Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Σιδηρόκαστρο- Μνήμες του «ΟΧΙ» μέσα από τη συλλογή πολεμικών κειμηλίων του Μουσείου Μιχάλη Τσαρτσίδη

Tου Φάνη Γρηγοριάδη
Οι μνήμες από τις ένδοξες ημέρες του "ΟΧΙ" και του ελληνοϊταλικού πολέμου και από την ασυμβίβαστη αντίσταση του Έλληνα στρατιώτη στη ναζιστική "μηχανή" θα ήταν σίγουρα πιο "φτωχές" σήμερα, χωρίς τα χιλιάδες κειμήλια - λάφυρα, που άφησαν πίσω τους οι αιματηρές μάχες στα χαρακώματα του θανάτου.
Όπλα, πολυβόλα, χειροβομβίδες, αυτόματα, στολές, κράνη, τουφέκια, χλαίνες και ξιφολόγχες, απ' όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές, είναι αδιάψευστοι "μάρτυρες" της "χρυσής" εποποιίας, που ξεκίνησε στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας και ολοκληρώθηκε στα οχυρά του Ρούπελ.
Μοναδικά τεκμήρια αυτής της ιστορικής εποχής φιλοξενούνται στη συλλογή Μιχάλη Τσαρτσίδη, στο Σιδηρόκαστρο Σερρών.


Στα εργαλεία του πολέμου διακρίνει κάποιος με ευκολία, από τη μια πλευρά τον αδυσώπητα φονικό και παράλογο χαρακτήρα του πολέμου και τη μοναδική εφευρετικότητα των σχεδιαστών του, την τεχνολογία του, τις συνθήκες που έκριναν το τελικό αποτέλεσμα.
Από την άλλη, τον άνθρωπο-μαχητή, τον υπερασπιστή της πατρίδας, τον "πρωταγωνιστή" των μαχών, τον απλό στρατιώτη, το σύζυγο, το γονιό, τον αδελφό, όπως αποκαλύπτουν τα γράμματα σε αγαπημένους, τα προσωπικά σημειώματα που βρέθηκαν κρυμμένα ακόμη και μέσα στις κάννες των όπλων…
Η συλλογή του Μιχάλη Τσαρτσίδη είναι μια από τις μεγαλύτερες συλλογές στη χώρα μας, συγκρινόμενη ακόμη και μ' εκείνη του Πολεμικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Πάνω από 4.500 εκθέματα πολεμικής και λαογραφικής ιστορίας φιλοξενούνται στους χώρους του μουσείου του συλλέκτη, που λειτουργεί από το 1980 και είναι καθημερινά επισκέψιμο από το κοινό.
"Παιδί της κατοχής", ο 79χρονος σήμερα, Μιχάλης Τσαρτσίδης, ήταν μόλις εννέα ετών, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, το 1940. Η περιοχή και η συγκυρία, που "σημάδεψε" την παιδική του ηλικία και καθόρισε την εξέλιξη του, τον ώθησε να σκαλίσει τις "στάχτες", που άφησε πίσω της η πολεμική σύρραξη και να βγάλει από μέσα τους ό,τι είχε κρυφτεί στη λήθη.
Άλλωστε, ο ιδιαίτερος τόπος καταγωγής του, αποτέλεσε το πεδίο μιας από τις πιο βαρυσήμαντες "πύρρειους" νίκες της γερμανικής εισβολής. Από εκείνες, που αναδεικνύουν την αιώνια αξία του "ηττημένου", πάνω από την προσωρινή επικράτηση του "νικητή". Τη μάχη των φημισμένων οχυρών του Ρούπελ.




Από εκείνη την τρυφερή ηλικία, ο Μ. Τσαρτσίδης ξεκίνησε να συλλέγει όπλα, κράνη, στολές, οτιδήποτε είχε εγκαταλειφθεί και θαφτεί στα χαρακώματα, στη λεγόμενη "γραμμή Μεταξά", αφήνοντας όμως κάτω από τη "σκόνη" της ιστορίας, ανεξίτηλα ίχνη.
Έκρυψε τα όπλα σε σπηλιές και διάφορες κρυψώνες, ώστε στην κατάλληλη στιγμή να μπορούν να ανασυρθούν και να χρησιμοποιηθούν. Το 90% της πολεμικής συλλογής αποτελείται από πολεμικά αντικείμενα της μάχης του Ρούπελ.
Στο Ρούπελ, η σιδερόφρακτη πολεμική μηχανή του άξονα απορρυθμίστηκε μπροστά στο θάρρος και την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών. Οι επιτελείς της Βέρμαχτ, αμήχανοι, κοίταζαν μια χούφτα Έλληνες, πεινασμένους, ρακένδυτους, να ορθώνουν το ανάστημά τους, με μανιώδες πείσμα, απέναντι σε πάνοπλους, καλοταϊσμένους, άριστα εκπαιδευμένους μαχητές και να βάζουν φραγμό στα άρματα και τα πολυβόλα τους.
Οι τέσσερις ημέρες (6 έως 10 Απριλίου 1941) φάνηκαν, μάλλον, "αιώνας" για τους Γερμανούς στρατιώτες του "Μπλιτς Κρικ", που δεν είχαν συνηθίσει σε τέτοια αντίσταση. Ακόμη κι όταν κατέρρευσε το μέτωπο στη Θεσσαλονίκη, στις 9 Απριλίου του 1941, οι φρουροί των οχυρών αρνούνταν να σηκώσουν τη "λευκή σημαία".
"Τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται", ήταν η απάντηση του διοικητή του Ρούπελ, ταγματάρχη Γεωργίου Δουράτσου, στην απαίτηση παράδοσης του Γερμανού διοικητή. Κι όταν ακόμη πληροφορήθηκαν, την επομένη, ότι η χώρα είχε καταληφθεί, δεν παραδόθηκαν, παρά έκαναν ανακωχή και συμφωνία να αποχωρήσουν ελεύθεροι, αφήνοντας τον οπλισμό τους στο οχυρό.
"Τον οπλισμό τους δεν τον παρέδωσαν και κάποιοι άφησαν μέσα στις κάνες των όπλων και σημειώματα. Συμφώνησαν να τον εγκαταλείψουν στα χαρακώματα και μετά από δίωρο να μπουν οι Γερμανοί. Ωστόσο, κανείς τους προφανώς δεν περίμενε ότι, βγαίνοντας από το χαράκωμα, οι στρατιώτες της Βέρμαχτ θα παρατάσσονταν σε απόσταση για να τους χαιρετίσουν στρατιωτικά, αναγνωρίζοντας το απαράμιλλο θάρρος τους", λέει ο δάσκαλος Σπύρος Τσαρτσίδης, γιος του συλλέκτη.



Το δελτίο αποστρατείας του ηρωικού διοικητή του Ρούπελ, Γιώργου Δουράτσου, του 1957, αποδόθηκε από τη σύζυγο του στον Σερραίο συλλέκτη.
Τη μάχη του Ρούπελ έμεινε να θυμίζει επίσης- μεταξύ άλλων- το πολυβόλο ΜG-34 των 7,92 mm, που χρησιμοποιήθηκε, όταν έγινε η αγκίστρωση των δύο διμοιριών της Βέρμαχτ, την πρώτη μέρα της μάχης, στο ύψωμα 520 (Τσόνα), όταν οι δυνάμεις του "Άξονα" επιχείρησαν να διασπάσουν τις γραμμές των Ελλήνων.
Ο 51ος λόχος, με επικεφαλής το λοχαγό Σάββα Κούνα, επιχείρησε να τους απωθήσει, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πολλοί Έλληνες στρατιώτες. Το πτώμα του ηρωικού λοχαγού βρήκε ο συλλέκτης και ειδοποίησε τους συγγενείς του, στην Τρίπολη.
Εκείνοι, αρχικά εξέφρασαν επιφυλάξεις, ώσπου τους περιέγραψε το άλογό του, που περιφερόταν γύρω από τη σορό του. Το κράνος του ηρωικού λοχαγού, που το διαπέρασε η φονική σφαίρα του πολυβόλου κι από τις δύο πλευρές φυλάσσεται στο μουσείο.
Στην αντίπαλη πλευρά, απέναντι από τους Έλληνες, μαζί με τα στρατεύματα Κατοχής, βρισκόταν ο Γερμανός στρατιώτης και φωτογράφος Μπέρχαρντ Μπούχιγκερ. Χρόνια μετά, ήρθε σε επαφή με τον Τσαρτσίδη και τού δώρισε το πολύτιμο λεύκωμά του, με ιστορικές φωτογραφίες από τη μάχη του Ρούπελ. Η επαφή τους έγινε μέσα από ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, που πλέκει συχνά η ζωή.

Το λεύκωμα του μαχητή της Βέρμαχτ
Δεκαετίες μετά τον πόλεμο, η αδελφή του Μπούχιγκερ, Μαργαρίτα, επισκέφθηκε την περιοχή, μετά από πρόσκληση Ελλήνων μεταναστών φίλων της, που διέμεναν στη Γερμανία.
Έμαθε για τη συλλογή στο Σιδηρόκαστρο και ήρθε σε επαφή με το Μιχάλη Τσαρτσίδη, που τη φιλοξένησε στο σπίτι του. Η Μαργαρίτα εκμυστηρεύτηκε στο Μιχάλη Τσαρτσίδη ότι, ο αδελφός της είχε πολεμήσει στο Ρούπελ. Ο Τσαρτσίδης επισκέφθηκε την πόλη, όπου ζούσε ο πρώην Γερμανός στρατιώτης μετά τον πόλεμο, έξω από τη Φραγκφούρτη και παρέλαβε από τον ίδιο το ιστορικό φωτογραφικό άλμπουμ. Ήταν το προσωπικό του αρχείο με σπάνιες φωτογραφίες από τη μάχη των οχυρών.
Σημαντικότερες απ' αυτές, η πρώτη μέρα του πολέμου, όπου εικονίζεται μεταξύ των στρατιωτών του Άξονα ο Γερμανός και ο Βούλγαρος διοικητής και φωτογραφίες από την τελευταία ημέρα, από την κατάληψη του Ρούπελ, όπου εικονίζεται η υπερήφανη έξοδος των Ελλήνων μαχητών από τα οχυρά.
Το ίδιο το λεύκωμα αποτελεί μοναδικό ντοκουμέντο. Είναι από εκείνα που τυπώθηκαν μαζικά από τους Ναζί, σε ανάμνηση της πρώτης μέρας της εισβολής στην Πολωνία, με την ιστορική πλέον φωτογραφία του επελαύνοντα Γερμανού στρατιώτη στο εξώφυλλό του και μοιράστηκαν στους Γερμανούς στρατιώτες για την αποθήκευση των φωτογραφιών τους.
Από το συλλέκτη εντοπίστηκε χρόνια μετά και μια σιδερένια πόρτα του Ρούπελ, που κλάπηκε από Βούλγαρους- οι οποίοι μετά την αποχώρηση των Γερμανών ανατίναξαν τα οχυρά - σ' έναν αχυρώνα, σε χωριό της Βουλγαρίας.

Τα γράμματα του πολέμου
Ο Έλληνας μαχητής, ταγμένος στη φύλαξη των απόρθητων οχυρών του Ρούπελ, δικαιολογούσε απολύτως τη διάσημη φράση, που αποδίδεται στον Τσόρτσιλ: "Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".
Η ανθρώπινη, όμως, πλευρά του αποτυπωνόταν στα γράμματα από το μέτωπο και το μαχητικό του πνεύμα στα σημειώματα, που μετά το τέλος της προδικασμένης μάχης έκρυψε μέσα στο όπλο του, το οποίο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει στο χαράκωμα, μετά την παράδοση του οχυρού.
Δύο σπάνια τέτοια σημειώματα βρέθηκαν μέσα σ' ένα γαλλικό τυφέκιο Lebel και σ' ένα Mannlicher. Το πρώτο στο Lebel των οκτώ χιλιοστών ανήκε στον Κρητικό δεκανέα, Γιώργο Αντωνακάκη, ο οποίος καταγόταν από τη μαρτυρική Κάνδανο Σελήνου Χανίων και πολέμησε στο Ρούπελ.
"Το όπλο αυτό, όποιος το πάρει, να το καθαρίζει καλά, όπως κι εγώ" έγραφε λιγόλογα στις 11.11.1940.
Η οικογένεια του Αντωνακάκη έστειλε τη φωτογραφία του στο μουσείο Τσαρτσίδη. Το 2002 ήρθαν και οι συγγενείς του να το δουν από κοντά και πήραν πιστά φωτοαντίγραφα, που σήμερα κοσμούν το νέο δημαρχείο της Κανδάνου.



Τραγική ειρωνεία ; Το χωριό του Αντωνακάκη, η Κάνδανος, έπεσε θύμα της ναζιστικής θηριωδίας και μεταξύ των κτιρίων που παραδόθηκαν στις φλόγες ήταν και το τότε δημαρχείο. Ο ίδιος, μετά τον πόλεμο έφυγε στον Καναδά και δημιούργησε οικογένεια. Ο γιός και η κόρη του ζουν σήμερα στην Αθήνα.
Το γράμμα του στρατιώτη Ιωάννη Κοτοπούλη, που βρέθηκε μέσα στην κάνη του "Mannlicher" είναι πιο περιγραφικό και καλεί, όποιον το βρει, να επικοινωνήσει μαζί του μετά τον πόλεμο. Ατυχώς, τα ίχνη του δεν εντοπίστηκαν. Γράφει :


"Εν Αλβανία, εν τη 29. Δεκεμβρίου 1940
Αγαπητέ φίλε, αυτό το όπλο εάν πέσει εις χείρας σου, να το φυλάττεις σαν τα μάτια σου, διότι πρέπει να ξέρεις ότι πολέμησε και θαυματούργησε και… στη μάχη του Αργυροκάστρου, των Αγίων Σαράντα, της Κλεισούρας. Πρέπει να ξέρεις ότι έφαγε πολλούς Ιταλούς, ας είναι και παλιό έχει μεγάλη επιτυχία στο στόχο, αρκεί να είσαι σκοπευτής σωστός. Σου γράφω, εάν βρεις τη σημείωση αυτή γράψε ένα γράμμα προς : Κοτοπούλη Ιωάννην, Περιβόλιον, Δομοκού".

Ο "πρόγονος" του Καλάσνικοφ…
Οι στολές και ο εξοπλισμός του Έλληνα στρατιώτη κατά το Β'ΠΠ δεν διέφερε και πολύ από εκείνον της πρώτης δεκαετίας, που ακολούθησε τη λήξη του Α' ΠΠ . Τουλάχιστον, στο μεγαλύτερο μέρος του ο ελληνικός στρατός χρησιμοποιούσε παλαιότερη πολεμική τεχνολογία από τους αντιπάλους του.
Ο Έλληνας τυφεκιοφόρος έφερε το "Mannlicher - Schnauzer" των 6,5 mm. Το ίδιο διαμέτρημα είχαν και τα πιο σύγχρονα "Mannlicher - Carcano" των Ιταλών, που έφτιαχνε το ίδιο αυστριακό εργοστάσιο.
Ο ελληνικός στρατός, από το πηλίκιο του Α'ΠΠ, πέρασε στα ιταλικά κράνη "Μ-1928" και μετά την απελευθέρωση στα αγγλικά και στα αμερικανικά. Τα ελληνικά και ιταλικά κράνη του Β' ΠΠ που βρέθηκαν έχουν μια ομοιότητα εκπληκτική στο σχήμα και στη δομή.
Ο Εύζωνας χρησιμοποιούσε το γαλλικής κατασκευής τυφέκιο "Lebel" των οκτώ χιλιοστών και προσάρμοζε πάνω σ' αυτό την ξιφολόγχη.
Τη σαφώς ανώτερη τεχνολογία στον οπλισμό την κατείχε η ναζιστική Γερμανία. Σε μια από τις προθήκες φυλάσσεται το σπανιότατο "Sturmgewehr - ΜP - 44" ("καταιγίδα") των 7,62 mm Χ 29, που είναι ο "πρόγονος" του γνωστού Καλάσνικοφ.
Το όπλο που διασώθηκε είναι πανομοιότυπο σχεδόν με το αυτόματο - θρύλο, το "ΑΚ -47", το οποίο πήρε το όνομα του λοχαγού μηχανικού του "Kόκκινου Στρατού", που το σχεδίασε όταν καταλήφθηκε από τους Σοβιετικούς το γερμανικό εργοστάσιο και μπήκε σε μαζική παραγωγή από το 1947. Η μόνη ίσως διαφορά τους είναι στο μήκος του φυσιγγίου και στο κοντάκι, όπου στο πρώτο είναι γυμνό.



"Ο Χίτλερ είχε εκατομμύρια φυσίγγια 7,92 mm που ήταν τα πυρομαχικά του "Mauser Κ-98" και εξ ανάγκης αυτό ήταν το πιο διαδεδομένο αυτόματο, από αυτό το όπλο. Το "Sturmgewehr" βγήκε σε διάφορες παραλλαγές από το 1941 ως το 1944. Αυτό είναι του 1944", λέει ο Σπύρος Τσαρτσίδης.

Σε άλλο σημείο φυλάσσεται μεταξύ μιας πληθώρας πολυβόλων, ένα οπλοπολυβόλο, που ακόμη και σήμερα διατηρεί την πολεμική του αξία.
Είναι το MG-42 (mashingewehr) 7,92 με ταχυβολία 1300 φυσίγγια, το λεπτό . Η πατέντα του δεν πήγε χαμένη. Ένα παρόμοιο όπλο χρησιμοποιείται και σήμερα από τους σύγχρονους στρατούς. Πρόκειται για το ΜG-3 των 7,62 χιλιοστών με ταχυβολία 1150 φυσίγγια, το λεπτό. Η μικρή διαφορά βρίσκεται στο διαμέτρημα στο φυσίγγι. Όλα τα άλλα, τρίποδες, ανταλλακτικά κάνης, θήκες, είναι ακριβώς τα ίδια.
"Το κατασκευάζουν οι Αμερικανοί και το έχει ο ελληνικός στρατός και το έχει και το ΝΑΤΟ", συμπληρώνει ο Σπύρος Τσαρτσίδης.
Το ταχύτερο, όμως, πυροβόλο εκείνη την εποχή δεν ήταν αυτό, αλλά ένα "δίκαννο" πολυβόλο, ίδιου τύπου, που προσαρμοζόταν στο καταδιωκτικό "Μέσσερσμιτ" με ταχυβολία 3000 σφαίρες, το λεπτό ! Αυτό που φυλάσσεται στο μουσείο είναι ένα απ' αυτά που βρέθηκαν ανάμεσα στα συντρίμμια ενός αεροσκάφους "Messersmit" , το οποίο καταρρίφθηκε στην περιοχή.

Σπάνια κειμήλια
Σπανιότατα, έως μοναδικά είναι ορισμένα από τα κειμήλια της συλλογής. Μια "οπλοβομβίδα" που χρησιμοποιούσε ο Έλληνας μαχητής, απέναντι στις πολύ πιο σύγχρονες χειροβομβίδες των αντιπάλων του, κατάφερνε, ωστόσο, πολύ καλά τη δουλειά της.
Το κυρίως σώμα της, ο εκρηκτικός μηχανισμός με ξύλινο βλήμα και καψούλι, τοποθετούνταν σε μια μεταλλική λαβή, σε σχήμα χοάνης και εκτοξεύονταν από το χέρι του στρατιώτη με απότομη κίνηση. Ήταν εξάρτημα της στολής του Ευζώνου.
Οι βόμβες των "Στούκας" (Γιούνκερς -52), κουφάρια σήμερα, κάποτε έσπερναν τον τρόμο με τον υψομετρικό μηχανισμό τους που απελευθέρωνε, σε ύψος λίγων μέτρων πριν από το έδαφος, δεκάδες βομβίδια διασποράς κι έκαναν τις σειρήνες να "ουρλιάζουν" για ώρα προκειμένου να προστατευτεί ο άμαχος πληθυσμός. Διασώζονται μια μεγάλη από τις δύο που έφερε το "Στούκας" στο κάτω μέρος του και μια μικρότερη από τις τέσσερεις που είχε στα φτερά του.
Ο υπνόσακος του Γερμανού αξιωματικού είναι, επίσης, ένα σπάνιο έκθεμα. Ελάχιστες συλλογές διαθέτουν αντίστοιχο. Μπροστά είναι το άνοιγμα, όπου το ύφασμα σχηματίζει ένα τετράγωνο "πορτάκι" που κλείνει όχι με φερμουάρ, αλλά με ευμεγέθη κουμπιά στο χρώμα της ώχρας, που είναι και το χρώμα του υπνόσακου.
Η ελληνική σημαία του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής κυματίζει σε περίοπτη θέση. Πλήρεις στολές γερμανών στρατιωτών των ειδικών δυνάμεων, των "ορεινών κυνηγών", με τον "σιδηρούν σταυρό" στο πέτο, κοσμούν μια από τις αίθουσες, όπως και το γνωστό φτερωτό πηλήκιο με σήμα το Εντελβάις των Ιταλών αλπινιστών της Ταξιαρχίας "Τζούλια", που τα βρήκε "σκούρα" με τους Έλληνες φαντάρους στα αλβανικά βουνά.
Ένα σημαντικό μέρος του οπλισμού στάλθηκε τα πρώτα χρόνια της δεκατίας του 1950 για τον εξοπλισμό της ΕΟΚΑ Α' για τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου από τους Άγγλους (1955-59).
Ο μικρασιατικής καταγωγής οπλουργός, Αναστάσης Μαρκόπουλος, χάρισε στο Μ. Τσαρτσίδη για τις υπηρεσίες του στον αγώνα της Κύπρου, ένα τυφέκιο - μπαστούνι, που πολλά χρόνια αργότερα έγινε γνωστό από κατασκοπικές ταινίες εποχής. Επίσης, στη συλλογή συγκαταλέγεται κι ένα πρωτότυπο ξίφος - μπαστούνι.
Λαογραφικά εκθέματα και η στολή του Παύλου Μελά
Η συλλογή περιέχει εκπληκτικά εκθέματα και από τους Βαλκανικούς Πολέμους και από το Μακεδονικό Αγώνα. Μεταξύ αυτών, σε διακεκριμένη θέση είναι η αυθεντική, επίσημη στολή του Παύλου Μελά. Η Ναταλία Μελά την είχε δωρίσει στον ηθοποιό και φίλο του μουσείου, Λάκη Κομνηνό, που υποδύθηκε τον ήρωα μακεδονομάχο στην ταινία "Παύλος Μελάς", το 1967.
Ο γνωστός ηθοποιός την παραχώρησε στον Μιχάλη Τσαρτσίδη και σήμερα είναι από τα διακεκριμένα κειμήλια της πολύτιμης συλλογής, όπως και η στολή του Ευζώνου του 1907.


Λαογραφικός πλούτος
Το λαογραφικό κομμάτι της συλλογής είναι επίσης πλούσιο. Ένα μικρό κομμάτι από αγγείο φέρει χαραγμένο πάνω του, το σχήμα του ακτινωτού σταυρού εν παραλλήλω, σύμβολο του Ήλιου (περιοχή της αρχαίας Ηράκλειας της Παιονίας, όπου κατοικούσαν προέλληνες) που χρονολογείται πριν από το 1100 π.χ. δηλαδή, ακόμη από τους προϊστορικούς χρόνους.
Φυσικά, δεν έχει το νόημα του χριστιανικού σταυρού, αλλά αποτελεί ένδειξη μιας διαδεδομένης στην περιοχή, την εποχή εκείνη, παγανιστικής λατρείας. Ατυχώς, μοιάζει πολύ με το σχήμα του σταυρού, που χρησιμοποιήθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, ως σήμα της Λουτβάφε.
Επίσης, στο μουσείο εκτίθεται μια ξύλινη κλειδαριά και μιας ξύλινη ποντικοπαγίδα των προηγούμενων αιώνων, αντίγραφα των οποίων παραχωρήθηκαν και φυλάσσονται με την άδεια των συλλεκτών, στο μουσείο ανθρώπινης ιστορίας της Ν. Υόρκης.
Ένα άλλο εκπληκτικό λαογραφικό κομμάτι είναι η "ίσκα". Ένας μύκητας, που έβραζε μαζί με μαλλί προβάτου, θειάφι και κάρβουνο κι αφού στέγνωνε αποτελούσε την πρώτη ύλη στα χρόνια που δεν υπήρχαν ακόμη τα σπίρτα για να ανάβουν φωτιά.
Ένα μικρό κομμάτι αυτού του υλικού τοποθετούταν πάνω στον πριόβολο (κομμάτι σιδήρου) με την τσακμακόπετρα και με το άλλο χέρι του, ο χρήστης το έτριβε με μια πέτρα για να πεταχτεί σπίθα. Μια και μόνο, αρκούσε για να πάρει φωτιά και να διατηρηθεί, ώστε να ανάψει μαλλί, πανί, ή ακόμη και ο καπνός μιας πίπας.
Το "Ραμπόζι" ήταν ο "ηλεκτρονικός υπολογιστής" του βοσκού. Τα ανάγλυφα τεχνουργήματα στο ξύλινο κορμό του δεν είναι απλώς αισθητικά, αλλά χρησίμευαν στο μέτρημα των προβάτων.
Ο Μιχάλης Τσαρτσίδης και ο γιός του Σπύρος ξεναγούν οι ίδιοι τους επισκέπτες στο μουσείο, έναν από τους σημαντικότερους χώρους της διαφύλαξης της ιστορικής κληρονομιάς του λαού μας, που είναι "αφιερωμένοι στην εθνική μας μνήμη".

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Ο Π. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ ΤΙΜΗΣΕ ΓΕΡΜΑΝΟ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗ ΥΠΕΡΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ

Το διπλό μήνυμα για το διεθνή εορτασμό των 2.500 χρόνων από τα Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) και την καλή υγεία και την μακροβιότητα που χαρίζει στους ανθρώπους η άθληση, μετέφερε στην Αθήνα ο Γερμανός πρωταθλητής των υπεραποστάσεων Γιούργκεν Μένελ.
Για το εγχείρημά του να τρέξει από το Στρασβούργο στην Αθήνα καλύπτοντας διαδρομή 2.200 χλμ χρειάστηκαν 30 ημέρες (ξεκίνησε στις 22 Σεπτεμβρίου και τον ξεπροβόδισε ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ράινερ Βίλαντ), κάτι που σημαίνει ότι καθημερινά κάλυπτε κατά μέσο όρο απόσταση μεγαλύτερη των 73 χλμ.
Τον Γιούργκεν Μένελ, υποδέχθηκε σήμερα το πρωί στο Παναθηναϊκό στάδιο ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Παύλος Γερουλάνος, που μίλησε με θερμά λόγια για την προσπάθειά του.
Παρών στη λιτή εκδήλωση ήταν ακόμη ο υφυπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Μιχάλης Τιμοσίδης, ο Πρέσβης και ο πρόξενος της Γερμανίας στην Αθήνα, ο γενικός γραμματέας του ΣΕΓΑΣ Παναγιώτης Δημάκος που βράβευσε και αυτός το Γερμανό δρομέα για το επίτευγμά του, ενώ κότινο ελιάς μετέφερε από την Κρήτη ο Δήμαρχος Κολυμπαρίου Πολυχρόνης Πολυχρονίδης με τον οποίο στεφάνωσε τον Μένελ.
Ο κ. Γερουλάνος αναφέρθηκε με δηλώσεις του στο επίτευγμα του 50χρονου Γερμανού πρωταθλητή και τη σημασία της προσπάθειάς του, ο οποίος με τα σειρά του είπε ότι με το εγχείρημά του θέλησε να τονίσει την άμεση σχέση αθλητισμού και υγείας για τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα όμως και να υπενθυμίσει σε όλους την επέτειο των 2.500 χρόνων από τη Μάχη του Μαραθώνα, χωρίς την οποία, σύμφωνα και με δήλωση του Ράινερ Βίλαντ «δεν θα βιώναμε την ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική δημοκρατία».
«Το συμβολικό αυτό εγχείρημα του Γερμανού αθλητή έχει τεράστια σημασία. Τα 2.220 χλμ διαδρομής που κάλυψε είναι 50 Μαραθώνιοι μαζί. Το εγχείρημά του δείχνει τη δύναμη του ανθρώπου που εμπνέεται από τις αξίες του Μαραθωνίου», δήλωσε ο κ Γερουλάνος για το επίτευγμα του Γιούργκεν Μένελ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τρίκαλα- Γράμμα από το Μέτωπο νεαρού Δεκανέα του 5ου Συντάγματος, λίγο προτού αφήσει την τελευταία του πνοή στο Ύψωμα 731

Του Α.Ζώη

Νιόπαντρος ένα χρόνο, στη Μεσοχώρα, το καλοκαίρι του 1940, ο Βαγγέλης Τσιάντας, παλικάρι κοντά στα 30, με τη σύζυγό του Ευτυχία και τη νεογέννητη κόρη του, Σπυριδούλα, κάνει τα πιο όμορφα όνειρα για τη ζωή.
Ξέρει καλά την τέχνη του επιπλοποιού, στήνει το εργαστήριό του, έχει αγοράσει τα εργαλεία του και δουλεύει το ξύλο, με τέχνη και μεράκι. Τα χέρια του "γράφουν". Ό,τι πιάνουν γίνεται κόσμημα, στολίδι. Δεν προλαβαίνει τις παραγγελίες.
Όμως, τα "σύννεφα" βαραίνουν, η πατρίδα υποψιάζεται τον κίνδυνο και καλεί τα παιδιά της να πράξουν το χρέος. Το ίδιο κάνει και ο Βαγγέλης. Αφήνει πίσω τη μικρομάνα σύζυγο Ευτυχία, τη δυο μηνών κόρη του Σπυριδούλα, τους γονείς και τις αδελφές, τους φίλους και συγχωριανούς, το εργαστήρι και τις παραγγελίες, τα όνειρα και τις χαρές.
Πάνω απ' όλα το χρέος για την πατρίδα, την πίστη, την ελευθερία, την τιμή, την οικογένεια.
Ακολουθεί την πορεία, μετέχει στους αγώνες του ένδοξου 5ου Συντάγματος ως Δεκανέας του 5ου Λόχου, από τα Τρίκαλα μέχρι τον τελικό, το μοιραίο σκοπό, το ύψωμα 731.
Κατάρα, Μέτσοβο, Βρυσοχώρι, Πάδες, Αώος, Παλαιοχώρι, Κόνιτσα, Δέλβινο, Νοβοσέλινο, Κλεισούρα, 717, 731. Κάθε τόπος κι ένας Γολγοθάς. Αγώνας, θυσίες, νίκες.
Ο Βαγγέλης Τσιάντας, όπως αναφέρει σε σχετική μελέτη του ο τέως σχολικός σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Γιώργος Παπαβασιλείου, μάχεται με εθνικό πείσμα, όπως όλοι οι άνδρες του 5ου Συντάγματος, αλλά παράλληλα έχει το νου του, την καρδιά του πίσω στους δικούς του, στους γονείς του, Κωνσταντίνο και Ειρήνη, στη σύζυγό του και την κορούλα, στις αδελφές του, Λάμπρω και Παναγιώτα.
Σε κάθε ευκαιρία και ανάπαυλα πιάνει το χαρτί και το μολύβι και γράφει σε όλους. Ρωτά κι ενδιαφέρεται για όλους κι όλα. Τους καθησυχάζει, όπως θα έκανε κάθε γενναίος.

Στις 12 Φεβρουαρίου του '41 γράφει στον πατέρα του:
"Σεβαστέ μου πατέρα
…ότι δεν σας γράφω για κάλτσες, φανέλες… για λεφτά, αφού έχω αρκετά, να μην στεναχωριέστε καθόλου".
Τα ίδια επαναλαμβάνει στις 24 Φεβρουαρίου προς τον πατέρα του, στις 26 προς την αδελφή του, Λάμπρω. Την 1η και 5η Μαρτίου και πάλι προς τον πατέρα του.
Το τελευταίο γράμμα του, προτού αφήσει την τελευταία του πνοή στο Ύψωμα 731 το γράφει στην κόρη του και τη σύζυγό του, η οποία το φύλαξε ως κειμήλιο ανεκτίμητο, μαζί με ακόμη πέντε, μέχρι τα στερνά της.
Σαν να προαισθάνεται τη θυσία του, δύο ημέρες αργότερα και να θέλει να κλείσει τον κύκλο της γραφής και της ζωής, γράφει:
"Αλβανία τη 7 Μαρτίου 1941
Σύζυγέ μου Ευτυχία,
Καλημέρα
Μάθε από υγείαν είμαι καλά, το αυτό ποθώ και δια λόγου σας να είσθε πάντα καλά, να χαίρομαι.
Λοιπόν Ευτυχία, προ ημερών σας έστειλα και άλλην επιστολή και απάντησην δεν έλαβα. Δεν ξέρω γιατί δε μου γράφετε;
Λοιπόν, μόλις θα λάβεις το γράμμα μου να μου γράψεις πως περνάτε εσείς αυτού, πρώτον από τροφήματα και δεύτερον από λεφτά αν έχετε και τρίτον εάν η αποθήκη έχει Αραβόσιτον, πώς έχεις τη Σπυριδούλα, αν μεγαλώνει και να προσέχεις καλά τη Σπυριδούλα.
Τι άλλο να σου γράψω δεν γνωρίζω, δώσε τα δέοντα σε όλους τους δικούς σου, Θύμιο, Ελένη, σε όλους τους συγγενής.
Ουδέν έχω να σου γράψω. Φιλώ τη Σπυριδούλα στα μάτια.
Ο σύζυγος Ευάγγελος Τσιάντας".
Μάταια περίμεναν νέο γράμμα όλοι, νέα είδηση δεν έφτανε από τον γενναίο δεκανέα του 5ου Συντάγματος, που έπεσε για την πατρίδα την 9η Μαρτίου του '41, ημέρα της Εαρινής Επίθεσης των Ιταλών.
Την ίδια ημέρα έπεσε στο Χάνι και ο συγχωριανός του, στρατιώτης Κωνσταντίνος Μπρέλλας και την επόμενη ο στρατιώτης Απόστολος Εξηντάρας, στο ύψωμα Σεντέλι.
Από τα γράμματα άλλων συγχωριανών του από το Μέτωπο- επισημαίνει ο κ. Παπαβασιλείου- μαθεύτηκε το δυσάρεστο μαντάτο.
"Μαντηλοδέθηκε η κυρα Κατερίνη, η μάνα της Ευτυχίας, σαν έμαθε το κακό. Έδεσε την καρδιά της κόμπο και κράτησε το δάκρυ για το ανάμερο και το σκοτάδι", αναφέρει στη μελέτη του ο κ. Παπαβασιλείου.
"Πονόδοντος είναι, μάτια μου, και μαντηλοδέθηκα μπουρμπούλι, κάποτε θα περάσει, ήταν η απάντηση στην Ευτυχία, που πρόσεξε την αλλαγή της.
Γιορτή του Ευαγγελισμού του '41 στη Μεσοχώρα, δεκαέξι ημέρες μετά τη θυσία του άνδρα της, η Ευτυχία μαθαίνει το δυσάρεστο νέο. Μαυροφορέθηκε, "πέτρωσε" την καρδιά της κι ορθοπόδησε, με μοναδικό σκοπό να εκπληρώσει την τελευταία παράκληση κι επιθυμία του συζύγου της: "… και να προσέχεις καλά τη Σπυριδούλα…".
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

"Yugo - μανία" Η άνοδος και η πτώση ενός αυτοκινήτου- συμβόλου της πρώην Γιουγκοσλαβίας στις μακρινές ΗΠΑ

Της Εύης Σοφιανού
Έγινε παγκοσμίως γνωστό ως… "ανέκδοτο" της αυτοκινητοβιομηχανίας παρά τις πολλές πωλήσεις του. Αποτέλεσε σύμβολο της πρώην, ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, συνέδεσε το όνομά του με πολιτικά γεγονότα και παρέμεινε, στην πάροδο του χρόνου, γοητευτικό: το αυτοκίνητο «Γιούγκο» (Yugo), που όμοιό του δεν υπήρξε στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία, όχι μόνο βγήκε εκτός των συνόρων, την εποχή της πάλαι ποτέ κραταιάς Γιουγκοσλαβίας, αλλά κατάφερε να περάσει τον Ατλαντικό και να "κατακτήσει" την αγορά των ΗΠΑ.
Την ιστορία του Yugo στις ΗΠΑ μεταφέρει στο βιβλίο του, "Yugo - Η άνοδος και η πτώση του χειρότερου αυτοκινήτου στην ιστορία", ο σερβικής καταγωγής Αμερικανός, βοηθός καθηγητής Ιστορίας στο κολέγιο Μπριτζγουότερ, Τζέισον Βούιτς, ο οποίος, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, μας εκμυστηρεύεται ότι, τελικά το Yugo δεν ήταν το χειρότερο αυτοκίνητο στην ιστορία!
"Για να είμαι ειλικρινής, δεν πιστεύω ότι, το Yugo ήταν το χειρότερο αμάξι στην ιστορία. Για μένα, ξεκάθαρα δεν ήταν. Η αμερικανική αγορά είναι η πιο απαιτητική αγορά αυτοκινήτου, σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάθε κατασκευαστής που πουλά αυτοκίνητα σ' αυτή την αγορά πρέπει να εκπληρώνει πολύ υψηλά πρότυπα σε σχέση με τις εκπομπές ρύπων και άλλα πρότυπα ασφαλείας", υπογράμμισε ο κ. Βούιτς.
 Και πρόσθεσε: "Το γεγονός και μόνο ότι το Yugo πωλήθηκε στην Αμερική σημαίνει ότι, δεν ήταν το χειρότερο αυτοκίνητο στην ιστορία. Άλλοι κατασκευαστές από την Ευρώπη και την Ασία μπορούσαν μόνο να ονειρευθούν να πουλήσουν αυτοκίνητα στην Αμερική και η «Ζάσταβα» (Zastava), το κατάφερε. Και θυμηθείτε … Το Yugo απέτυχε στην Αμερική, αλλά απέτυχαν, επίσης, τα «Φίατ» (Fiat), τα «Ρενό» (Renault) και τα «Πεζό» (Peugot).
Το υπερατλαντικό ταξίδι των Yugo
 Ήταν Μάρτιος του 1984, όταν το πλοίο που μετέφερε τα πρώτα Yugo στην Αμερική έφθασε στο λιμάνι του Λος Άντζελες. Εκεί, περίμενε ο επιχειρηματίας Μίροσλαβ Κέφουρτ, ο άνθρωπος στον οποίο η Αμερική οφείλει την εισαγωγή των Yugo στην αγορά.
 Έχοντας, από το Νοέμβριο του 1983, την άδεια από την (τότε) γιουγκοσλαβική εταιρία παραγωγής των Yugo, "Crvena Zastava" (σ.σ. στα σερβικά σημαίνει κόκκινη σημαία) και με μοναδική εγγύηση την αποκλειστική διανομή των αυτοκινήτων που είχε εξασφαλίσει από τη Zastava, ο Κέφουρτ ρίχνει στα … βαθιά, τα μόλις τρία Yugo 45 που είχε παραλάβει, συνολικής αξίας 7.200 δολαρίων. Η μοναδική δέσμευση της Zastava έναντι του Κέφουρτ ήταν ένα telex, στο οποίο αναφέρονταν ότι, η εταιρία θα παρέδιδε σε ετήσια βάση 5.000 αυτοκίνητα στον επιχειρηματία.
Με συνολική επένδυση μικρότερη των 10.0000 δολαρίων, ο Κέφουρτ, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Yugo America Inc., δικαιώθηκε από το ένστικτό του και τη χρονική συγκυρία: Δύο μήνες νωρίτερα, το Σαράγεβο, είχε φιλοξενήσει τους 14ους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες και το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο «ΑBC» είχε καλύψει, με περισσότερες από 63 ώρες μετάδοσης, την αθλητική διοργάνωση, ενώ στις ΗΠΑ ακόμη και στις αλυσίδες καταστημάτων ταχυφαγίας, υπήρχαν αναμνηστικά με το επίσημο σήμα των Ολυμπιακών Αγώνων: Η μακρινή για την αμερικανική κοινή γνώμη, Γιουγκοσλαβία, είχε "μπει" στην καθημερινότητα των Αμερικανών.
Ο Κέφουρτ, σύμφωνα με όσα εξιστορείται ο κ. Βούιτς στο βιβλίο του, ήταν πεπεισμένος ότι, η καταναλωτική συνείδηση των Αμερικανών θα τούς επέτρεπε να αντιμετωπίσουν το γιουγκοσλαβικής προέλευσης αυτοκίνητο, όπως ένα Fiat, λόγω της συμφωνίας που είχε υπογράψει, το 1982, η Crvena Zastava με την ιταλική εταιρία, για την υλοποίηση επένδυσης, ύψους 30 εκατ. δολαρίων, στη μονάδα παραγωγής των αυτοκινήτων στο Κραγκούγιεβατς.
Τελικά, ο Κέφουρτ είχε δίκιο: Τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας του Yugo, ο αμερικανικός Τύπος έγραψε ότι επικρατεί "Yugo - μανία", αφού χιλιάδες πολίτες έσπευσαν να το αποκτήσουν, διότι κόστιζε μόνο 3.990 δολάρια, ήταν μικρό σε μέγεθος και μακράν φθηνότερο, σε σχέση με τα άλλα νέα αυτοκίνητα. Τη δεκαετία του ΄80, η αμερικανική αγορά απορρόφησε τουλάχιστον 100.000 Yugo.
Τα Yugo girls, το κόκκινο χρώμα του Yugo και το "μποϊκοτάζ" της πρώην ΕΣΣΔ
Ενώ ο Κέφουρτ περίμενε το πολύτιμο φορτίο του, το Λος Άντζελες προετοιμαζόταν για τη διοργάνωση των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1984 (το Σαράγεβο είχε φιλοξενήσει τους Χειμερινούς, την ίδια χρονιά) και η Γιουγκοσλαβία αποφάσισε να στείλει την πλέον πολυάριθμη (223 αθλητές σε 19 αγωνίσματα) αθλητική αποστολή, παρά την απόφαση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και άλλων χωρών να "μποϊκοτάρουν" τους Ολυμπιακούς Αγώνες (το 1948, ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας, Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, εναντιώθηκε στις θελήσεις του Στάλιν, ο οποίος τον αποκήρυξε και διέκοψε κάθε σχέση μαζί του).
Σ΄αυτή τη χρονική συγκυρία, λίγο πριν από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, τα κόκκινα Yugo φθάνουν στην Αμερική, προσφέροντας στον Κέφουρτ μια ακόμη "σπαζοκεφαλιά" που έπρεπε να λύσει. Μήπως το κόκκινο χρώμα συνδεόταν με τα πολιτικά γεγονότα;
Ο Κέφουρτ λανσάρισε στην αγορά το κόκκινο Yugo, έχοντας προσθέσει ηλιοροφή και ηχοσύστημα τελευταίας τεχνολογίας, καθιστώντας το ελκυστικό για τους υποψήφιους αγοραστές και έβαλε "πλώρη" για την έκθεση αυτοκινήτου του Λος Άντζελες, αποφασισμένος να κερδίσει καταναλωτές και ... εντυπώσεις.
Τύπωσε εκατοντάδες φυλλάδια, "επιστράτευσε" καλλίγραμμες, νεαρές κοπέλες, ντυμένες με κόκκινα ρούχα για να διαφημίσουν το Yugo, το οποίο, είχε στο απέναντι περίπτερο μια «κυρία» της αυτοκινητοβιομηχανίας, τη Mercedes Benz. Ο Κέφουρτ δεν πτοήθηκε από την κλασική υπεροχή της Mercedes και για να αποδείξει την ανθεκτικότητα των Yugo, απευθυνόταν στο κοινό από την οροφή των αυτοκινήτων! Στο τέλος της έκθεσης, ο Κέφουρτ είχε στην … τσέπη του, 42 προκαταβολές, ύψους 100 δολαρίων έκαστη, για την παράδοση Yugo.
Η πτώση του Yugo
H "Yugo - μανία", όμως, είχε περιορισμένη διάρκεια ζωής, αφού το 1986, το περιοδικό "Consumer Reports" έγραψε ότι, ήταν προτιμότερο να αγοράζεις ένα καλό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, παρά ένα νέο Yugo.
Η αντίδραση ήταν αλυσιδωτή και προκάλεσε κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων του Yugo, το οποίο βρήκε θέση σε κωμωδίες, τηλεοπτικές σειρές, ποπ τραγούδια και κυκλοφορούσε πλέον ως ... ανέκδοτο!
Η εταιρία Yugo America Inc. κήρυξε πτώχευση το 1992, παρά το γεγονός ότι, το 1989, η Zastava την εξαγόρασε, προκειμένου να τακτοποιήσει τα χρέη της, που ανέρχονταν σε 62 εκατ. δολάρια.
"Η ''κατάρρευση'' του Yugo φαίνεται πως πέρασε στη συνείδηση των Αμερικανών, αφού το 2000 οι Αμερικανοί, στη διάρκεια του προγράμματος της δημόσιας ραδιοφωνίας "Car Talk", ψήφισαν το Yugo ως το χειρότερο αμάξι της χιλιετίας", ανέφερε ο κ. Βούιτς.

Η… αποκατάσταση της "υπόληψης" του Yugo
Στόχος του κ. Βούιτς ήταν να γράψει ένα βιβλίο για το φαινόμενο του Yugo στην Αμερική. "Στόχος μου- μας είπε- ήταν να γράψω ένα βιβλίο για τους Αμερικανούς αναγνώστες σχετικά με μια πλευρά της σερβικής ιστορίας και της Γιουγκοσλαβίας, η οποία δεν περιλαμβάνει πολεμικές και άλλες συγκρούσεις. Πρόσφατα, διαπίστωσα ότι στην πρώτη δεκάδα των βιβλίων του Amazon. Com σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία, τα επτά σχετίζονται με τον πόλεμο και άλλα με τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας των Βαλκανίων. Δεν υπάρχει κάτι κακό με αυτά τα βιβλία και πρόκειται για σημαντικά θέματα, αλλά εγώ ήθελα να γράψω κάτι διαφορετικό".
 Οι Αμερικανοί, σύμφωνα με τον κ. Βούιτς, δεν έχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν σε δίκαιη βάση το Yugo, διότι άλλα αυτοκίνητα (ινδικά, κινέζικα, αιγυπτιακά, ισπανικά κ.α.) δεν έφτασαν ποτέ στην αγορά των ΗΠΑ. Οπότε, το Yugo συγκρίθηκε - αναγκαστικά - με άλλα εισαγόμενα αυτοκίνητα, όπως το Honda Civic και το Toyota Tercel, τα οποία διέθεταν καλύτερη κατασκευή, σχεδιασμό και ποιότητα. "Άρα, η σύγκριση ήταν άδικη. Οι καταναλωτές δεν συνέκριναν μήλα με μήλα, συνέκριναν μήλα με… πορτοκάλια", μας επισήμανε ο κ. Βούιτς.
Τον ρωτήσαμε ποια είναι η εκτίμησή του για τη στρατηγική συνεργασία της Zastava με τη Fiat και μας απάντησε ότι, ελπίζει πως το Κραγκούγιεβατς θα καταστεί το σερβικό "Ντιτρόιτ" και ότι η Zastava θα έχει την ευκαιρία, τουλάχιστον, να γίνει ένας σημαντικός εξαγωγέας στην περιοχή των Βαλκανίων.
 Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Υποψηφιότητα του Βελιγραδίου για Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2020

Την υποψηφιότητά του, για τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης το 2020 θα υποβάλλει επίσημα το Βελιγράδι, σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν από την οργανωτική επιτροπή του Βελιγραδίου, η οποία ανέλαβε να επεξεργαστεί το φάκελο της υποψηφιότητας και να τον καταθέσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Δεκέμβριο του 2010.
Πρόκειται για μια σημαντική ευκαιρία, επισημαίνεται σε ανακοίνωση της οργανωτικής επιτροπής, η οποία ανοίγει το «δρόμο» για να αναδειχθούν το φιλόξενο πνεύμα, η παράδοση, η δημιουργικότητα, η καλλιτεχνική «φύση», τα πολιτιστικά μνημεία του Βελιγραδίου, αλλά, πάνω απ' όλα, οι άνθρωποί του, αυτοί που «συνθέτουν» το «μωσαϊκό» της σερβικής πρωτεύουσας.
Ο επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής Αλεξάνταρ Πέκοβιτς δήλωσε στο πρακτορείο ειδήσεων «Τανγιούνγκ» ότι άλλες πόλεις που θέτουν υποψηφιότητα για τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης το 2020, είναι τρεις πόλεις από τη Ρουμανία και μία από την Ιρλανδία.
Πηγή:Καθημερινή

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Στο πανηγύρι του Αγίου Ευσταθίου

Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Στο Αγιον Ορος μπαίνεις από θαλάσσης, σαν νησί. Περιπλέεις τη χερσόνησο, συμπαγή ή αραιότερα δάση, βουνοπλαγιές, διάσπαρτα κτίσματα, πύργους, αρσανάδες, ερειπιώνες, κτιριακά συγκροτήματα - από τον ύστερο Μεσαίωνα ώς σήμερα, χίλια συμπαγή χρόνια. Αυτός ο συμπαγής χρόνος σε κάνει να νιώθεις μες στο αγιορείτικο βαπορέτο σαν να προσεγγίζεις τη Βενετία, τη θαλασσινή πολιτεία. Ολα είναι οικεία και μεγάλα, deja vu.
Στο λιμανάκι της Δάφνης περιμένουν μερικά τζιπ· στις πινακίδες τους διαβάζεις τη μονή προέλευσης. Δάση, δάση, δάση. Η Φύση προετοιμάζει τον προσκυνητή, τον αμύητο, τον περιηγητή, με καστανιές, πλατάνια, κυκλάμινα, βατόμουρα, φτέρες. Συχνά βρέχει.
Για τι τον προετοιμάζει; Το Ορος δεν είναι ένα. Η παράδοσή του δεν είναι μία και ενιαία, είναι πολυσχιδής, πληθωρική, ποικίλη, οι μονές δεν είναι ίδιες, οι σκήτες διαφορετικές, τα κελιά, τα καθίσματα, οι καλύβες, όλα έχουν δικό τους χαρακτήρα. Τον χαρακτήρα των μοναχών που τα εμψυχώνουν κάθε ιστορική στιγμή, συνεχίζοντας την παράδοση. Η ανανεούμενη παράδοση: αυτή είναι ένας πυρήνας. Παράδοση μοναχικού βίου και ησυχασμού· διαρκής συνομιλία με τους κεκοιμημένους: στη σαββατιάτικη τράπεζα, με το καμπανάκι του ηγούμενου, όλοι γεύονται τα κόλλυβα και σχωρνάνε· το ίδιο, στην κυριακάτικη τράπεζα της πανηγύρεως. Οι απόντες είναι διαρκώς παρόντες, οι ψυχές είναι πάντα ζωντανές.

Και προσευχή, ησυχία, ακολουθίες: ιδού άλλος πυρήνας. Ο εσπερινός στο ναΰδριο του Αγίου Ευσταθίου είναι εμπειρία ησυχίας· τα κείμενα ρέουν σαν νοερά προσευχή και ξεχύνονται από τα παράθυρα στο Αιγαίο Πέλαγος του απογεύματος, το μουρμουρητό των προσευχών σμίγει με τον κυκλικό παφλασμό του κύματος στα βράχια από κάτω. Ο μοναχισμός των κελιών και των καθισμάτων εκπέμπει αμεσότητα και ανθρώπινη θέρμη, είναι η ελληνορθόδοξη εκδοχή χριστιανισμού, με συχώρεση και αλληλοπεριχώρηση, με δόξα ζωής και ήρεμη αποδοχή θανάτου, είναι ο κόσμος του Παπαδιαμάντη και του Πεντζίκη, κόσμος με οικονομία, με αίσθημα και αισθητική: Το γιορτινό στόλισμα του ναϋδρίου είναι φύλλα δάφνης σκορπισμένα σε όλα τα δάπεδα έως το ιερό. Απλό, υψηλό.
Η λειτουργία είναι ο χορός, των ψαλτών και των μοναχών, που τελετουργούν με ακρίβεια και αστείρευτη ζωτικότητα υπό το ημίφως των κεριών· κινούνται ακαταπαύστως σαν κουρδισμένο μπαλέτο, μελανές σκιές στο λυκαυγές. Ψιθυρίσματα, ψαλμωδίες, ευχές, άνθη, θυμίαμα, εικονίσματα· αν υπήρχαν και γραΐδια λαδικά, θα εβλέπαμε ολοζώντανο το Παπαδιαμαντικό Διήγημα. Μα όχι, δεν βλέπω καμιά θεια, μόνο καλόγερους και δεκάδες άρρενες λαϊκούς που έσπευσαν στο πανηγυράκι, παρά θιν' αλός, με άνορακ και μποτάκια, ευλαβούμενοι και φιλακόλουθοι, ξεμοναχιασμένοι προσκυνητές, περίεργοι και φίλοι μοναχών. Αυτοί οι φίλοι νοικοκυρεύουν το κάθισμα, βοηθάνε στο μαγειρείο, στρώνουν τη λαμπρή τράπεζα: αυτή τη μεγαλειώδη κορύφωση του κοινού βίου. Οίνος, ιχθύς, κατσικίσιο τυρί, σταφύλια, κόλλυβα· σαν να κυλούν φυσικά ώς το τραπέζι απ' τις πλαγιές, όπου κατηφορίζουν αμπέλια και ελιές.

Το πρωί, τριακόσια μέτρα πάνω απ' τη θάλασσα, κρεμαστοί, μιλάμε με άλλους φίλους. Μοναχοί σπουδαγμένοι, ταξιδεμένοι, διεθνιστές, με υψηλές πνευματικές και διοικητικές ικανότητες. Νοιάζονται την Ελλάδα τη σημερινή, ρωτούν να μάθουν για την κρίση, για τις αγωνίες των ανθρώπων. Νοιάζονται για το μέλλον της αγιορείτικης πολιτείας: τα προβλήματα ογκώνονται, αλλάζουν, προβλήματα περιβαλλοντικά, διαβίωσης, δημογραφικά, διαχείρισης της κληρονομιάς, διαχείρισης φυσικών πόρων. «Οι καλόγεροι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους», λένε. Αυτοί, οι πιο μορφωμένοι και ικανοί, διπλωμάτες και διορατικοί σαν τον πατριάρχη Φώτιο, είναι οι πιο ανήσυχοι, αναζητούν προσαρμογές και νέες στερεώσεις.
Το Ορος πιέζεται όλο και περισσότερο από τα πλήθη των επισκεπτών, Ελλήνων και ξένων, από ένα αδιάκοπο ρεύμα ιδιότυπου τουρισμού. Οι μοναχοί αφήνουν τον ήσυχο βίο για να εξυπηρετήσουν τα πλήθη, να τους φιλέψουν, να τους ταΐσουν, να τους κοιμήσουν, να υπηρετήσουν τις θρησκευτικές τους ζητήσεις. «Αλλά ο καλόγερος είναι ον ησυχαστικό, γι' αυτό ήρθε στο Ορος...», λέει ο ιερομόναχος Σ. (Ολοι τρελαίνονται για iPhone 4, σαν παιδιά.)
Σαράντα περίπου χρόνια από την αρχή της αναγέννησης με την αναβίωση των κοινοβίων, δύο μόλις χρόνια από την υπόθεση Βατοπεδίου, που έγινε κοινόβιο τελευταίο, μόλις το 1991, η μεγαλύτερη μοναστική πολιτεία του κόσμου αναστοχάζεται τον εαυτό της, μεταξύ υλικής διαχείρισης και πνευματικής αποστολής.
Βγαίνουμε. Στην Ουρανόπολη συνωθούνται σαλοί, Ρώσοι, Ρουμάνοι, Μακεδόνες, παλαιοελλαδίτες. Γερμανοί τουρίστες φωτογραφίζουν το πλήθος. Στην έξοδο του πάρκινγκ συνωθούνται BMW X7 και Grand Cherokee. Βρέχει.

Η «σιωπή» του Αρχιεπισκόπου


Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ.κ.Ιεροθέου

Στην πρόσφατη Ιεραρχία, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, ακούσθηκε η άποψη ότι ο Αρχιεπίσκο πος, και κατ' επέκταση η Ιεραρχία, δεν ομιλεί στην κρίσιμη αυτή περίοδο και περισσότερο σιωπά ή εφη συ­χάζει, και ότι θα πρέπει να κάνη κοινωνικές επανα στάσεις, να ηγηθή αγώνων, να κρίνη πολιτικούς κλπ.
Δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, γιατί η Εκκλησία, με την συνδρομή πολλών Κληρικών και λαϊκών, εξασκεί ένα μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και κυρίως νοηματοδοτεί τον βίο πολλών ανθρώπων, έχει ένα σημαντικό πνευματικό ρόλο στην κοινωνία, δεν πρέπει να πολιτικολογή, γιατί έχει μια άλλη πνευματική και ενοποιητική αποστολή.
Έχει όμως σημασία να ερευνηθή από ποιούς διατυπώνονται τέτοιες αιτιάσεις και ποιές είναι οι ιδεολογικές και «εκκλησιολογικές» προϋποθέσεις που συγκροτούν την προσωπικότητά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους. Μερικές από τις σκέψεις μου θα εκθέσω στην συνέχεια.
1) Είναι σοφός ο αγιογραφικός λόγος ότι υπάρχει «τοίς πάσι χρόνος και καιρός τώ παντί πράγματι υπό τον ουρανόν», και «καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν» (Εκκλ. γ', 1, 7).

Η μεγαλύτερη αρετή είναι η διάκριση με την οποία επιλέγει κανείς τον τρόπο της δράσεώς του, ώστε να γίνη ωφέλιμος και αποδοτικός και όχι «γραφικός». Η Εκκλησία στην ιστορία της γνώρισε και τις δύο καταστάσεις: και περιόδους λόγου, αλλά και περιόδους σιωπής.
Πάντως, και όταν ομιλούσε, ο λόγος της ήταν θεολογικός, προφητικός, παρηγορητικός, και όταν σιωπούσε, η σιωπή της ήταν ισχυρότερη του λόγου. Η Εκκλησία εργάζεται μέσα στην κοινωνία και καταφατικά και αποφατικά.

Η μεγαλύτερη, πάντως, δόξα της Εκκλησίας είναι η περίοδος του διωγμού και των κατακομβών, γιατί τότε βιώνει εντονώτερα το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού και οπωσδήποτε τότε αποβάλλει την εκκοσμικευμένη ζωή, τα αλλότρια έργα της και αναδεικνύει τους μάρτυρες.
Χαιρόμαστε την εξωτερική ειρήνη και ελευθερία, αλλά αυτά έχουν και το τίμημά τους, ενώ οι κατακόμβες είχαν δόξα και μεγαλείο, προσέγγιζαν περισσότερο στο περιεχόμενο της χριστιανικής ζωής.
Η Εκκλησία ακόμη γνώρισε την δόξα της στην έρημο, μακρυά από εξουσιαστικές τάσεις, έξω από κοσμική εξουσία και κοινωνική δόξα, μέσα στην έγκαρπη σιωπή.
Πάντως, δεν μπορεί κανείς να αγνοή ούτε τον λόγο, όταν είναι καρποφόρος, ούτε την σιωπή, όταν είναι απο δοτική. Κάθε επιστήμη έχει και τα ερευνητικό έργο, που γίνεται στην σιωπή των εργαστηρίων, και τον λόγο-πράξη, που συνδέεται με την ουσιαστική προσφορά.

2)  Στην Εκκλησία της Ελλάδος τις τελευταίες δεκαετίες γνωρίσαμε στα πρόσωπα των Αρχιεπισκό πων και τον λόγο και την σιωπή, και την εξωτερική δραστηριότητα και την εσωτερική παραγωγικότητα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ είχε ένα χαρακτήρα που βοήθησε την Εκκλησία σε κρίσιμες στιγμές του εκκλησιαστικού και πολιτικού βίου.
Η μεγαλύτερη προσφορά του, με την πηγαία και «βουνίσια» συμπεριφορά του, ήταν το να διαφυλάξη την Εκκλησία αλώβητη σε περίοδο μετάβασης από την δικτατορία στην δημοκρατία και από την μεταβίβαση της εξουσίας από ένα κομματικό σχηματισμό σε άλλον.
Αντίθετα, στο παρελθόν σε τέτοιες μεταβάσεις είχαμε και αλλαγές εκκλησιαστικής ηγεσίας, με την είσοδο της Πολιτείας στα ενδότερα εκκλησιαστικά πράγματα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, με τα οράματα που είχε, τον δυναμικό του χαρακτήρα, τον χαρισματικό και εκρηκτικό λόγο του, δημιούργησε μια άλλη κινητικότητα στα εκκλησιαστικά και κοινωνικά πράγματα του τόπου αυτού.
Από την αρχή της αρχιεπισκοπείας του ακούγονταν συχνά οι φράσεις «η Εκκλησία άλλαξε σελίδα», «ο Αρχιεπίσκοπος του εικοστού πρώτου αιώνα», «η Εκκλησία βγήκε από το περιθώριο». Φυσικά, αυτή η κινητικότητα δημιούργησε κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές αντιδράσεις, τις οποίες γνωρίσαμε όλοι μας.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα κρίνη αντικειμενικά τα γεγονότα αυτά, αλλά έχουμε και εμείς μια γεύση. Όλοι μπορούν να ωφελούν, αλλά πρέπει να δούμε την ποιότητα του έργου και την ουσιαστική προσφορά που αντέχει στόν χρόνο, πέρα από τα συνθήματα και την επικοινωνιακή τακτική.
Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι ο Κληρικός, και μάλιστα ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος, τους χρόνους που ζούμε πρέπει να είναι θεολογικά κατηρτισμένος, να διαθέτη υγιές εκκλησιαστικό φρόνημα, να έχη σύνε ση και διάκριση, να γνωρίζη πότε και πώς θα ομιλή, πότε και πώς θα σιωπά, πώς θα διαλέ γεται και πώς θα συμπεριφέρεται ως ενοποιός δύνα μη της Εκκλησίας, ως υγιές στοιχείο της κοινω νίας, ως αναφορά όλων, που θα εισέρχεται στο κοινωνικό πεδίο για να ενώνη και όχι να συντηρή και να επαυξάνη την υφιστάμενη διαίρεση.

3)  Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος σε μερικά σημεία, από πλευράς χαρακτήρος και εκκλησιαστικής παιδείας, διαφέρει από τoύς προκατόχους του (Σεραφείμ-Χριστόδουλο), σε άλλα συμφωνεί με αυτούς καί, βεβαίως, σε άλλα σημεία προσθέτει τα δικά του στοιχεία.
Η Εκκλησία διαθέτει ποικιλία χαρισματούχων Κληρικών. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλοι το ίδιο. Πάντοτε το μεγαλύ τερο πρόβλημα στους τομείς της ζωής μας είναι η εξιδανίκευση ενός τύπου ανθρώπου, πράγμα που καταλήγει σε υποκειμενισμούς, φανατισμούς και απογοητεύσεις.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος δεν ζή σε μια γυάλα, δεν είναι απομονωμένος από την κοινωνία, δεν είναι αθέατος.
Είναι ένας ποιμενάρχης στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών, ενδιαφέρεται για την επίλυση των προβλημάτων του ποιμνίου του, λειτουργεί, ομιλεί, συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις, αλλά δεν προβάλλεται.
Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, ή διότι ο ίδιος δεν προκαλεί την διαφήμιση ή διότι ο λόγος του δεν είναι διχαστικός και πολι τικός για να περάση στίς ειδήσεις ή διότι δεν επιθυμεί να πολιτικοποιή την εκκλησιαστική ζωή και να «εκκλη σιοποιή» ένα μέρος του πολιτικού φάσματος.
Ο ίδιος είναι ανοικτός σε όλους, ασχολείται με τα προβλή ματα του λαού, αναπαύει όσους τον πλησιάζουν.
Τελικά δεν υφίσταται η κατηγορία για σιωπή του Αρχιεπισκόπου, αφού εκφράζει μια άλλη φωνή και έναν άλλον τρόπο ποιμαντικής ζωής και προσφοράς, που διακρίνεται από θεολογικό λόγο και κοινωνική ευαισθησία.
Όσοι έχουν συνηθίσει να ζουν με ιδιαίτερες «εξαρτησιογόνες ουσίες», δεν μπορούν εύκολα να απεξαρτητοποιηθούν και γι' αυτό και αναζητούν την «ουσία» που αφιονίζει.
Πάντως, το γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι της κοινωνίας μας, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, χρειάζονται το ιλαρό πρόσωπο της Εκκλησίας, την διάφανη και ευαγγελική ζωή, την «ζώσα παραίνεση», τον παρακλητικό λόγο.
Δεν επιθυμούν την παρουσία του «μεγάλου ιεροεξεταστή» του Ντοστογιέφκσι, αλλά τον άνθρωπο της θυσίας, της κένωσης, της προσφοράς, της σταυρικής αγάπης, που θεραπεύει χωρίς να προκαλή.
Μέσα στην σύγχρονη «μοναξιά του πλήθους» χρειάζονται Κληρικούς που όταν ομιλούν και σιωπούν να ενώνουν και παρηγορούν.
Ρώτησε κάποιος έναν ασκητή εάν έπρεπε να ξυπνήση κάποιον που κοιμόταν κατά την διάρκεια της ιεράς Ακολουθίας. Και εκείνος απήντησε ότι αυτός θα προτιμούσε να βάλη τα γόνατά του για να αναπαυθή καλύτερα.
( «Κόσμος του Επενδυτή», 9-10/10/2010