Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Και όμως υπάρχει ελπίδα, γιατί υπάρχει αντίσταση



Του Μητροπολίτου Πατρών Χρυσοστόμου
Μέσα σε ένα κλίμα ζοφερό για την πατρίδα μας, κλίμα αβεβαιότητος και απελπισίας πολ­λάκις και εκεί που νομίζει κανείς, ότι όλα χά­νονται, έρχεται η πραγματικότητα να μας βε­βαίωση, ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει μέσα από μια σθεναρή αντίσταση, που πηγαίνει κόντρα στον οδοστρωτήρα, ο οποί­ος θέλει να ισοπέδωση τα πάντα και κυρίως να κάμψη τις ψυχικές αντοχές.
Αυτή η αντίσταση, άρχισε ήδη, ως ένα ρεύμα ποταμού που θα άρδευση, ο,τι άφησε ξερό και άνυδρο σ' αυτό τον τόπο η λαίλαπα που μέχρι τώρα αγωνίστηκε με λύσσα και πάθος ανίερο, για να ξεθεμελιώση τα ιερά θέμεθλα αυτού του τόπου και να ξερριζώση τα αιωνόβια πνευματικά δένδρα, που με τον ίσκιο τους, ανέπαυσαν και αναπαύουν τον Λαό.
Αυτό το ρεύμα όμως έρχεται να παρασύρη, και ως μία μεγάλη πνευματική δύναμη όλες τις προσπάθειες, οι οποίες ως σκοπό έχουν, να συ­νεχίσουν το διαβρωτικό έργο των αντιθέων και ανθελλήνων
 ημετέρων και ξένων, οι οποίοι πα­ρά τις διαβεβαιώσεις της αδέκαστου ιστορίας, ότι «του Έλληνα η ψυχή ζυγό δεν υπομένει», προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν τρόπους, ώστε να πλήξουν του γένους μας τα ιερά και τα όσια.
Ήδη όμως παρεσύρθησαν από την ορμή της αντίστασης, η οποία προβάλλεται με σθένος και νεανικό σφρίγος και δεν απομένει παρά ο τελι­κός καταποντισμός τους, ώστε άπαξ διά πα­ντός να κατανοήσουν, ότι στην Ελλάδα και οι πέτρες κάποια στιγμή ανθίζουν.
Ο λόγος της Αγίας Γραφής ο αναφερόμενος σε άλλη περίπτωση «σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν» (Πραξ. κστ', 14), θεωρώ, ότι πρέπει να επαναληφθή τόσο δυνατά και προς αυτούς, προς αυτά τα κέντρα που επανειλημένως, πλην ανεπιτυχώς, επεχείρησαν να αλώσουν τον τό­πο μας.
Ναί, γνωρίζω, ότι πολλές φορές φτάσαμε στα όρια μας, ακουμπήσαμε στο χώμα, χάσαμε τα υλικά αγαθά, μείναμε μόνοι, δεν είχαμε ούτε να φάμε, όμως αντέξαμε. Ξέρει ο Έλληνας να ζη κόβοντας, όπως χαρακτηριστικά λέγει, μια ελιά στα τέσσερα. Όμως τα καταφέρνει, αφού γνωρίζει ότι, «ουκ επ' άρτω μόνο ζήσετε άν­θρωπος...» (Ματθ δ',4).
Γνωρίζω, ότι έσπρωξαν τις νεώτερες γενηές σε μια ψεύτικη ευμάρεια και πλάνα ζωή και προ­σπάθησαν να κάνουν μαλθακά τα παιδιά μας, σκορπίζοντας στον ουρανό μαύρα σύννεφα και δημιουργώντας γκρίζους ορίζοντες.
Γνωρίζομε όλοι, ότι επί τόσα χρόνια δηλητη­ριάζουν τις ψυχές με το φαρμάκι του μίσους εναντίον των αξιών και θεσμών, που κρατούν το οικοδόμημα της πατρίδος μας και αποτε­λούν τους συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ μας, αλλά και τους συνδετικούς κρίκους με τις γε­νηές που πέρασαν και αγωνίστηκαν για να μας παραδώσουν αυτούς τους πνευματικούς θησαυ­ρούς.
Όμως υπελόγισαν λάθος τα πράγματα και συ­νεχίζουν να κάνουν τα ίδια σφάλματα, τα οποία τελικώς θα καταστρέψουν τις ιοβόλες γλώσσες τους και θα συντρίψουν τις υπερφίαλες κεφα­λές τους. Καί πάλι τους υπενθυμίζομε το Αγιογραφικόν «... αυτός σού τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν» (Γεν. γ'15).
Όταν το δηλητήριο εισέρχεται στο σώμα, ε­κείνο (το σώμα) αντιδρά και χρησιμοποιεί τα αντισώματα που διαθέτει, για να το εξουδετέ­ρωση. Κάποιοι οργανισμοί δεν τα καταφέρνουν, διότι τα αντισώματα που διαθέτουν, δεν είναι ισχυρά. Όμως ο οργανισμός του γένους μας, απέδειξε διαχρονικά, ότι διαθέτει τόσα και τό­σο ισχυρά αντισώματα τα οποία όχι μόνο το όποιο δηλητήριο εξουδετερώνουν, αλλά και α­ντοχές ισχυρότερες προσφέρουν, προκειμένου να αντέξη σε δυνατότερες επιθέσεις των ιοβόλων όφεων, στο μέλλον.
Καί το λέγω αυτό, διότι θα είναι ουτοπία να πιστέψωμε, ότι θα σταματήσουν και στη συνέχεια, οι ορκισμένοι εχθροί της πατρίδος μας, να εκτο­ξεύουν τα βέλη τους εναντίον μας.
Δυστυχώς, γι' αυτούς, εμείς, ως έχει ευστόχως πολλάκις ειπωθή, είμαστε φυλή και ρίζα δυνατή, ράτσα ανθεκτική. Περνάμε από το καμίνι και βγαίνομε ακέραιοι, χωρίς να μας έχουν καν αγγίξει οι φλόγες. Φτάνομε στον βυθό και κρατάμε την αναπνοή μας, όσο χρειασθή, χωρίς να δη-μιουργηθή βλάβη στον εγκέ­φαλο μας και στον εσωτερικό μας κόσμο. Φτάνομε στην ά­κρη και ενώ όλοι πιστεύουν, ότι ο βράχος θα μας σύντριψη, εμείς αντιστρέφομε την κατάσταση και ξαναγράφομε την ιστορία από την αρχή, χρησι­μοποιώντας ως ύλη τις θυσίες και τα αίματα των προγόνων μας και ως ισχυρή γραφίδα την δική μας θέληση και το δικό μας πείσμα, για να ζήσω-με και να κρατηθούμε θαλεροί μέχρι της συντέ­λειας του αιώνος, γιατί αυτό είναι το ριζικό μας. Γι' αυτό είμαστε ξεχωριστοί, δεν μοιάζομε με κα­νένα λαό. Δεν γινόμαστε «κιμάς», όπως έλεγε και ο Μακαριστός Χριστόδουλος στην κρεατομηχα­νή, που θέλουν να μας βάλλουν, γιατί απλούστατα δεν μπαίνομε, δεν μας χωράει, δεν είναι για τα μέτρα μας, αλλά για τα δικά τους, αφού πάντοτε σε σχέση με μας «εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν και ευρέθησαν ελλιπείς...».
Καί τώρα γνωρίζω, ότι θα με ρωτήσετε, και εύ­λογα, γιατί τα έγραψα όλα αυτά, ενώ οι περισσό­τεροι ζουν σε κλίμα υφέσεως εξ αιτίας των γεγο­νότων που εξελίσσονται και διαδραματίζονται γύ­ρω μας. Σας απαντώ.
1.  Διότι αυτά πιστεύω ακράδαντα και ουδέπο­τε έπαψα να είμαι αισιόδοξος, αφού ζεί Κύριος ο Θεός και ουδέποτε μας εγκατέλειψε παρά τα ό­ποια ελαττώματα και ατοπήματα μας. Γιατί λοι­πόν, να μας εγκαλείψη και τώρα; «Σοί μόνω αμαρτάνομεν Κύριε... αλλά και σοι μόνω λατρεύομεν...». (Ευχή Εσπερινού Γονυκλισίας).
2.  Διότι αυτό βεβαιώνει η ιστορική πραγματικότης. Πότε δεν μας πολέμησαν με μανία; Αιώνες αγωνίζονται να μας τσακίσουν, να μας αποδυ­ναμώσουν, να αλλοιώσουν την ψυχοσύνθεση μας, τα χαρακτηριστικά μας. Αιώνες αγωνίζονται να ξερριζώσουν την πίστη μας, τις αξίες μας, την ε­νότητα μας, την γλώσσα μας, την αγάπη μας στον τόπο μας. Πήτε μου, σας παρακαλώ, τι κατάφε­ραν; Σε αιώνες σκλαβιάς διατηρήσαμε αναλλοίω­τα τα υποστατικά μας ιδιώματα και λαμπρότερα τα αναδείξαμε. Η δράση τους, προκάλεσε   την δική μας αντίδραση και μας έμαθε, να χρησιμο­ποιούμε τις κατάλληλες τακτικές, για να έχωμε πάντοτε «το επάνω χέρι».
Δεν λέω πονέσαμε, κλάψαμε, κάποιες φορές λυγίσαμε, αλλά παίρνοντας δύναμη, όπως ο μυ­θολογικός γίγαντας Ανταίος από τη γη που ακου­μπούσε, αναδειχτήκαμε πάντοτε νικητές.
Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι εκείνο που μας πείραξε και μας πειράζει περισσότερο δεν είναι ο πόλεμος των ξένων, αλλά η στάση των δικών μας προσκυνημένων. Η ύπουλη τακτική των «νενέκων» κάθε εποχής που προδίδουν την ψυχή του γένους μας. Ποτέ βεβαίως δεν έλειψαν, ούτε θα λείψουν. Την μια θα τους φταίη η Ορθόδοξη πίστη, την άλ­λη η γλώσσα, την τρίτη τα σύμβολα κ.ο.κ. Έτσι τους λένε τα αφεντικά τους, που δεν ξέρουν καλά τους Έλληνες και αυτοί οι δύσμοιροι τους πιστεύ­ουν και υπακούουν, υπολογίζοντας σε πρόσκαι­ρες «αμοιβές». Τι κρίμα όμως, δεν έμαθαν παρ' ότι το διάβασαν ή το άκουσαν, γιατί δεν ξέρω αν κάποιοι απ' αυτούς καταδέχτηκαν να ξεφυλλίσουν την ιστορία, δεν έμαθαν ποιο ήτο το τέλος, η «πλη­ρωμή», όλων αυτών των προδοτών.
3.  Διότι αυτό μας βεβαιώνουν τα παιδιά μας. Εμείς οι μεγαλύτεροι, νομίζομε ότι μόνοι πλέον κρατάμε την σημαία της αντίστασης και φυλάσσομε «Θερμοπύλες». Πιστεύομε, ότι μόνοι μας υψώνομε φωνή σε ένα κόσμο που καθ' ημάς «χάνεται». Αυτό ίσως κάπου μας προβληματί­ζει, για να μη είπω μας λυγίζει.
Ευτυχώς όμως, που κάνομε λάθος και μάλι­στα μεγάλο. Κοιτάξτε, μπροστά μας, γύρω μας, πόσοι ξεφύτρωσαν ήδη, πόσοι γεννιούνται και πόσοι ετοιμάζονται να γεννηθούν, οι οποίοι θέ­λουν και πάλι ευτυχώς, όχι απλώς να μας ακο­λουθήσουν, αλλά να τρέξουν πριν από μας. Τους ακούτε; φωνάζουν. «Δώστε μας την σκυτάλη των αγώνων, δεν μπορούμε πιά να αντέξωμε "την ύβρη". Φτάνει "η προπαγάνδα", ζητάμε την λευτεριά, που μας εστέρησαν».
Ναί αυτή είναι η χαρά μας και γι' αυτό έγρα­ψα ως τίτλο, του παρόντος άρθρου, «Καί όμως υπάρχει ελπίδα, γιατί υπάρχει αντίσταση».
Το βλέπω στα μάτια των παιδιών μας, που ζητούν κάτι διαφορετικό. Μας το λένε, γιατί μας έχουν πλέον εμπιστοσύνη. Το φωνάζουν: «Δεν είναι αυτή η Ελλάδα, δεν είναι αυτή η Πατρί­δα μας, όπως την κατάντησαν. Είναι η άλλη, η ελεύθερη, η αδούλωτη και υπερήφανη. Εί­ναι εκείνη που μας παρέδωσαν οι μάρτυρες προγονοί μας. Αυτή θέλομε, και αυτή θα ξαναφτιάξωμε». Ή τι λέγω, δεν τους άκουσα κα­λά και τους ζητώ συγγνώμη. Αυτοί φωνάζουν: «Εμείς είμαστε η αδούλωτη Ελλάδα και δεν θα μας νικήσουν ποτέ και με τίποτε». Το ά­κουσα πολλές φορές, τώρα το προσέχω πε­ρισσότερο. Γι αυτό είμαι αισιόδοξος. Το βλέ­πω πιά σε γιορτές που γίνονται και είναι εμπνευ­σμένες απ' αυτό το πνεύμα. Το βλέπομε κάθε φορά στα μάτια των παιδιών μας που μετέχουν στις παραδοσιακές και εθνικές τελετές και ε­ορτές, στα μάτια των νεανικών ομάδων των ε­νοριών μας, στα πρόσωπα όλων των νέων.
Το άκουσα, το είδα, το έζησα μαζί με χιλιά­δες άλλους πριν από λίγες ημέρες, στο προ­αύλιο του Δημοτικού Σχολείου του Σουλίου Πα­τρών, που είχε μετατραπεί σε ναό της Ελληνι­κής ψυχής και λεβεντιάς, μέσα από τον οποίο, μικροί και μεγάλοι διετράνωσαν με τον παθια­σμένο από αγάπη για το Χριστό και την Ελλά­δα λόγο τους, με τους παραδοσιακούς λεβέ­ντικους χορούς, ότι «η Ελλάδα ποτέ δεν πε­θαίνει...».
Εκείνη την ώρα, ζώντας αυτή την «αντιστα­σιακή» λαμπρή Ελληνική γιορτή και βλέποντας και τα νήπια να χορεύουν, είπα, «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον... έν­δοξη Ελλάς».
Καί καθώς χόρευαν και τραγουδούσαν παιδιά από διάφορα μέρη της Ελλάδος, ζωντανεύο­ντας τις ηρωικές μνήμες της αδούλωτης ψυ­χής, ήκουα τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο από την Φλώρινα, όπου σημειολογικά, ουσιαστικά και δυναμικά εξέφραζε, όπως πρέπει σε Έλλη­να Ιεράρχη, όχι μόνο τα δικά του μύχια αισθή­ματα, αλλά και όλων των Ελλήνων την βαθειά αφοσίωση στα ιερά και τα όσια του γένους μας. Εξέφραζε τον Έλληνα πατέρα, την Ελληνίδα μάνα, τον Έλληνα παπά, τον Έλληνα δάσκα­λο...
«Κυρά μου τα παιδιά είναι δικά μου, τα παι­διά είναι δικά μας. Ποια είσαι εσύ που θα βγάλης εγκύκλιο χωρίς να ρωτήσης αυτούς που πάλεψαν και παλεύουν σ' αυτό τον τόπο γι' αυτό το χώρο; Ποιο είναι το δικαίωμα σου, που εσύ θα αποφασίζης, ότι δεν θα εκκλησιά­ζονται τα παιδιά; Τους ρώτησες τους γο­νείς;...»
Μακαριώτατε, επικροτούμε τα όσα είπατε, σας συγχαίρομε και προσθέτουμε:
«Ναι, ποιους ρώτησες, κυρά μου; Ρώτησες τους γονείς, τους δασκάλους; Ρώτησες, τα ί­δια τα παιδιά; Άντε κυρά μου και συ και οι όμοιοί σου από κεί που ήρθατε... Σαν δεν εντρέπεστε...»
πηγή: Εκκλησιολόγος, 4/8/2012