγειρε η ιερά και σεβασμία κεφαλή του αειμνήστου Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας Θεοκλήτου και η αγιασμένη ψυχή του έφυγε για την ουράνια πατρίδα, ένθα ήχος καθαρός εορταζόντων και βοώντων απαύστως, το «Κύριε Δόξα σοι».


Έγινε όπως το είχε προείπει. Πραγματοποιήθηκε η επιθυμία του σεμνού, ταπεινού, πεπαιδευμένου, ευγενούς και αρχοντικού άμα, Ιεράρχου, ο οποίος «εν αναβάσει θυσιαστηρίου αγίου εδόξασε περιβολήν αγιάσματος...,ως ήλιος εκλάμπων επί Ναόν Υψίστου» (Σειρ, ν΄, 11,7).
« Παρακαλώ τον Θεό» έλεγε, «να φύγω όρθιος και μέσα σε ένα Ναό του Αγίου Νικολάου». Στο ερώτημά μας « γιατί Σεβασμιώτατε, επιθυμείτε να φύγετε από τον κόσμο αυτό μέσα σε ένα Ναό του Αγίου Νικολάου;», η απάντηση ήταν αυθόρμητη, απλή και απέπνεε βεβαιότητα. « Έχω αυτή την επιθυμία διότι ευλαβούμαι ιδιαιτέρως τον Άγιο Νικόλαο, έφερα κατά κόσμον το όνομά του και χειροτονήθηκα στον Ναό του Αγίου Νικολάου. Επιθυμώ δε να φύγω όρθιος, ίνά μη στενοχωρήσω κάποιους η απασχολήσω εξ’ άλλων εργασιών, αφού θα είναι υποχρεωμένοι να με περιθάλπουν. Πάντως ας γίνη το θέλημα του Κυρίου...»
Αναμνημισκόμενος εκείνων των γεγονότων θα προσπαθήσω εν συγκινήσει βαθυτάτη και κατά χρέος ιερό και καθήκον άγιο προς την μνήμη του αοιδίμου Ιεράρχου του χειροτονήσαντος με Διάκονον και Πρεσβύτερον, μικράν να ποιήσω αναφοράν και βέβαια προς διδαχήν και όφελος πάντων ημών.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 1995. Ο καιρός στην Τρίπολη πολύ ψυχρός και ήδη από το πρωί άρχισε να χιονίζη. Μετά την Θεία Λειτουργία στο Καθολικό της Ιεράς Μονής του Αγίου Νικολάου των Βαρσών, εδέχθην τηλεφώνημα από τον μακαριστό Ιεράρχη, ο οποίος με την χαρακτηριστική γεμάτη αγάπη και στοργή φωνή του, μου είπε: « Χρυσόστομε, το απόγευμα θέλω να έρθω στο Μοναστήρι να προσκυνήσω τον Άγιο Νικόλαο. Πες μου τι συνθήκες επικρατούν;».
Απαντώ. « Σεβασμιώτατε, έχομε χιόνι και είναι δύσκολη η ανάβαση στη Μονή. Θα δω με ποιό τρόπο θα κατέβω, προκειμένου να φύγω για την Αθήνα με την ευχή σας. (υπηρετούσα ήδη στην Ιερά Σύνοδο με την ευχή και την ευλογία του).» Επιτρέψατέ μου όμως Σεβασμιώτατε, εσυνέχισα, να παρακαλέσω να μη εξέλθετε σήμερα, λόγω των κακών καιρικών συνθηκών». Απαντά ο μακαριστός Ιεράρχης.« Καλά παιδί μου, εύχομαι σε όλους σας να είστε καλά και καλό ταξίδι να έχης για την Αθήνα».
Στις 7 το απόγευμα έφυγα για την Αθήνα, όμως στα διόδια πριν φθάσωμε στην Κόρινθο, μας μετέφεραν την είδηση ότι θα έπρεπε να επιστρέψωμε στην Τρίπολη για σοβαρό λόγο.
( Δεν είχαμε τότε κινητό τηλέφωνο).

Σαν αστραπή πέρασε από τον νού μου η σκέψη, ότι εκοιμήθη ο Δεσπότης. « Μα δεν είναι δυνατόν να συμβαίνη κάτι τέτοιο» αντέτεινε ο π. Θεόκλητος, Πρωτοσύγκελλος, τώρα της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο.

Καί όμως δεν διεψεύσθην. « Ο Μητροπολίτης Θεόκλητος είχε κοιμηθή». Συγκλονιστικός ο τρόπος της μεταστάσεώς του και αποκαλυπτικός της εναρέτου βιοτής και πολιτείας του. Παραθέτομε τα γεγονότα που θυμίζουν πρόσωπα μιάς «αλλοτινής» φωτοφόρου αγίας περιόδου, που όμως κατ’ οικονομίαν του Θεού ζούν και στην δική μας, αλλά και σε κάθε εποχή.

Το απόγευμα της ημέρας εκείνης ο αοίδιμος Θεόκλητος, αφού δεν ηδύνατο να ανέλθη στις χιονισμένες Βάρσες, επέμενε και μετέβη με τον Οδηγό και τον Γραμματέα της Ιεράς Μητροπόλεως στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Καλτεζών,
( Μοναστήρι ιστορικό, όπου συνήλθε η πρώτη Εθνοσυνέλευση μετά την Επανάσταση του 1821) προκειμένου να εκπληρώση το χρέος του ενώπιον του Αγίου Νικολάου.
Έφθασε στην Ιερά Μονή, εισήλθε στο Καθολικό και όπως συνήθιζε, πήρε ένα κερί, το άναψε και κρατώντας το, ησπάσθη τις ιερές εικόνες, εισήλθε στο Άγιο Βήμα και αφού εποίησε
«μετανοίας τρεις» ησπάσθη για τελευταία φορά το Ιερό Ευαγγέλιο, αφού όταν επλησίασαν τα χείλη του την Βίβλο της αποκεκαλυμμένης Αληθείας, εξήλθε η αγία ψυχή του, ενώ το σώμα του έμεινε κεκλιμένο σε στάση δεήσεως με γερμένη την ιερά κεφαλή επί της φρικτής και αγίας Τραπέζης, την οποία ηράσθη εκ νεότητος αυτού και ενώπιόν της οποίας έζη ως επίγειος Άγγελος, επί ήμισυ και πλέον αιώνα, προσφέρων την αναίμακτη Μυσταγωγία, υπέρ σωτηρίας του εμπεπιστευμένου αυτώ ποιμνίου.


Η επιθυμία του αοιδίμου Γέροντος εξεπληρώθη. Σύμπας ο Ιερός Κλήρος, οι μοναστικές Αδελφότητες και ο φιλόθεος Αρκαδικός Λαός, την Τετάρτη 11 Ιανουαρίου του ιδίου έτους, με πρωτοφανείς εκδηλώσεις τιμής, εκήδευσε από τον Ιερό Μητροπολιτκό Ναό Αγίου Βασιλείου Τριπόλεως τον, επί τριάντα χρόνια (1965-1995), Ποιμενάρχη του, προπέμποντας αυτόν εν δάκρυσιν ευγνωμοσύνης και με την βεβαιότητα της Αναστάσεως στην αιωνιότητα, όπου ήδη συναγάλλεται μετά των Αγίων των απ’ αιώνος Θεώ ευαρεστησάντων.

Με δέος ενθυμούμαι τις ώρες εκείνες και ιδιαιτέρως την ιερά αγρυπνία της οποίας προέστη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης τότε Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και νυν Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρος, (χειροτονία εις Διάκονον και Πρεσβύτερον του αοιδίμου Ιεράρχου) ο οποίος και διεδέχθη, προς χαράν και παραμυθίαν όλων ημών, τον μεταστάντα Γέροντά μας. Τον πλαισιώσαμε στην Θεία Λειτουργία, η ελαχιστότητά μου, ο νυν Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ. Θεόκλητος,(είμασταν τότε ιεροκήρυκές του μακαριστού Θεοκλήτου) και άλλοι Κληρικοί.
Με δέος ιερό, επίσης, σημειώνω ότι η ευχή του αοιδίμου Γέροντός μας προς τους τρεις Ιεροκήρυκές του και η ολόθερμη προσευχή προς τον Θεό, εξεπληρώθη. Πρώτος προήχθη ο νυν Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρος, εν συνεχεία η ταπεινότης μου, με την ευχή του Γέροντός μας και την αγάπη και αμέριστη συμπαράσταση του Σεβασμιωτάτου κ. Αλεξάνδρου και μετά ταύτα ο άγιος Ιερισσού, με την από τον ουρανό πρεσβεία, επίσης, του μακαριστού Θεοκλήτου, την συγκινητική υποστήριξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλεξάνδρου και την εν αγάπη συνεπικουρία της ελαχιστότητός μου.

Πιστεύω ακράδαντα ότι μας εβοήθησε η ευχή του και η αγάπη του όσο ζούσε και μετά την έξοδό του εκ του κόσμου τούτου, μας εστήριξε και μας στηρίζει η δέησή του και η παρρησία του στον ουράνιο Πατέρα μας.
Ο τόπος όπου αναπαύεται το σκήνωμά του, πίσω από το άγιο Βήμα του Ιερού Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Τριπόλεως, ο κοινός δηλ. τάφος των Αρχιερέων, δέχεται καθ’ ημέραν την ευγνωμοσύνη και το προσκύνημα των ευλαβών Τριπολιτών.
Τότε που έφυγε για τον ουρανό ο Γέροντάς μας, εγράψαμε κάποιους στίχους, έκφραση πηγαίας ευγνωμοσύνης προς το σεπτό και ηγιασμένο πρόσωπό του, τους οποίους επαναλαμβάνομε και τώρα και τους παραθέτομε εις μνημόσυνον αυτού, υποκλινόμενοι ,ευλαβώς, ενώπιον της σεβασμίας μορφής του.
«Ροδόσταμα της καρδιάς μας, τα δάκρυα που ραίνουν τον τάφο σου, Πατέρα μας,
Λουλούδια οι στεναγμοί μας, ας γίνουν στην Ιερά σου μνήμη, Άγγελέ μας,
Η θύμησή σου νωπή πάντα, θα κατακαίη τα σωθικά μας, Ποιμενάρχη μας,
Ηλιαχτίδα το χαμόγελό σου, θα φωτίζη την πορεία μας,
Βάλσαμο παρηγοριάς ο γλυκύς σου λόγος, θα’ρχεται να απαλύνη τις ώρες του πόνου μας,
Η αγάπη σου Γέροντά μας, θα μας συντροφεύη κατά τις ώρες της φοβερής μοναξιάς μας,
Κάθε χτύπημα της καμπάνας, καθημερινή και σε γιορτή εσένα θα χαιρετάη Δάσκαλέ μας, μεγάλε φίλε και αδελφέ μας.
Κι όσο θα ζούμε επάνω στη γη, χρυσή η μορφή σου στην ψυχή μας, θα νοηματίζη την πορεία μας και θα οδηγή τα βήματά μας.
Νοσταγλία η κάθε στιγμή μας, για τη γλυκειά συνάντησή σου, στον Ουρανό, λατρευτέ μας Ιεράρχη.
Θα σ’ αγαπούμε για πάντα.
Αναπαύου εν ειρήνη και εύχου υπέρ ημών των πνευματικών σου τέκνων.
Καλή Ανάσταση Δεσπότη μας.»