Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Η θεολογία του Σώματος

του π. Νικολάου Λουδοβίκου
(Πάτρα, Κυριακή, 10-05-2009: Ομιλία στο Ξενοδοχείο «Αστήρ» της Πάτρας με αφορμή την εορτή του προστάτη των οδοντιάτρων, Αγίου Αντύπα. Τη διοργάνωση έκανε ο σύλλογος οδοντιάτρων Πάτρας)
Χριστός Ανέστη, 
Ευχαριστώ τον κύριο Μητρόπουλο, για όσα είπε και κυρίως για την τελεία που έβαλε μόλις ξεστόμισε την λέξη «παράγει λόγο», την φράση «παράγει λόγο». Πράγματι μ' αρέσει η λέξη λόγος, έτσι στον ενικό. Εάν έλεγε «παράγει λόγια» θα σηκωνόμουνα να φύγω, θα έλεγα «ωχ, εδώ αυτό είναι βαρύ». Αλλά εάν παράγεται λόγος, ξέρετε πόσο βαθειά είναι αυτή η ελληνική λέξη. Λόγος είναι μια βαθυνόητη λέξη ελληνική, η οποία διατήρησε, ξέρετε, το νόημά της και στη θεολογική παράδοση. 

Όλοι γνωρίζετε ότι το δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος είναι ο Λόγος. Είναι οι Λόγοι επίσης των όντων, τα άκτιστα θελήματα του Θεού, που βρίσκονται πίσω από την Δημιουργία. Έτσι λόγος σημαίνει και στοχασμός, σημαίνει και διάλογος - έτσι δεν είναι; - σημαίνει και σκοπός, σημαίνει και φύσις, κατά τους προσωκρατικούς, σημαίνει και την θεότητα, σημαίνει και την ελευθερία ακόμη. Και βεβαίως σημαίνει και την αλήθεια. 
Η μετοχή μας σε όλα αυτά τα πράγματα θα μπορούσε να θεωρηθεί, είτε είμαστε θεολόγοι, είτε δεν είμαστε, ότι αποτελεί ένα ζητούμενο ζωής. Έλεγα στον κύριο Μητρόπουλο λοιπόν, εις απάντηση ενός σχετικού ερωτήματος, ότι η θεολογία αξίζει να ακουστεί και αυτός που παράγει λόγο, όταν προέρχεται από μια τέτοια αναζήτηση, ξέρετε. Είναι πολύ μεγάλη υπόθεση η θεολογία, για να είναι μια απλή επανάληψη, έτσι, αληθειών, τις οποίες κανείς δεν ξέρει ακριβώς πια γιατί υπήρξαν κάποτε αλήθειες. Κάθε αλήθεια πρέπει να δοκιμάζεται σήμερα, εδώ και τώρα. Η αλήθεια του Θεού και η αλήθεια του ανθρώπου, και όλα αυτά τα μεγάλα πράγματα που λέμε έτσι, στην Εκκλησία και στο Σύμβολο της Πίστης είναι μεγέθη τα οποία δοκιμάζονται ξανά εδώ και τώρα. Γι' αυτό και η θεολογία, όταν παράγεται, ανήκει σε αυτούς που ζουν γι' αυτήν ή από αυτήν, ή για χάρη της, δηλαδή ζουν εξ αιτίας της, ζούνε για να αναζητούν αυτό το οποίο στον χώρο της Θεολογίας φιλοξενείται. 
Μου αρέσει αυτό και οι μεγάλοι θεολόγοι που έτυχε να συναντήσω, είτε ζωντανοί, είτε μέσα στα κείμενά τους και οι μικροί-μεγάλοι θεολόγοι που συνάντησα μέσα στον λαό, μέσα στους μοναχούς και μέσα στον απλό κόσμο και μέσα στους απλούς παπάδες, ήταν όλοι μεγάλοι αναζητητές. Ήταν άνθρωποι οι οποίοι λειτουργούσαν καθολικά και ψυχοσωματικά - έτσι θα μπούμε σιγά-σιγά και στο θέμα της ομιλίας μας -, μέσα στην αρμονία αυτής της αλήθειας, ήτανε άνθρωποι οι οποίοι όχι μόνον δεν ζούσαν με τα αυτονόητα αλλά άνθρωποι οι οποίοι στην κυριολεξία συντονίζονται με τις μεγαλύτερες και πιο ουσιαστικές λαμπρές στιγμές αυτής της αλήθειας. Η ζωή έτσι αποκτά περιεχόμενο ξέρετε, διαφορετικά, είτε είμαστε θεολόγοι είτε όχι, είτε θεολογούμε, είτε είμαστε πιστοί, είτε όχι, η ζωή μας κυλάει σε ένα είδος θεολογίας, δηλαδή, όπως λένε οι Γάλλοι, τρέχει στο ποτάμι, τρέχει σαν το νερό μέσ' στο ποτάμι και κανείς δεν μπορεί να την σταματήσει και κανείς δεν μπορεί να δώσει νόημα στην ζωή αυτή. 
Μια και μίλησα για αλογία, νομίζω ότι είναι μια καλή πόρτα, μια καλή είσοδος, για να εισάγω το θέμα το σημερινό μας, το θέμα του σώματος γιατί για τους πολλούς, όσοι είναι παρόντες σήμερα και κυρίως όσους είναι απόντες, η χαρά που προσφέρει το σώμα, η χαρά της αλογίας ξέρετε, για την οποία μιλάω τώρα, θα εξηγηθώ, μην βιάζεστε και θα εξηγήσω γρήγορα τι προσπαθώ να πω. 

Το σώμα προσφέρει την χαρά μιας συγκριτικής δραπέτευσης, σε έναν μικρό ή μεγάλο ιδιωτικό κόσμο απόλαυσης ο οποίος όμως και η οποία δραπέτευση, μου κάνει την ζωή όμορφη. Όταν απέναντί μου έχω για παράδειγμα τον άτεγκτο θεσμό, όταν έχω έτσι τον κοινωνικό ας πούμε καταναγκασμό, όταν έχω τον πολιτικό ολοκληρωτισμό, όταν έχω μια καθολική και αναγκαστική αλήθεια, όταν δεν με πείθει αυτό που πείθει τους πολλούς, όταν ο λόγος ο κοινός, ο λόγος της εκκλησίας, ο λόγος του κράτους, ο λόγος της παιδείας, δεν με κερδίζει πλέον, έχω ένα καταφύγιο. Και το καταφύγιο αυτό είναι αυτή η αλογία, η μικρή αλογία που είναι το σώμα μου, το οποίο μου δίνει ανάπαυση, χαρά, ηδονή, ευτυχία, ζεστασιά, επικοινωνία και πέραν αυτών μικρές και μεγάλες δραπετεύσεις προς όλες τις κατευθύνσεις αυτές, έτσι ακριβώς μικρούς ιδιωτικούς μυστικισμούς. Ο μυστικισμός της κατανάλωσης, ο μυστικισμός του ερωτισμού - του ερωτισμού είναι μια άλλη υπόθεση -, ο μυστικισμός της μόδας, ο μυστικισμός όλων αυτών των, όπως είπα, ιδιωτικών μικρών δραπετεύσεων έτσι, που φαίνεται να κάνουν την ζωή άξια να την ζήσει κανείς. 

Έτσι λοιπόν πρέπει να ξέρετε ότι στην Δύση το σώμα, για πάρα πολλούς αιώνες, για να μην πω για χιλιετίες, δεν υπήρξε τίποτα περισσότερο από αλογία, αυτή η αλογία. Βεβαίως στην αρχή αυτό ήταν μια φιλοσοφική καταδίκη, μετά έγινε διεγερτική απόλαυση. Η δυνατότητα, όπως λέει ένας μεγάλος Γάλλος ποιητής ο Ρεμπώ, να έχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή και μέσα σε ένα σώμα, δηλαδή να μετέχω ψυχοσωματικά στην αλήθεια, όχι να έχω την αλήθεια δήθεν στην ψυχή και την διαφυγή από την αλήθεια στο σώμα, δηλαδή να υποχρεούμαι να δεχθώ κάτι σαν αλήθεια και να δραπετεύω σωματικά από αυτήν. Η αλήθεια λοιπόν αυτή, το να έχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή, σε ένα σώμα, είναι κάτι το οποίο υπήρξε πάρα πολύ δύσκολο, και ουσιαστικά πέρασαν πάρα πολλοί αιώνες στην Δύση και δυτικοί είμαστε εμείς ουσιαστικά, προτού συμβεί. Πρέπει να ξέρετε δε ότι αυτό ξεκίνησε ουσιαστικά από την αρχαία φιλοσοφία, έτσι. 

Για να μπω απότομα στο θέμα, αν διαβάσετε τον Πλάτωνα, το «Θέατρον» του Πλάτωνος, θα δείτε ότι στο τέλος ο Σωκράτης αφού φτάσει η ώρα προτού πεθάνει, λέει στους κατάπληκτους μαθητές του ότι έφτασε η ώρα της ελευθερίας. Μια ζωή αγωνίζομαι να πεθάνω, να λυτρωθώ από το σώμα. Τώρα ο θάνατος έρχεται και με λυτρώνει ακριβώς από αυτό από το οποίο πάλεψα τόσο πολύ για να λυτρωθώ. Πεθαίνει ευτυχισμένος, επειδή λυτρώνεται από το σώμα, έτσι. Το σώμα είναι εχθρός διότι η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή. Στην αρχαία φιλοσοφία μετά τον Όμηρο, επικρατεί το μεγάλο ρεύμα του Ορφισμού, όπως ξέρετε, δεν ξέρω εάν έχουμε εδώ ειδικούς, όπου η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή και η ψυχή είναι κομμάτι του Θεού, έτσι; Κομμάτι του Θεού το οποίο μπήκε μέσα εις τον κόσμο, είναι εξόριστο στον κόσμο, ενδύεται ένα σώμα, το σώμα αυτό είναι ξένο προς την ουσία της, αναγκάζεται να κουβαλάει το σώμα αυτό, να παιδαγωγείται μέσω του σώματος. Στη συνέχεια θα χρειαστεί να περάσει σε άλλες μετενσαρκώσεις, για να παιδαγωγηθεί ακόμη περισσότερο, να μάθει δηλαδή να μην ζει την ζωή του σώματος, και κάποια στιγμή πρέπει να γλυτώσει από αυτές τις μετενσαρκώσεις, έτσι και να ξαναγυρίσει στον υπερουράνιο τόπο από όπου είναι φυγάς θεόθεν και αλήτης, κατά τον λόγο του Φίλωνος, που επαναλαμβάνει έναν λόγο του Εμπεδοκλή, έτσι, φυγάς θεόθεν και αλήτης. 

Λοιπόν αυτή η μετενσάρκωση η οποία είναι ένα γεγονός παιδείας, δεν είναι ευχάριστη, μόνον οι έλληνες δημοσιογράφοι θεωρούν ευχάριστη την μετενσάρκωση, για τον αρχαίο η μετενσάρκωση είναι τραγωδία, γι' αυτό και βλέπετε οι ορφικοί φοράνε άσπρα γιατί ελπίζουν ότι δεν θα μετενσαρκωθούν ξανά, οι πιστοί των μεγάλων μυστηριακών θρησκειών οι πυθαγόριοι, οι ορφικοί, ελπίζουν ότι δεν θα μετενσαρκωθούν ξανά, ότι είναι το τελευταίο τους νταλαβέρι με το σώμα αυτό το τωρινό. Θα γλυτώσουν από το σώμα, έτσι. Λοιπόν και κάποια στιγμή, εάν δεν γλυτώσουμε από το σώμα, θα κινδυνεύει να γίνει η ψυχή μας σωματοειδής, έτσι. Αυτή είναι η μεγάλη κατάντια της ψυχής μας. 

Στον νεοπλατωνισμό αυτό συνεχίζεται, φανταστείτε ότι μεταξύ Πλάτωνος και νεοπλατωνισμού είναι 1000 χρόνια. Για 1000 ολόκληρα χρόνια, με μοναδική εξαίρεση τον Επίκουρο, ο οποίος θυμίζει την νέα εποχή, ουσιαστικά η φιλοσοφία είναι αντισωματική έτσι; Βεβαίως εάν ρωτήσετε πάλι τον μέσο Έλληνα δημοσιογράφο, θα σας πει ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αγαπάει το σώμα. Δεν αγαπάει το σώμα, αγαπάει την ιδέα του σώματος, γι' αυτό και δεν θα μάθετε ποτέ το όνομα του τάδε κούρου ή του τάδε δισκοβόλου. Είναι η ιδέα, η αφηρημένη ιδέα του σώματος, όχι το σώμα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Έτσι, ελπίζω ότι στο τέλος θα έχουμε την δυνατότητα μιας μικρής συζήτησης, που θα μας δώσει την δυνατότητα να τα πούμε αυτά λίγο περισσότερο, λίγο καλύτερα. 

Λοιπόν, αν διαβάσετε λοιπόν τον Πλωτίνο θα δείτε ότι 1000 χρόνια μετά τον Πλάτωνα σχεδόν, ότι να σας λέει ότι ήμασταν κάποιοι ουράνιοι άνθρωποι λέει, που περιπολούσαμε σε έναν ουράνιο τόπο, κάποια στιγμή «προσήλθε άνθρωπος άλλος είναι εθέλων» ήταν κάποιος άλλος, μας δελέασε, πήρε την ψυχή που ήμασταν, την φόρεσε και πήγε στον κόσμο. Και με τον τρόπο αυτό είμαστε καταδικασμένοι σε μία σωματοειδή ζωή. Η ψυχή μας, το κατώτερο μέρος της, το παθητικό μέρος, τα συναισθήματα και οι επιθυμίες, δένονται με το σώμα, και παιδεύονται, και υποφέρουν, το ανώτερο μέρος της ψυχής όμως, ο νους, πρέπει να ξαναγυρίσει από εκεί που ήτανε, έτσι ο δίκαιος «εν τω θεωρείν το είναι έχειν», λέει ο Πλωτίνος. Ο δίκαιος έχει την ζωή την πραγματική στην θεωρία, όταν φεύγει δηλαδή από το σώμα, το οποίο είναι αισχρόν, τόσο αισχρόν, «ως αίσχος είναι», δηλαδή είναι αίσχος αυτό το ίδιο. Γι' αυτό ο Πλωτίνος δεν θα δεχθεί ποτέ να ποζάρει για ένα άγαλμα, δεν ξέρουμε ποιος είναι, δεν θα δεχθεί να ποζάρει σε έναν γλύπτη ποτέ, να του φτιάξει αυτή την εικόνα, την φθαρτή εικόνα. 

Λοιπόν είναι σημαντικά όλα αυτά που λέμε, για να καταλάβετε την μεγάλη επανάσταση η οποία έγινε από τον Χριστιανισμό στο σημείο αυτό. Και είναι μια πολύ μεγάλη επανάσταση διότι, για πρώτη φορά η ουσία του ανθρώπου δεν είναι πλέον το σώμα του, δεν είναι πλέον (συγγνώμη) η ψυχή του, ούτε το σώμα του, έτσι, αλλά το όλον αυτού, έτσι. Επειδή μιλάω με χωρία, αυτό είναι ένα βιβλίο δικό μου, το οποίο η μόνη του δουλειά εδώ είναι να βοηθάει κανένα χωρία να διαβάσω έτσι, δεν ξέρω εάν θα μου στοιχίσει αυτό την κούρασή σας, αλλά μερικά φρασίδια καμιά φορά βοηθάνε πιο πολύ, από τον δικό μας λόγο. Λοιπόν ο άνθρωπος δεν είναι η ψυχή, αλλά το έμψυχο σώμα. «Ο νουν και λόγον δεξάμενος εστίν άνθρωπος, ου ψυχή καθ' εαυτήν». Δεν είναι μόνο η ψυχή καθεαυτή ο άνθρωπος", λέει ο Αθηναγόρας, έτσι. Μιλάμε για τις πρώτες δεκαετίες της μ.Χ. εποχής. «Άνθρωπον άρα δε των εξ αμφοτέρων, σώματος και ψυχής όντα, διαμένειν εσαεί ανάγκη εστί». Επομένως εάν αυτό το πράγμα είναι ο άνθρωπος, πρέπει ο άνθρωπος να παραμένει εσαεί, να μπορεί να υπάρξει αιώνια έτσι όπως είναι. 

Εάν το σώμα δεν μπορεί να συνδιαιωνίζει με την ψυχή, λέει ο Αθηναγόρας, αυτό σημαίνει δύο πράγματα ή ότι δεν το έπλασε ο Θεός ή ότι δεν είναι αρκετά Θεός ούτως ώστε να το σώσει. Άρα μιλώντας για σωτηρία του ανθρώπου, δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για σωτηρία της ψυχής του, μπορούμε να μιλάμε μόνον για μια ψυχοσωματική του πιθανή αιωνιοποίηση, αφθαρτοποίηση. Η προοπτική αυτή είναι σας είπα συγκλονιστικά καινούργια. Η εβραϊκή λέξη «νεφές» η βιβλική λέξη αυτή, δεν σημαίνει ψυχή, σημαίνει ύπαρξη. Μιλάμε για μια ύπαρξη, σώζεται αυτό όταν λέμε καμιά φορά στην καθημερινή μας γλώσσα, ακόμη και σήμερα, που έχουμε γίνει όλοι πλατωνικοί, ότι έπεσε το αεροπλάνο και χαθήκανε 100 ψυχές. Εννοεί 100 ψυχοσωματικές υπάρξεις. 

Ο άνθρωπος λοιπόν δεν είναι μόνο σώμα, είναι και ψυχή. Επεκτείνεται από τους πρώτους αυτούς πατέρες το «κατ' εικόνα» και στο σώμα, ενώ τα κατ' εικόνα κατ' αρχήν υπήρχε μία τάση, μια πλατωνική επίδραση, να αποδίδεται μόνο στην ψυχή. Ο άνθρωπος είναι κατ' εικόνα Θεού και η ψυχή του και το σώμα του. Το σώμα δηλαδή είναι εξ' ίσου πνευματικό με την ψυχή. Αυτό το πράγμα είναι μια επανάσταση, πολύ μεγάλη επανάσταση, η οποία επισυνέβη στα πρώτα χρόνια, τους πρώτους αιώνες της ελληνικής πατερικής γραμματείας. Επιμένω σε αυτό διότι έχουμε γιατρούς εδώ ανάμεσα, θα ξέρετε ότι μέχρι την εποχή του Λαμετρύ, 18ο αιώνα, στη Δύση ακόμα και μεγάλοι φυσιολόγοι, όπως ο Ρεζάλιους ή ο Γουίλις στην Αγγλία, αισθάνονται υποχρεωμένοι να ψάξουν να βρούνε τόπο για την ψυχή την άυλη, για να πείσουν τις εκκλησιαστικές αρχές να τους επιτρέψουν να κυκλοφορήσουν τα έργα τους. 

Ο μεγάλος Ντεκάρτ, ο Καρτέσιος, έτσι, αφού βεβαιώνει και αυτός ξεκάθαρα ότι η ουσία του ανθρώπου είναι μια άυλη ψυχή, έτσι, ψάχνει να βρει πως ενώνεται με το σώμα. Διότι στη Δύση, μέσω του Αυγουστίνου, πέρασε αυτός ο πλατωνικός δυαλισμός και δεν διορθώθηκε ουσιαστικά ποτέ. Διορθώθηκε μόνον όταν εμφανίστημε ουσιαστικά ο Νίτσε και ο Φρόυδ. Και έχουμε την πρώτη, θα σας πω με ποιο τόπο, εισαγωγή του σώματος στην ανθρωπολογία για την Δύση, έτσι. Και σπερματικά βέβαια, έγινε από τον Σοπενάουερ και βεβαίως από τους χονδροειδείς λεγόμενους υλιστές, τον Φόγκ, τον Λαμετρύ και Τπαν του διαφωτισμού, τους οποίους εγώ θεωρώ θεολογικότατους. Πιο θεoλόγους από τους θεολόγους της εποχής μας, παρόλο που λέμε ότι είναι άθεοι. Γενικά μην σας τρομάζει κανείς που λέει ότι είναι άθεος, συνήθως απορρίπτει μια εικόνα του Θεού, έτσι μου έλεγε μία δημοσιογράφος πριν από καιρό, πριν από την Μεγάλη Εβδομάδα, με πήρε και μου λέει «πάτερ, να κάνουμε μια εκπομπή διότι σας εκτιμώ. Αλλά εγώ είμαι άθεη». Έ της λέω και εγώ άθεος είμαι, σε σχέση με τον Θεό αυτό που έχετε στο νου σας. Ακόμη δεν έχω βρει εγώ έναν άθεο, ο οποίος να απορρίπτει τον Θεό αυτό που έχω στο μυαλό μου, που έχουν οι Πατέρες στο νου τους, έτσι. Γι' αυτό η αθεια είναι πολύ χρήσιμη εμπειρία, μας βοηθάει στην αποειδωλοποίηση, και αν δεν κάνουμε αποειδωλοποίηση, Θεό δεν βλέπουμε. Παρένθεση ήταν αυτό. 

 Λοιπόν, στην Ανατολή υπήρξε βεβαίως ο Ωριγένης. Έχουμε θεολόγους εδώ και νοιώθω υποχρέωσή μου να έχω και αυτή την πλευρά πάντοτε, δηλαδή να μην σας μιλάω με συμπεράσματα, να σας βάζω λίγο να σκέπτεστε. Λοιπόν ο Ωριγένης ήταν πλατωνικότατος. Ναι, αλλά μετά τον Ωριγένη θα έλθει ο Μάξιμος, ο οποίος θα διορθώσει τον Ωριγένη. Εάν διαβάσετε τον Ωριγένη, είναι σαν να διαβάζετε Πλάτωνα και Πλωτίνο. Ό άνθρωπος είναι κάποιος νους, στα ουράνια περιπολεί και κάποια στιγμή βαριέται να είναι πνεύμα, τι πιο φυσικό; Βαριέται να είναι ένα στείρο πνεύμα, το οποίο ατενίζει ένα άλλο στείρο πνεύμα, που είναι ο Θεός. Κόρος, η έννοια του κόρου, έτσι, είναι θεολογική έννοια στον Ωριγένη. Και επειδή βαριέται αρχίζει να πέφτει και ο Θεός μόλις αρχίζει να πέφτει τον ενδύει με σώμα. Έτσι η δημιουργία είναι ουσιαστικά μία πτώση και η υλικότητα είναι μία πτώση, είναι πτώση στην υλικότητα. Σκοπός είναι να γλυτώσουμε από το σώμα και να ξαναγυρίσουμε πάλι. 

Λοιπόν αυτά υποτίθεται, ο Ωριγένης ότι είναι χριστιανός αλλά είναι πλατωνικός περισσότερο παρά χριστιανός. Διότι εάν το σώμα, εάν η ύλη είναι μία πτώση, τότε υπεύθυνος κάθε πτώσης είναι ο Θεός, έτσι, εάν έφτιαξε αυτός το σώμα. Εάν δεν έφτιαξε αυτός το σώμα, υπάρχουν δύο Θεοί, ένας που έφτιαξε τα πνευματικά και ένας που έφτιαξε τα σωματικά. Και περνάμε άνετα στον γνωστικισμό τον λεγόμενο, έτσι, τον μανιχαϊσμό αν θέλετε. Λοιπόν εάν όμως ο Θεός έπλασε το σώμα, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απλά πτώση η σωματοποίηση. Μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο; Μήπως είναι μία ευκαιρία ακριβώς για πνευματοποίηση του παντός; Μήπως είναι κάτι διαφορετικό, να το δούμε. Αλλά όπως σας είπα στην ανατολή υπήρξε ο Μάξιμος ο ομολογητής ο οποίος - και οι Καππαδόκες πριν από αυτόν - και ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, οι οποίοι ξεκάθαρα είπαν ότι δεν είναι ουσία του ανθρώπου η ψυχή του, ούτε βέβαια μόνον το σώμα του, αλλά το «όλον αυτού». 
Μια άλλη φράση γι' αυτό είναι η λέξη «συναμφότερον» στον Παλαμά, αιώνες μετά. Είναι το «όλον αυτού», δηλαδή το άθροισμα και κυρίως κάτι περισσότερο από το άθροισμα. Δηλαδή όταν προσθέσετε ψυχή και σώμα, πάλι δεν παίρνετε τον άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος είναι η ενεργή οικειοποίηση και της ψυχής και του σώματος. Ο άνθρωπος είναι μία άποψη, ο άνθρωπος είναι μία στάση, είναι μία όψη του όλου. Επομένως είναι η ελευθερία η οποία υπάρχει σε ένα σώμα και σε μία ψυχή. Ο άνθρωπος και αυτό ακριβώς είναι η εικόνα του Θεού. Και ακριβώς επειδή η εικόνα του Θεού είναι ελευθερία, δεν είναι ανάγκη να είναι μόνον η ψυχή η εικόνα αυτή. Και το σώμα μπορεί και πρέπει να είναι ελεύθερο. Θα το εξηγήσουμε αυτό παρακάτω. 

Στην Δύση όμως δεν υπήρξε Μάξιμος, δεν υπήρξε Παλαμάς και έτσι ο Αυγουστίνος κυριάρχησε. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από αιώνες, ο Αυγουστίνος τον 4ο αιώνα, ο Καρτέσιος μετά από 12 αιώνες και παραπάνω, θα σας πει «cogito ergo sum», έτσι «σκέπτομαι άρα υπάρχω». Δεν λέει πονάω άρα υπάρχω, δεν λέει ερωτεύομαι άρα υπάρχω, τι λέει: σκέπτομαι, άρα υπάρχω. Δηλαδή επιμένει η παλαιά πλατωνική, αυγουστίνεια θέση, ότι ο άνθρωπος είναι ψυχή και η ουσία της ψυχής τι είναι: η σκέψη. Έτσι δεν είναι; Ουσία της ψυχής είναι ο νους, όχι το μέρος εκείνο το σωματοειδές, οι επιθυμίες ή τα συναισθήματα που ακουμπάει το σώμα, αλλά ο νους, ο καθαρός νους. Εδώ υπάρχει πλατωνισμός και εδώ υπάρχει και στωϊκισμός, διότι για τους στωϊκούς η ουσία του νου, η ουσία της ψυχής είναι ο νους. Αυτό μοιάζει με τον Θεό. Ο Θεός δεν μπορεί να έχει συναισθήματα, δεν μπορεί να έχει επιθυμίες, είναι απαθής. Και για να είναι απαθής πρέπει να είναι καθαρός νους. Έτσι νόησις, νοήσεως, να βρει τον εαυτό του. Είναι δύσκολα όλα αυτά; Λοιπόν όπως και να είναι, αξίζει τον κόπο νομίζω, να κάνουμε μια βουτιά μιας και τα δύσκολα έχουν αξία γενικώς. 

Λοιπόν επιμένω σε αυτό γιατί σήμερα εμφανίζεται μία μεγάλη σύγχυση, στα θέματα αυτά. Θα την εξηγήσουμε, θα μπούμε στην σύγχυση αυτή. Να τελειώσω λίγο με την ιστορία. Στη δύση θεωρήθηκε λοιπόν ότι ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή του, η σκέψη, η σκεπτόμενη ψυχή. Το εγώ είναι ουσιαστικά ένα σκεπτόμενο εγώ που είναι πάνω από το σώμα, πάνω από την παράδοση, πάνω από τα αισθήματα, πάνα απ' όλα, αυτό είναι το εγώ. Το καρτεσιανό, του Κάντ αυτό είναι το εγώ, αυτό το detouched, το αποσυνδεδεμένο εγώ, όπως ονομάστηκε από κάποιους ιστορικούς της φιλοσοφίας. Ναι αλλά κάποια στιγμή, αυτό το αποσυνδεδεμένο, καθαρά ψυχικό εγώ, το οποίο απελευθέρωσε τεράστιες πνευματικές δυνάμεις στην ιστορία, είναι αλήθεια έτσι γεννήθηκε η νεώτερη τεχνική, η νεότερη επιστήμη στην δύση, από έναν άνθρωπο που είναι καθαρή σκέψη. Ναι ανακάλυψε κάποια στιγμή το εγώ αυτό ότι έχει ένα σκοτεινό υπόγειο. Ανακάλυψε ότι άλλα λέει, άλλα κάνει και άλλα επιθυμεί για παράδειγμα. Ανακάλυψε τα μπερδέματα της γλώσσας, τις αστοχίες του συναισθήματος, τα αδιέξοδα έτσι της καθημερινότητας, να σκέπτομαι τα πάντα και κάτι περισσεύει. Υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος, ένα υπόγειο με όντα ζωντανά που βροντούνε από κάτω, έτσι. Και επιβουλεύονται την δήθεν ελευθερία και την δήθεν ασφάλεια του σκεπτόμενου εγώ. 
Είναι το ασυνείδητο το περίφημο, γι' αυτό σας είπα ότι ο Φρόυδ ανήκει στους ευεργέτες της δύσης. Μας είπε ότι έχουμε και ενορμήσεις και βεβαίως οι ενορμήσεις ριζώνουν βαθειά στην σωματικότητα, έτσι δεν είναι; Ριζώνουν βαθειά στο σωματικό, δεν είναι σκέψεις οι ενορμήσεις, είναι ένστικτα. Πως θα κάνουμε καλά τα ένστικτα; Με την σκέψη κάτι γίνεται, με τα ένστικτα τι θα κάνουμε, καταλαβαίνετε; Δημιουργείται λοιπόν εδώ για πρώτη φορά, έτσι, προϋπόθεση για να εισβάλλει ένας αντάρτης, να εισβάλλει η εκδίκηση του σώματος αυτή, έτσι, επειδή δεν θεωρήθηκε μέλος, μέρος μιας λογικής εικόνας του Θεού, επειδή δεν του αποδόθηκε η εικόνα του Θεού, εισβάλλει τώρα ως αντάρτης το σώμα, καταλάβατε; Στη δύση εισβάλλει ως επαναστάτης. Δεν ξέρω πως, εάν έχουμε φιλοσόφους, αλλά αν έχουμε φιλοσόφους θα ξέρουν όλοι τον Φουκώ, είναι τραγική η ζωή του και με τραγικό θάνατος με τον οποίο πέθανε, που αυτοκτόνησε. 
Και στις μέρες μας ο Φουκώ δίδασκε ακριβώς αυτό ότι η υπερβατικότητα, η υπέρβαση, ο τρόπος να βγω από την καθημερινότητα, από την καταπίεση, είναι το σώμα μου. Το ξαναλέω, γίνεται το σώμα το υπόλειμμα το οποίο επιστρέφει θορυβωδώς, αλλά ως αντάρτης και ως κάποιος ο οποίος καταστρέφει ουσιαστικά την ησυχία του, έτσι, ευρωπαίου ανθρώπου. Απωθήθηκε το σώμα στον έρωτα, τον δυτικό. Εάν διαβάσετε τα ιπποτικά μυθιστορήματα, κανένα από αυτά δεν περιέχει ερωτική πράξη και κανένα από αυτά δεν τελειώνει με ένωση των εραστών, σε αντίθεση με τα βυζαντινά μυθιστορήματα που τελειώνουν όλα με γάμο, ή αρχίζουν με γάμο και στη συνέχεια υπερασπίζονται τον γάμο. 
Ο έρως στην δύση είναι αληθινός μόνο ως απουσία του ή ως φανταστική μοιχεία. Επιστρέφει λοιπόν το σώμα ως πορνογραφία στη δύση για παράδειγμα, διότι ο έρως -ο ιπποτικός έρως- που γεννήθηκε στην δύση από την αίρεση την χριστιανική των βογοβίνων ή παυλικιανών που δυστυχώς δεν παντρεύονταν και έτσι δεν υπάρχουν σήμερα, λοιπόν ήτανε καθαροί αυτοί, ήτανε εγκρατίτες αυτοί και οτιδήποτε σωματικό φοβόταν ότι τους μολύνει, επιστρέφει σαν πορνογραφία στη δύση λοιπόν. Επιστρέφει σαν ένωση στο ψυχικό επίπεδο, επιστρέφει σαν και αυτό που είπα στην αρχή αν μη τι άλλο, σαν μια μικρή ιδιωτική αλογία, η οποία με βοηθάει να αντιμετωπίσω, να ανταπεξέλθω τις δυσκολίες του ορθολογισμού, είτε είναι αυτός θεσμός λέγετε, είτε είναι επιστήμη, είτε είναι ολοκληρωτισμός, είτε είναι το δυτικό κράτος, το οποίο σημειωτέον διαφέρει πολύ από το βυζαντινό κράτος, το δυτικό κράτος θα πρέπει να κάνουμε μια ολόκληρη διάλεξη για να πούμε πως γεννήθηκε, ένα κράτος βαθειά ορθολογικό, στο οποίο προσχωρείς με τον νου, δεν προσχωρείς απλά, δεν το ανέχεσαι. 
Για εμάς το κράτος είναι εσχατολογικό, είναι κάτι στο οποίο βολευόμαστε γιατί υπάρχει η βασιλεία του Θεού που έρχεται. Για τον δυτικό είναι ο λόγος του Θεού πάνω στην γη. Έ, αυτό λέει ο Χαίγκελ, αυτό είναι το κράτος, είναι κάτι το οποίο δεν μπορείς να το αγνοήσεις υπαρξιακά, γι' αυτό και δεν μπορείτε να πείσετε -εγώ δεν κατάφερα να πείσω, χρόνια στην Αγγλία-, ούτε έναν Άγγλο να κάνει φοροδιαφυγή. Ενδοβάλλει το κράτος, το ενδοβάλλει, νοιώθει ενοχή όταν κάνει φοροδιαφυγή, νοιώθει ότι διαταράσσει τον Θεό τον ίδιο, τον λόγο του κόσμου, ο οποίος ενσαρκώνεται στο κράτος. Δεν μπορεί να κάνει φοροδιαφυγή, λοιπόν.

Ήμουνα μια φορά στο Καίμπριτζ, από τις πολλές φορές που πηγαίνω κάθε τόσο, και έπρεπε να σταματήσω οπωσδήποτε και είχε μια διπλή κίτρινη γραμμή, που σημαίνει ότι καλύτερα να πεθάνεις, παρά να σταματήσεις εκεί. Παρά ταύτα είχα μερικούς Άγγλους να ξεφορτώσω, και λέω ας το κάνω με τον ελληνικό τρόπο, ανέβηκα στο πεζοδρόμιο μεγαλοπρεπώς και πατάω τις γραμμές. Τους κόπηκε η ανάσα. Με κοίταζαν έτσι με ανοικτό το στόμα. Και μετά ένας μου λέει, ίσα ίσα που το άκουσα, λέει «I like it!», μου αρέσει! Καταλάβατε, είναι η αλογία. Εάν πάτε στην Αγγλία την Παρασκευή το βράδυ θα δείτε τον καθηγητή σας στο Καίμπριτζ να είναι στουπί με μία τεράστια κανάτα μπύρα στο κεφάλι δίπλα του και να είναι ο ίδιος άνθρωπος. Την Δευτέρα θα είναι ακέραιος στην θέση του, καταλάβατε; Και απαιτεί και από εσάς να είστε πολύ σοβαρός μαζί του. Την Παρασκευή το βράδυ ήτανε αυτού του είδους η αλογία, η οποία έτσι; Επιστρέφει το σώμα λοιπόν στην σύγχρονη ζωή ακατέργαστο, ακριβώς επειδή δεν του αποδώσαμε την εικόνα του Θεού, ακριβώς διότι δεν καταφέραμε, μαζί με την πατερική παράδοση την ελληνική να καταλάβουμε, όπως λέει ο Παλαμάς, ότι το σώμα έχει «ενσυνενωμένας πνευματικάς διαθέσεις». 
Έχει πάνω του, βαθειά πάνω του, πνευματική διάθεση. Είναι ένα πνευματικό γεγονός, όχι λιγότερο πνευματικό από την ψυχή, και όταν προφέρουμε την λέξη χάρις, η χάρις αυτή δεν αφορά μονάχα τον νου, αντιθέτως αφορά εξίσου ή και περισσότερο και το παθητικό μέρος της ψυχής και τα συναισθήματα δηλαδή και τις επιθυμίες και το σώμα. Δηλαδή ο Θεός ασχολείται με το σώμα πολύ σοβαρά. Δηλαδή οτιδήποτε κάνω με το σώμα, δηλαδή τα πάντα, δεν υπάρχει τίποτα που να μην κάνω με το σώμα, ο νους είναι ενσώματος, σήμερα το ξέρουμε, νομίζω την άλλη φορά σας είπα κάτι γι' αυτό, άρχισα κάτι να λέω, η σημερινή νευροψυχολογία το ξέρει αυτό, ότι ο νους είναι ενσώματος, έτσι δεν είναι; Όλα τα μαθηματικά του Καρτεσίου πρώτον απάγεται από σωματικές σχέσεις και από σωματικές έννοιες έτσι δεν είναι; Δεν ξέρω αν θυμάστε, νομίζω ότι είχα πει την άλλη φορά όλοι μας ας πούμε εδώ λένε ότι η αγάπη είναι θερμή. Γιατί είναι θερμή η αγάπη; Γιατί όλοι έχουμε ως παιδιά την εμπειρία του όταν μας αγκαλιάζει η μάνα μας και να μας σφίγγει στο σώμα της. Βλέπετε φτιάχνω έννοια, νοητική έννοια με βάση μια σωματική αίσθηση. 
Σε όλες τις γλώσσες λέμε «τόπιασα», σε όλες τις γλώσσες το λέμε αυτό, το κατάλαβα. Γιατί το μικρό το παιδί τι κάνει για να καταλάβει; Πιάνει τα αντικείμενα. Για όλους μας οι δυσκολίες είναι φορτία, πολύ βαρύ φορτίο, διότι από μικροί έχουμε την εμπειρία ότι κάτι πολύ βαρύ δυσκολευόμαστε να το σηκώσουμε. Τι είναι δηλαδή μαρτυρίες όλα αυτά που λέω, ότι ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική ύπαρξη. Δεν είναι μόνον νους, δεν είναι μόνον ψυχή, αλλά είναι ακριβώς ενσώματος νους. Ένας νους ο οποίος μόνον ως σωματικός νους είναι δυνατόν να υπάρξει. Αυτό έχει φοβερές συνέπειες διότι εάν είναι τέτοιος ο άνθρωπος, έτσι, κάπως έτσι πρέπει να τον βλέπει και ο Θεός. Δηλαδή δεν μπορεί ο Θεός να βλέπει μόνον την ψυχή, πρέπει οπωσδήποτε να ασχολείται και με οτιδήποτε άλλο, έτσι; Αρκεί να σας πω στο σημείο αυτό ότι και ο ίδιος ο διαχωρισμός μεταξύ ψυχής και σώματος στην πατερική παράδοση την ελληνική δεν είναι τόσο σαφής. 
Πρέπει να ξέρετε ότι η ψυχή δεν είναι άυλη στους πατέρες. Δεν είναι άυλη, όπως εξηγεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, μόνον σε σχέση με την υλική παχύτητα του σώματος. Είναι υλική η ψυχή, αποτελείται από λεπτότατη ύλη. «Πνεύμα λεπτόσωμον εστίν η ψυχή», λέει ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, αντιγράφοντας ουσιαστικά τον μεγάλο πατέρα και δάσκαλο της δογματικής τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό έτσι, ο οποίος λέγει «ου πάντι άυλος εστίν η ψυχή, πάντι γαρ άυλος εστίν ο Θεός», μόνον ο Θεός είναι παντελώς άυλος. Η ψυχή είναι και γι' αυτό ακριβώς στην Ανατολή δεν ψάξαμε ποτέ να βρούμε, όπως έψαχνε ο Καρτέσιος ποιο είναι το σημείο που η άυλη ψυχή εφάπτεται με το υλικό σώμα. Διότι η ψυχή, ως υλική, είναι διάχυτη μέσα στο σώμα. Είναι εκμαγείο, υλικό εκμαγείο του σώματος. Και σε τι χρειάζεται η ψυχή στην περίπτωση αυτή, κατά τους πατέρες; 
Η απάντηση την οποία δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης είναι πολύ σημαντική: είναι λέει, τολμηρή και σημαντική έτσι, είναι λέει ένα εκμαγείο, μία λεπτότατη υλική υφή που απομένει μετά τον θάνατο, για να μπορέσουμε λέει κάποτε, να μπορέσουμε να έχουμε αναδημιουργία του ίδιου ανθρώπου. Γιατί αλλιώς, λέει, η ανάσταση των νεκρών θα ήταν με δημιουργία άλλων ανθρώπων, καταλάβατε; Επομένως ένα ειδικό εκμαγείο του σώματος, έτσι, το οποίο ο Θεός θέλει να αναδημιουργήσει. Και γιατί να αναδημιουργήσει; Να αυτή η πολύ μυστήρια, θα λέγαμε, δήλωση. Γιατί να ξαναφτιάξει ο Θεός τον κόσμο; Δεν είναι καλά φτιαγμένος ο κόσμος; Βεβαίως είναι καλά φτιαγμένος ο κόσμος, όμως μέσα τον κόσμο χωράει και η δική μου ελευθερία και επειδή δρα η δική μου ελευθερία μέσα στον κόσμο, η προαίρεσή μου κάνει και σφάλματα. Κάνει αμαρτίες. Τι είναι αμαρτία; Αμαρτία είναι οτιδήποτε αποφασίζω να κάνω για πάρτη μου, για μένα μόνο. Οτιδήποτε με χωρίζει από τους άλλους. Οτιδήποτε με κλείνει στην φιλαυτία. Οτιδήποτε περιγράφεται με αυτό που ο Φρόυδ ονόμασε «δευτερογενής ναρκισσισμός», να το πω έτσι. Οτιδήποτε με απομονώνει σε εμένα τον ίδιο, είναι αμαρτία. Γιατί είναι αμαρτία αυτό; Διότι θα με οδηγήσει οπωσδήποτε σε σύγκρουση με τον άλλο, έτσι. 

Ήταν δύο ασκητές, λέει μία φορά το γεροντικό, είχανε ξεχάσει να μαλώνουνε. Και κάποια στιγμή, ρωτάει ο ένας τον άλλον, «πως μαλώνουν οι άνθρωποι;». «Έ, λέει, πως μαλώνουν οι άνθρωποι, θα βάλουμε μια κανάτα στη μέση, λέει, εγώ θα πω ότι είναι δική μου, εσύ θα πεις ότι είναι δική μου, θα επιμείνουμε, και θα μαλώσουμε». Βάζουνε μια κανάτα στην μέση. Λέει ο ένας, «αυτή είναι δική μου». Λέει ο άλλος, «έ, πάρ' την». «Όχι», λέει ο πρώτος, «δεν το' πες καλά, θα πεις ότι είναι δική μου, θα το κάνουμε ανάποδα». Βάζουνε την κανάτα στην μέση, λέει ο δεύτερος, «αυτή η κανάτα είναι δική μου». Λέει ο άλλος, «δεν μπορώ να μην στην δώσω, πάρ' την». Και δεν κατάφεραν να μαλώσουν. Ο τσακωμός αρχίζει από την φιλαυτία, μόλις πω αυτή η κανάτα είναι δική μου και ο άλλος πει, βεβαίως αυτή η κανάτα δεν είναι δική σου, αλλά είναι δική μου, έτσι. Ο Θεός δεν είναι αμαρτία, γιατί δεν υπάρχει για τον εαυτό του. Η ελευθερία του, το είχαμε πει την άλλη φορά, είναι καθαρή αγάπη. Και μέσα στην Τριάδα είναι καθαρή κένωση, ο Πατήρ υπάρχει, γιατί υπάρχει ο Υιός. Φοβερό να ονομάζεσαι με το όνομα ενός άλλου. Λέμε Πατήρ και εννοούμε πάντα τι, τον Υιό. Δεν είναι ο Γιάννης που είναι και πατέρας, άρα έχει μια ξεχωριστή ύπαρξή του και μπορεί να αποκηρύξει τον υιό, το έχετε σκεφτεί ποτέ αυτό; Ο Πατήρ είναι Πατήρ, που σημαίνει ο Υιός. Αν εγώ είμαι πατήρ και πω εγώ είμαι πατήρ, θα πρέπει να υπάρχει υιός. 
Αν το σκεφτείτε αυτό το πράγμα τι σημαίνει θα τρελαθείτε, δεν θα συνέλθετε εύκολα, θα περάσουν δεκαετίες να συνέλθετε, τι σημαίνει αυτό, καταλάβατε; Είναι ένας νέος τρόπος υπάρξεως. Και έρχεται λοιπόν ο Θεός, ο Χριστός στον κόσμο και μου προτείνει την ίδια ακριβώς, μου λέει ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, σταυρώστε με! Μα τι λέει αυτός τώρα! Γι' αυτό ο χριστιανισμός δεν τελειώνει εύκολα, δεν τελειώνεις εύκολα με τον χριστιανισμό. Θυμάμαι όταν ήμουνα 20 χρονών έλεγα, πως ζει αυτό το πράγμα τόσες χιλιετίες, τι ανοησία είναι αυτό, καταλάβατε, ήμουν και εγώ ένας γόνος των κατηχητικών, και έλεγα να τελειώσω με την εκκλησία πολύ γρήγορα. Λοιπόν, και τώρα λέω, θα αρκέσει η ιστορία της ανθρωπότητος για να το καταλάβει αυτό άραγε; Καταλάβατε; Ουαί υμίν, μωροί και τυφλοί, σταυρώστε με! Αυτό το πράγμα το συγκλονιστικό, το να παραδίδεσαι και να αγαπάς ακριβώς αυτούς που δεν το αξίζουν και επειδή δεν το αξίζουν. Έ, αυτό είναι η καθαρή ελευθερία. Είναι η απόλυτη μη αμαρτία. 
Λοιπόν, με τον τρόπο αυτό καταλαβαίνουμε γιατί έγινε και η ενσάρκωση, γιατί μιλάμε για το σώμα. Πως την ονομάζουν οι Πατέρες την ενσάρκωση: την ονομάζουν συγκατάβαση. Συγκατάβαση... πολύ ωραία λέξη. Συγκατάβαση, υπό την έννοια ότι δεν έχουμε κάποια φιλοσοφική αναγκαιότητα για την οποία να είναι υποχρεωμένος ο Θεός να λάβει σώμα. Γιατί δεν έχουμε αναγκαιότητα; Διότι είναι Τριάς και την βρίσκει πολύ ωραία, δεν έχει ανάγκη... Προσέξτε έχω ανάγκη, σημαίνει είμαι μόνος και όντας μόνος έτσι, παίρνω ένα φτωχό παιδάκι να μου κάνει παρέα. Αυτό δεν είναι συγκατάβαση, αυτό είναι ευγενική χρησιμοποίηση του άλλου, έτσι. Γι' αυτό σήμερα τα ζευγάρια έχουν πρόβλημα, ή σχεδόν όλα ή πολλά. Διότι χρειάζονται τον άλλον, παρένθεση και τον χρειάζονται πολύ άσχημα. Και το φοβερό είναι ότι δεν του λένε τι τον χρειάζονται. Του παρουσιάζονται με την εικόνα της πλησμονής, ενώ αυτό που του ζητάνε στην πραγματικότητα είναι να τους γεμίσει, και δεν του λένε τι τον χρειάζονται. Είναι μεγάλη τέχνη στο ζευγάρι, χρειάζεται μια άλλη ομιλία αυτό όμως, να μάθει το ζευγάρι να λέει ο ένας στον άλλο τι πραγματικά χρειάζεται. 
Συνήθως κρύβουμε αυτά που χρειαζόμαστε, αλλά περιμένουμε να τα βρει ο άλλος. Και βέβαια δεν είναι αλήθεια αυτό που λένε - συνεχίζεται η παρένθεση - ότι το αγόρι ψάχνει να βρει μία σαν την μάνα του ή το κορίτσι σαν τον πατέρα του. Ψάχνει να βρει στην πραγματικότητα μία που έχει αυτά που δεν έχει η μάνα του και αυτό είναι το πιο φοβερό. Διότι δεν υπάρχει τρόπος έτσι, εάν δεν ανοιχτούνε αυτοί μεταξύ τους. Βαθειά αυτό είναι η αληθινή αγάπη. Να εξηγήσει ο ένας στον άλλον τι ακριβώς θέλει. Λοιπόν γιατί, διότι δεν είναι συγκατάβαση αυτή η αγάπη είναι χρειάζεται, είναι χρεία, χρειάζομαι να θεραπεύσω τις μονομέρειές μου και τα τραύματά μου, εντάξει; Κλείνει η παρένθεση. 
Λοιπόν η ενσάρκωση είναι συγκατάβαση, που σημαίνει ότι κάποιος που δεν με χρειάζεται καθόλου μα καθόλου, αποφασίζει να αναλάβει προσωπική ευθύνη και το προσωπικό βάρος της ύπαρξής μου. Και να την αναλάβει, παρακαλώ προσέξτε, όχι στις δήθεν ευγενικές της στιγμές, δεν ήτανε το σώμα ενός φιλοσόφου, δεν πάει στον Πλάτωνα να πει θα ενωθώ με τον νου σου -τρομερό θα ήταν αυτό-, αλλά τι πάει, πάει και βρίσκει μια απλή κοπέλα στην Ναζαρέτ, με μεγάλη αγάπη για τον Θεό και για τον άνθρωπο, την Παναγία. Λοιπόν και κατεβαίνει μέσα στην πραγματική συνθήκη της πραγματικής μου δυσκολίας και της πραγματικής μου ύπαρξης. Φωτίζει δηλαδή την πληρότητα του είναι μου. Μπαίνει και αναλαμβάνει προσωπικά όλο αυτό το φύραμα για να το πάει πολύ μακριά, πέρα από τον θάνατο. Λοιπόν, γιατί χρειάζεται την σάρκωση, ρωτώ καμιά φορά τους φοιτητές μου. Δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει ένα είδος ουρανίου συμβολαίου, μια ουράνια συγνώμη, κάποια στιγμή να πει ο Θεός, περασμένα ξεχασμένα, ότι κάνατε και ότι σας έκανα τελειώνει εδώ, θα τα βρούμε και τέλειωσε η υπόθεση. 
Σε τι χρειάζεται η ενσάρκωση, αυτή η συγκατάβαση, έτσι. Χρειάζεται μόνο για ένα λόγο, διότι να το πω με μία φράση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και μετά να το εξηγήσω. Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, «δια το αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον». Επειδή πραγματικά ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα, επειδή πραγματικά είναι μέσα στην ιστορία, επειδή πραγματικά έχει συναισθήματα. Και σκοπός δεν είναι η συγνώμη, σκοπός είναι η αφθαρσία όλων αυτών, σκοπός είναι η θέωση όλων αυτών. Έ, αυτή η θέωση, αυτή η αφθαρσία δεν μπορεί να γίνει χωρίς οντολογική ένωση κτιστού και ακτίστου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Μπορεί να είμαι συγχωρεμένος από όλους και μόνος, ναι ή όχι; Δεν μπορεί να είμαι, έτσι, σε μια στιγμή να μην έχω με τίποτα με κανέναν και να μην έχει κανένας με εμένα τίποτα και να είμαι κατάμονος. Είναι άλλο αυτό και άλλο πράγμα αυτό το άλλο το οποίο λέμε τόση ώρα ότι πρέπει η συνθήκη η ψυχοσωματική μου, έτσι να θεωθεί. Να αρχίσει να κάνει οτιδήποτε κάνει με ένα τέτοιο τρόπο που να είναι άξιος του Θεού, που είναι γεμάτος Θεό. Να αρχίσει δηλαδή, λένε οι Πατέρες, όχι λέει να εξαλείψει τα πάθη, τα πάθη δεν πρέπει να εξαλειφθούνε - εάν διαβάσετε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, θα δείτε ότι είναι σε αυτό πάρα πολύ επίμονος -, αλλά να τα μεταμορφώσει, να τους δώσει αληθινό αντικείμενο. Να μάθω όχι να μην θυμώνω, αλλά να θυμώνω σωστά, όχι να μην αγαπώ, αλλά να αγαπώ σωστά κατά Θεόν, όχι να μην τρώω, αλλά να τρώω σωστά κατά Θεόν, όχι να μην χρησιμοποιώ τον κόσμο, αλλά να τον χρησιμοποιώ κατά Θεόν. 

Αυτό σημαίνει η ενσάρκωση, να γίνω ένας εν σαρκί περιπολών Θεός, κάποιος δηλαδή ο οποίος ξέρει και έχει εξαντλήσει μέσ' την υλικότητα. Γιατί αυτή είναι η συνθήκη, υλικός είμαι, τελείως, και η ψυχή μου υλική και εγώ υλικός, τελείως μέσ' την υλικότητα, έτσι να εξαντλήσει τι, την χάρη του Θεού, την σωτηρία του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι όταν ρωτάει η Καινή Διαθήκη το ερώτημα αυτό, «τις μερίσεται του σώματος του θανάτου τούτου», λέει ο Παύλος. Η απάντηση λοιπόν δεν είναι η αθάνατη ψυχή του, διότι η ψυχή είναι κομμάτι μου, δεν μπορεί να με σώσει η ψυχή, είναι κάτι που επιβιώνει από εμένα, τι είναι η ψυχή... ένα αυτοκίνητο όταν τρακάρει έτσι, διαλύεται αλλά οι βίδες μένουν. Η ψυχή είναι οι βίδες, η βαριά δομή διαλύεται, το σώμα, και μένουν οι βίδες. Δεν είναι ο άνθρωπος μόνον η ψυχή. Μπορεί να ξαναέχω το σώμα άραγε; Μπορεί το σώμα αυτό, το αυτοκίνητο αυτό, να προχωρήσει και να υπάρξει με ένα τέτοιο τρόπο θεοειδή; Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του χριστιανισμού και ως προς αυτό είναι πολύ τολμηρός φιλοσοφικά. 
Κανείς ουδέποτε δεν το διανοήθηκε αυτό, ούτε το Ισλάμ, ούτε φυσικά πολύ περισσότερο ο Ινδουϊσμός ή ο Βουδισμός που αντίθετα συμβουλεύει να απαλλαγούμε από την ύπαρξη αυτή διότι είναι πόνος. Ο χριστιανισμός δεν αδειάζει τον πόνο. Δεν θα μπορούσα να είμαι χριστιανός εάν υπήρχε άρνηση του πόνου στο ευαγγέλιο. Δεν θα μπορούσα να είμαι χριστιανός, προσωπικά, εάν ο Χριστός δεν υπέφερε και δεν πέθαινε. Θα ήταν ψεύτικο, δεν θα ήταν κατάβαση, συγκατάβαση στην δική μας αλήθεια. Επομένως καταλαβαίνετε ότι το να έχει κανείς σώμα, το να είναι κανείς σώμα, γιατί εάν έχουμε σώμα είμαστε σώμα, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι μια μεγάλη απελπισία και μια μεγάλη ελπίδα. Απελπισία διότι δεν υπάρχει τίποτα μέσα μας που να μας κάνει θεούς από μόνο του. Ελπίδα διότι αυτό το τίποτα, αυτή η φθορά, αυτή η έλλειψη μπορεί να γίνει αιώνια πλησμονή δια του θεού και τώρα και στους αιώνες. Έτσι... 
Ξαναγυρίζω, να πω μια μικρή ανακεφαλαίωση και μετά θα σας δώσω τον λόγο, γιατί μίλησα πολύ ώρα. Λοιπόν είπαμε ότι το σώμα απωθήθηκε από την φιλοσοφία γενικά, από την αρχαία φιλοσοφία μέχρι την νεότερη. Θεωρήθηκε άλογο και η ιδεολογία ακολούθησε θεωρώντας ότι το σώμα, ότι η ουσία του ανθρώπου, η εικόνα του θεού είναι μόνο στην ψυχή. Στην δύση επέστρεψε ως αντάρτης το σώμα και ως τέτοιο είναι πολύ γοητευτικό, μέσα από την διαφήμιση, μέσα από τον υπέροχο αυτό ναρκισσισμό της σύγχρονης μουσικής έτσι, μέσα από την σύγχρονη τέχνη, αλλά μέσα και από χυδαιότερες εκφάνσεις, οι οποίες και αυτές είναι πολύ κοντινές μας, διότι μας έχουν περικυκλώσει σε μία καθημερινότητα πια. 

Το μεγάλο στοίχημα είναι ακριβώς αυτό που συνέβη, πιστεύω, στην πατερική ελληνική παράδοση, όπου ξαφνικά αποδόθηκε η εικόνα του Θεού και στο σώμα. Η πνευματοποίηση του σώματος. Το ότι μπορώ να θυμώνω κατά Θεόν, το ότι ο έρως - ο σωματικός έρως - δεν χρειάζεται να είναι πορνογραφία, αλλά μπορεί να μπει μέσα στην οντολογία, την καθημερινή ζωή του ανθρώπου, ότι τα συναισθήματα και οι επιθυμίες μπορούν να προσεχθούν από τον Θεό και όχι απλά να υπάρχουν σαν μια παρένθεση. 
Εν ολίγοις το γεγονός ότι ο εικονισμός του Θεού πάνω στο σώμα και πάνω στην ψυχή, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ενσάρκωση ως συγκατάβαση, ως ανάληψη του σώματος από τον Θεό τον ίδιο και δημιουργεί μια ριζική πνευματικοποίηση του σώματος. Αυτή η ριζική πνευματικοποίηση του σώματος είναι το αίτημα του άμεσου μέλλοντος. Και το αίτημα αυτό, έτσι να ξέρετε, το ερώτημα αυτό θα το απαντήσουμε εμείς όλοι στην δύση, ο ελληνοδυτικός κόσμος, με δύο πιθανούς τρόπους: ο ένας θα είναι ο παγανιστικός έτσι, όπου το σώμα θα θεωρηθεί ως κατοικητήριο σκοτεινών δυνάμεων στις οποίες πρέπει να παραδοθούμε, έστω με μέτρο αλλά να παραδοθούμε, ένα μέρος της ψυχολογίας του βάθους ήδη το ζητάει αυτό σήμερα, και ο άλλος τρόπος θα είναι ο χριστιανικός, δηλαδή η πιθανότητα το Πνεύμα το Άγιο να μπορεί να θεώσει το σώμα, δηλαδή να το κάνει διάφανο στην χάρη και να το κάνει όμορφο και κυρίως αιώνιο. Αυτά 

** Η απομαγνητοφώνηση έγινε από τον Στ. Μ. Δρ. και οι διαμόρφωση και υπογραμμίσεις από τον admin. Το κείμενο θα σταλεί στον ομιλητή για τυχόν συντακτικές και λοιπές βελτιώσεις, αφού η ομιλία έγινε όλη «από στήθους». 

*** Ο κ. Μητρόπουλος είναι (2009) πρόεδρος του οδοντιατρικού συλλόγου Πάτρας 
πηγή:  i-mpatron.gr αντιφωνο 

Παγκόσμια πρεμιέρα για το iPad

Φανατικοί της Apple συρρέουν στα ανά τον κόσμο καταστήματά της για να προμηθευτούν το νέο iPad, το οποίο κάνει παγκόσμια πρεμιέρα σήμερα σε Ιαπωνία, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Ελβετία.

Στο Τόκιο, περίπου 1.200 άνθρωποι είχαν σχηματίσει ουρά 800 μέτρων από το πρωί για να αγοράσουν τη συσκευή, ενώ στο Σίδνεϊ, μία ουρά 200 μέτρων σχηματίστηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας έξω από το κατάστημα της Apple, από υποψήφιους αγοραστές που περίμεναν υπομονετικά υπό τα βλέμματα ιδιωτικών φρουρών.
Στο Παρίσι, πάνω από 300 άτομα είχαν συγκεντρωθεί από νωρίς το πρωί, ενώ καμιά δεκαριά «σκληροπυρηνικοί» πέρασαν τη νύχτα στο πεζοδρόμιο, στη συνοικία του Μουσείου του Λούβρου όπου βρίσκεται το κατάστημα της Apple, για να είναι οι πρώτοι που θα προμηθευτούν τη διάσημη συσκευή.
Στη Ζυρίχη, ιδιωτικοί αστυνομικοί φρουρούσαν την είσοδο του καταστήματος της Apple, αφήνοντας τους περίπου 400 υποψήφιους αγοραστές που είχαν συγκεντρωθεί από νωρίς να μπαίνουν με το σταγονόμετρο στο κατάστημα, όπου τους υποδέχονταν με χειροκροτήματα οι πωλητές.
«Είναι φανταστικό!» αναφώνησε μπροστά στους δημοσιογράφους ο Ρομπ που κατάφερε να το αγοράσει πρώτος «Περίμενα εδώ από τις 7 χθες το απόγευμα και τώρα θέλω πρώτα να κοιμηθώ».
Το iPad, που ουσιαστικά αποτελεί έναν υπολογιστή-ταμπλέτα (tablet PC), διαθέτει έγχρωμη οθόνη αφής 9,7 ιντσών (περίπου 25 εκατοστών) και επιτρέπει σύνδεση στο διαδίκτυο, παρακολούθηση ταινιών, παίξιμο παιγνιδιών, διάβασμα ηλεκτρονικών βιβλίων κ.ά. Η Apple ισχυρίζεται ότι από τις 3 Απριλίου που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ έχει πουλήσει ήδη περίπου 1 εκατ. iPad στην αμερικανική αγορά, ξεπερνώντας και τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις των αναλυτών. Ήταν τόσο μεγάλη η ζήτηση, που η εταιρία δήλωσε ότι εξ αυτού του λόγου αναγκάστηκε να καθυστερήσει την κυκλοφορία του νέου προϊόντος στις άλλες χώρες.

Το iPad προκάλεσε αναταραχή ακόμη και στις Βρυξέλλες, καθώς δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Sunday Times ανέφερε ότι το Ευρωκοινοβούλιο εξετάζει το ενδεχόμενο να δώσει ένα iPad σε κάθε ευρωβουλευτή, πληροφορία που ωστόσο διέψευσε η αντιπρόεδρός του Ιζαμπέλ Ντιράν: «Δεν υπάρχει περίπτωση να δοθούν iPad στους ευρωβουλευτές», δήλωσε η κα Ντιράν, κατηγορώντας τους ευρωσκεπτικιστές για τη «σύγχυση» που προκλήθηκε για το θέμα αυτό.
Όπως διευκρίνισε η αντιπρόεδρος, το ευρωκοινοβούλιο μελετά την πιθανότητα να εφοδιάσει τους βουλευτές με φορητούς υπολογιστές, προκειμένου να μειώσει την κατανάλωση χαρτιού και να «αυξήσει την κινητικότητα των βουλευτών». «Τίποτα όμως δεν έχει αποφασιστεί ακόμη. Εάν ληφθεί σχετική απόφαση, θα διεξαχθεί διαγωνισμός», συμπλήρωσε η κα Ντιράν.
Την εβδομάδα που μας πέρασε, η Apple κατέκτησε τον τίτλο της μεγαλύτερης, βάσει κεφαλαιοποίησης, τεχνολογικής εταιρείας στον κόσμο, υποσκελίζοντας τη Microsoft που ήταν επί δεκαετίες στην κορυφή. Η χρηματιστηριακή αξία της Apple, μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης της Τετάρτης στη Wall Street, έφθασε στο επίπεδο των 222 δισ. δολαρίων, ενώ αυτή της Microsoft διαμορφώθηκε στα 219 δισ. δολάρια.
Πηγή:www.kathimerini.gr με πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Επίσκεψη του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Σιμωνόπετρας του Αγίου Ορους στο Κόσσοβο

Κατά την διάρκεια προσκυνηματικής εκδρομής στα Μοναστήρια της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σιμωνόπετρας του Αγίου Ορους με πέντε μοναχούς επισκέφθηκε την Ιερά Μητρόπολη Ρασκοπριζρένης Κοσσόβου και Μετοχίων από 26 εως 28 Μαίου.
Μετα την επίσκεψη στο Μοναστήρι Γκρατσάνιτσα, οπου τον υποδέχθηκαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας κ.Αμφιλόχιος, Τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Ρασκοπριζρένης Κοσσόβου και Μετοχίων, και ο Βοηθός Επίσκοπος Λιπλιάνης Θεοδόσιος με τις Μοναχές της Μονής Γκρατσάνιτσα και Κόντσουλα, ο Αρχιμανδρίτης Ελισσαίος μετα των Επισκόπων επισκέφθηκαν την ελληνική στρατιωτική βάση στο Ουρόσεβατς οπου και τους εδέχθη ο τοπικός διοικητής της ειρηνευτικής δύναμης με τον ελληνα στρατιωτικό Ιερέα. Οι φιλοξενούμενοι επισκέφθηκαν το εκκλησάκι της ελληνικής μονάδος και αργότερα παρακάθησαν σε γεύμα στην Λέσχη των Αξιωματικών.

Κατόπιν οι Επισκοποι Αμφιλόχιος, Θεοδόσιος, ο πατήρ Ελισσαίος με την αδελφότητα και τους υπολοίπους φιλοξενουμένους συνέχισαν το ταξίδι με κατεύθυνση την Πρίζρεν προκειμένου να επισκεφθούν την Ιερα Μονή των Αγίων Αρχαγγέλων, οπου τους περίμενε ο Ιερομόναχος Βενέδικτος με την αδελφότητα. Οι εξ ελλάδος φιλοξενούμενοι εν συνεχεία επισκέφθηκαν τον νεοανακαινισθέντα Ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου καθώς και το Επισκοπείο. Τις απογευματινές ωρες εφθασαν στο Μοναστήρι Visoki Decani, οπου τους εγινε επισημη υποδοχή.




Ο Αρχιμανδρίτης Ελισσαίος μετέφερε τις ευλογίες και τους χαιρετισμούς της αδελφότητος της Ιεράς Μονής Σιμωνόπετρας και της Ηγουμένης της Ιεράς Μονής της Ορμυλίας,που αποτελεί μετόχι της ως ανω φημισμένης αγειορίτικης Ιεράς Μονής.

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Η Ζωή Μετά. Από πού πάνε για τον Παράδεισο;

του Π. Νικόλαου Λουδοβίκου
καθηγητή στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης


«Ποτέ δεν με ένοιαξε το ερώτημα. Το είπε και ο Νίτσε: δεν έχει σημασία η αιώνια ζωή, αλλά η αιώνια ζωτικότητα. Να το θέσω καλύτερα: δεν με ενδιαφέρει η αιώνια επιβίωση ενός κομματιού της ύπαρξής μου, της ψυχής μου, στο χρόνο. Διότι αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω αιώνια ύπαρξη, ότι θα έχω σωματικότητα: ότι θα μπορώ να χαίρομαι, να αγαπώ, να απολαμβάνω ψυχοσωματικά τους άλλους...


Το γεγονός αυτό, ότι η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μόνο η ψυχή, είναι άλλωστε και η ανθρωπιστική επανάσταση του χριστιανισμού. Πριν από αυτόν ο Πλάτωνας θεωρούσε το σώμα τάφο της ψυχής και ο Σωκράτης χαιρόταν πριν πεθάνει γιατί έτσι θα ελευθερωνόταν η ψυχή του... 
Σε αντίθεση, λοιπόν, με αυτό, στον χριστιανισμό από τον 1ο κιόλας αιώνα το λεγόμενο "κατ' εικόνα" ίσχυε και για το σώμα, που οντολογικά ήταν ίσο πια με την ψυχή. Ο χριστιανισμός μίλησε για το "όλον" αυτού, την πρώτη ολιστική προσέγγιση του ανθρώπου. Αν και η βιβλική έννοια της ψυχής σημαίνει όντως το "όλον", σε ολόκληρη τη Δύση μέσω του Αυγουστίνου δυσκολεύτηκε πολύ να περάσει αυτή η διάσταση. Στη Δύση επικράτησε το cogito ergo sum, όχι π.χ. το ερωτεύομαι άρα υπάρχω.
 
Ομως, ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα: ολόκληρος. Γι' αυτό άλλωστε και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν προκαλέσει τη μήνι των φιλοσόφων, οι οποίοι τους αποκαλούσαν υλιστές. Και αυτό, αλήθεια, είναι ο χριστιανισμός: ένας ιερός υλισμός. Δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Και το σώμα είναι τόσο σημαντικό που αξίζει να αναστηθεί. Διότι αν δεν αναστηθεί το σώμα, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: ή δεν το έφτιαξε ο Θεός, ή δεν είναι αρκετά Θεός για να μπορεί να το σώσει...» 

Αυτό πώς θα συμβεί; 

«Με το θάνατο αυτό που είμαστε διαλύεται. Το σώμα, ως βαριά δομή, φθείρεται - η ψυχή ως λεπτή δομή και υλικό εκμαγείο του σώματος διατηρείται, διότι μόνο έτσι, μέσω του Θεού, μπορεί να "αναδημιουργηθεί" ο ίδιος άνθρωπος: αυτή είναι η περίφημη Ανάσταση Νεκρών. Αυτό μας το έδειξε ο Χριστός μέσω αυτού που γιορτάζουμε σήμερα, της Ανάστασής Του, αφού αυτός έχει δύο φύσεις: την ανθρώπινη που βίωσε τον πραγματικό θάνατο, και τη θεία, που ζωοποιεί και ο Θεός γίνεται η υπόσταση του φυσικού όντος το όποιο έτσι αφθαρτίζεται. 
Η Ανάσταση όλων θα συμβεί - το θέμα είναι αν αυτό θα σημαίνει και μετοχή στο Θεό (αυτό που λέμε Παράδεισο: την υπέρτατη δοτικότητα) ή απλή γνώση του Θεού χωρίς μετοχή, αυτό που λέμε Κόλαση. Και φυσικά τότε δεν είναι ο Θεός αυτός που κολάζει αλλά ο άνθρωπος που διαλέγει αυτή την υπέρτατη φιλαυτία. Αυτά, τώρα, δεν είναι ιδεολογήματα. Την πληρότητα της Χάριτος ο πιστός την κατακτά βλέποντας την ομορφιά, τη βεβαιότητα πέραν του θανάτου. Διότι ο χριστιανισμός πέραν από ιερός υλισμός είναι ένας εμπειρισμός...» 
Ορθόδοξη Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αποκαλείται το σύνολο των αυτοκέφαλων και αυτόνομων χριστιανικών Εκκλησιών που διοικούνται κατά συλλογικό τρόπο από Συνόδους, έχουν αποδεχτεί το περιεχόμενο των αποφάσεων των επτά πρώτων Οικουμενικών Συνόδων και παραμένουν σε πλήρη κοινωνία μεταξύ τους. Ως αφετηρία τους αξιώνουν τον Ιησού Χριστό και τους Αποστόλους του, μέσω της συνεχούς αποστολικής διαδοχής. Σήμερα ο συνολικός αριθμός των ορθοδόξων υπολογίζεται περίπου σε 300 εκατομμύρια χριστιανούς. Οι όροι ορθόδοξος - ορθοδοξία έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά, στον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο, προκειμένου να υποδείξουν τις κοινότητες, ή τα άτομα, που διατήρησαν την αληθινή πίστη, σε αντιδιαστολή με εκείνους που κηρύχτηκαν αιρετικοί. 
«Ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα, ολόκληρος - ψυχή τε και σώματι». 
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΚΑΒΑΖΗ 19/2/2009

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Toυ Χρήστου  Γιανναρά,
Καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ομιλία την 19η Μαΐου 2006, την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, στην πλατεία της Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη

 Συναχθήκαμε εδώ σήμερα να διαδηλώσουμε πιστότητα στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
Επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω: Ημέρα μνήμης δεν σημαίνει ημέρα συναισθηματικής απλώς εκτόνωσης. Θρηνούμε τη δολοφονία 353.000 Ελλήνων από τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις του τουρκικού κράτους, στα πλαίσια κεντρικής πολιτικής απόφασης και μεθοδικά σχεδιασμένης στρατηγικής. Η οδύνη είναι ανεξάλειπτη και αφόρητη, αλλά μόνη η οδύνη μένει πάντοτε άγονη.
Έχει νόημα να διασώζουμε τη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, αν η εγρήγορσή μας είναι ιστορικά γόνιμη. Αν δηλαδή έχει έμπρακτες συνέπειες που εγγυώνται για το μέλλον τον αυτοσεβασμό μας και τη συλλογική μας αξιοπρέπεια. Τουλάχιστον, να μην συνεργήσουμε να απαλειφθούν από την πανανθρώπινη συνείδηση τα όρια ανάμεσα  στον πολιτισμό και στη βαρβαρότητα, στην ανθρωπιά και στην κτηνωδία.
Στον Πόντο άνθισε, για εικοσιοχτώ ολόκληρους αιώνες, ένας πολιτισμός- όχι η φυλή απλώς  ή το γένος των Ελλήνων. Ο ίδιος εκείνος πολιτισμός που κόμισε στην ανθρωπότητα την έκπληξη, για πρώτη φορά, της κριτικής σκέψης, δηλαδή τη βάση της επιστήμης και της έρευνας. Κόμισε, για πρώτη φορά, την εκδοχή της συλλογικότητας ως κοινού αθλήματος προκειμένου να «αληθεύει» ο βίος, του αθλήματος της πολιτικής. Δίχως αυτόν τον πολιτισμό η ζωή των ανθρώπων σήμερα, σε καθολική κλίμακα, θα ήταν άλλη. Η Γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού στοιχειοθετεί, πρωταρχικά, έγκλημα απέναντι σε έναν πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια.
Δεν πρόκειται για μεγαλόστομη ρητορεία. Ο ξεριζωμός του Ελληνισμού από τον Πόντο, κοιτίδα πανάρχαιη του ανθρώπινου πολιτισμού, θα είχε σήμερα το ανάλογό του, αν εξαλείφονταν οι Γάλλοι από το Παρίσι, οι Βρετανοί από την Οξφόρδη, οι Γερμανοί από τη Χαϊδελβέργη- Τι θα σήμαινε ένα τέτοιο γεγονός για τη σύνολη ανθρωπότητα, έστω και χωρίς την κτηνωδία των απαγχονισμών, των βιασμών, των ανασκολοπισμών, των πυρπολήσεων; Πόντος χωρίς Ελληνισμό σημαίνει εξάλειψη και διακοπή της συνέχειας μιας πληθυσμιακής παρουσίας ταυτισμένης με πρόταση πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα.
Τιμούμε τη μνήμη του μαρτυρικού ποντιακού Ελληνισμού  στο ποσοστό που διασώζουμε την επίγνωση της πρότασης πολιτισμού που ενσάρκωνε. Οι Έλληνες του Πόντου ήταν ζωντανό κατάλοιπο της οικουμενικής δυναμικής του Ελληνισμού προτού αυτή να υποταχθεί στον εθνικιστικό επαρχιωτισμό και αλλοτριωθεί σε βαλκανικό περιθώριο της Ευρώπης. Τότε, πριν από τους δυο παγκοσμίους πολέμους, ο Έλληνας, όπως  έγραψε ο Ελύτης «ανάσαινε ακόμα τον αέρα μίας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότια Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ως κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».
Και προσθέτει ο Ελύτης «Είναι, το ξέρω, δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι». Όμως, πρέπει να προσθέσουμε, αλλοίμονο αν πάψει το χρυσάφι να μετράει την ποιότητα της ζωής ακόμη και σε χρόνια μολυβένιου λήθαργου.
Ίσως σήμερα ένα παιδί που τελειώνει το ελληνικό σχολείο να αγνοεί ακόμα και το που βρίσκεται γεωγραφικά ο Πόντος, που η Τραπεζούντα, που η Σινώπη, η Κερασούντα, η Αμισός, η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, η Οινόη, η Παναγία Σουμελά.
Να αγνοεί ότι εκεί ανθούσε επί αιώνες ένας γεμάτος σφρίγος Ελληνισμός και ότι έφτασε κάποια στιγμή που αποτέλεσε αυτόνομο ελληνικό κράτος.
Τουλάχιστον όμως να μην αγνοεί το σημερινό ελληνόπουλο ότι έξω από τα όρια του επαρχιώτικου ελλαδικού κρατισμού, ο ελληνισμός του Πόντου είχε κατορθώσει επιτεύγματα που σήμερα μόνο θαυμάζουμε οι κατά υπηκοότητα Έλληνες, όντας ανίκανοι να τα πραγματώσουμε. Ανυπέρβλητο επίτευγμα η από θέσεως ισχύος, και για αυτό δημιουργική, συνάντηση του ποντιακού (και γενικότερα του μικρασιατικού) ελληνισμού με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στις χαμένες αυτές κοιτίδες του Ελληνισμού η πανάρχαιη αφοβία των Ελλήνων να προσλαμβάνουν ο,τιδήποτε και οπουδήποτε χωρίς να υποτάσσονται στο πρόσλημμα. Αφομοίωναν στις δικές τους ανάγκες και στους δικούς τους στόχους θησαυρίσματα αλλότριων πολιτισμών- δεν αλλοτριώθηκε όμως τότε η ελληνική αυτοσυνειδησία και ετερότητα από τέτοιες προσλήψεις. Η αλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στο ελλαδικό κρατίδιο, όπου η ελληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σαν εξουθενωτική μειονεξία, αφού μία ξιπασμένη διανόηση πότισε (και ποτίζει) αυτό το λαό, ως το μεδούλι, με τη βεβαιότητα ότι είναι δεύτερος, καθυστερημένος, υπανάπτυκτος σε σύγκριση με τα «πεφωτισμένα και λελαμπρισμένα της εσπερίας έθνη».
Στον ποντιακό και μικρασιατικό Ελληνισμό- τουλάχιστον σε περιοχές από τις οποίες σώζονται τεκμηριωμένες μαρτυρίες- ήταν αδιανόητα στα ελληνικά δημοτικά σχολεία να μην υπάρχουν ειδικοί δάσκαλοι για τη μουσική και τα γαλλικά. Υπήρχαν ακόμη και γαλλόφωνες ελληνικές εφημερίδες, το δε θέατρο της Τραπεζούντας, όπως και αυτό της Σμύρνης, συναγωνιζόταν σε ποιότητα και επίπεδο τα θέατρα των πρωτευουσών της Ευρώπης. Κι όμως αυτός ο δημιουργικός εξευρωπαϊσμός δεν έφυγε στο παραμικρό την ελληνική πολιτιστική ιδιαιτερότητα, την καύχηση για την ευγένεια και την αρχοντιά της ελληνικής καταγωγής. Σε εξόφθαλμη αντίθεση με τον ελλαδικό Ελληνισμό, όπου, κάθε βήμα εξευρωπαϊσμού σήμαινε κατά κανόνα μίμηση και πιθηκισμό της Εσπερίας, ταπεινωτική αλλοτρίωση και ανίατη μιζέρια μειονεξίας.
Θρηνούμε για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αλλά δεν υιοθετούμε το ρόλο του θύματος- θα ήταν η εύκολη λύση φυγής από τις ιστορικές προκλήσεις. Κάθε ετήσια σύναξη στη μνήμη του ποντιακού ολοκαυτώματος οφείλει να διαδηλώνει ανυποχώρητη εμμονή στην αυτοσυνείδητη ελληνικότητα που σάρκωσε ο ποντιακός Ελληνισμός. Ελληνικότητα όχι συναισθηματική, ιδεολογική και ρητορική.  Όχι φτήνια δημαγωγίας και εθνικιστικής καπηλείας. Εμμονή στην ταυτότητα πολιτισμού των Ελλήνων. Δηλαδή, στη διαχρονική ενότητα της ελληνικής γλώσσας. Στην πρωτογενή ελληνική ταυτότητα της πολιτικής ως κοινού αθλήματος σχέσεων κοινωνίας. Στην ελληνική εμμονή σε μεταφυσικό άξονα νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης, στη βεβαιότητα ότι το κατόρθωμα της δημοκρατίας είναι ανέφικτο χωρίς έμπρακτο σέβας του «ιερού»- δεν γίνεται δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα και Αγία Σοφία.
Ο ποντιακός Ελληνισμός μας κατέλειπε μέτρα αρχοντιάς, αριστοκρατίας του ήθους- τα ψηλαφούμε τα μέτρα ακόμη και σε μόνη την αυτοκυριαρχημένη ευγένεια των ποντιακών χορών. Τελώντας ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας, αυτή την αρχοντιά θέλουμε να σώζουμε ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Αρκετά πια γευθήκαμε την πίκρα και την ταπείνωση μιας ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής που προκλητικά παραθεωρεί την αξιοπρέπεια του ελληνικού ονόματος και τις βιωματικές ιστορικές μας μνήμες. Βδελυσσόμαστε τους εθνικιστικούς φανατισμούς, τη μισαλλοδοξία, είμαστε έτοιμοι (και μάλιστα με αφελέστατες συχνά υπερβολές) να συγχωρέσουμε τους αυτουργούς της γενοκτονίας, να συνυπάρξουμε με τον γείτονα λαό ειρηνικά. Αλλά είναι ανυπόφορη οδύνη αυτή η ευγένεια του λαϊκού αισθήματος να μεταφράζεται από τις πολιτικές ηγεσίες σε εξωτερική πολιτική αναξιοπρέπειας και ραγιαδισμού.
Δήλωσε μόλις προ ημερών ο πρωθυπουργός της γείτονος χώρας ότι η ανέγερση στην Ελλάδα μνημείου για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου προσκρούει στην ευαισθησία του τουρκικού λαού. Και, για άλλη μία φορά, δεν ακούσαμε από ελληνικά χείλη ούτε μία λέξη νηφάλιας και ευγενικής, αλλά με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, απάντησης. Σε μέρα όπως η σημερινή μνήμης και οδύνης για το φρικιαστικό ολοκαύτωμα, την εξόντωση 353.000 Ελλήνων του Πόντου και τον Ξεριζωμό από την πατρώα γη άλλων 500.000 καταδικασμένων στην εξαθλίωση της προσφυγιάς, το νόημα αυτής εδώ της σύναξης δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μία ρεαλιστική πολιτική δέσμευση. Ότι θα αποδοκιμάζουμε πάντοτε με την ψήφο μας κάθε πολιτική ηγεσία, οποιασδήποτε επίπλαστης ή πραγματικής ιδεολογικής απόχρωσης, που επιδεικτικά παραγνωρίζει την ευαισθησία του λαού μας για τη Γενοκτονία του ποντιακού και του μικρασιατικού Ελληνισμού.
Δεν είναι νοητό να ανεχόμαστε μία εξωτερική πολιτική που ή χορεύει ζεϊμπέκικο ή κουμπαριάζει με την αμετανόητη και θρασύτατη στις απαιτήσεις της ηγεσία ενός λαού που μόνο καυχάται για τα φρικώδη εγκλήματα των πατέρων του. Σχέσεις καλής γειτονίας, ναι, φιλία και συνεργασία όπου είναι εφικτή, επίσης. Αλλά, επιτέλους, στη σοβαρή αυστηρότητα και στα αγέλαστα πρόσωπα των ηγετών της γείτονος ας πάψουν οι Έλληνες πολιτικοί να αντιπροσφέρουν πληθωρικές εγκαρδιότητες, χασκογελάκια και φιλοφροσύνες της ανάγκης του ραγιά να είναι αρεστός στον αφέντη. Πιθανόν να είναι η Υπερδύναμη που επιτάσσει την άνευ όρων και χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα υπερψήφιση της εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενός ασιατικού λαού εφιαλτικής υπανάπτυξης. Αλλά είναι και αποδεδειγμένο στη διεθνή πρακτική ότι ένα κράτος που μόνο υποτάσσεται στις επιταγές των ισχυρών χωρίς σθένος και ραχοκοκαλιά ιστορικής και πολιτιστικής αυτοσυνειδησίας απωθείται στο περιθώριο των διεθνών σχέσεων, περιφρονημένο από  όλους και ανυπόληπτο.
Από τη μία μεριά καθημερινές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και της θαλάσσιας ελληνικής επικράτειας, ωμές προκλήσεις στη Θράκη και στις βραχονησίδες του Αιγαίου, αλυσιδωτή συνέχεια των εγκλημάτων εθνοκάθαρσης από τον Πόντο στη Μικρασία, και μετά στην Ίμβρο, στην Τένεδο, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βόρεια Κύπρο. Και από την άλλη μεριά η ελληνική κοινωνία να ζει, χρόνια τώρα, την απροκάλυπτη ιδεολογική τρομοκρατία που της ασκεί μια συντεχνιακή διανόηση δήθεν «Αριστεράς και δήθεν «προόδου», στο όνομα ενός εκσυγχρονιστικού  τάχα διεθνισμού.
Κατάλοιπο αντανακλαστικών του κάποτε μαρξιστικού διεθνισμού, ο εκσυγχρονισμός σήμερα διεθνισμός χλευάζει σαν σκοταδισμό και αναχρονισμό κάθε αίσθηση πατρίδας, κάθε αναφορά σε παράδοση και πολιτισμό των Ελλήνων. Ερμηνεύει την τουρκική επιθετικότητα σαν περίπου αυτονόητη αντίδραση στον ελληνικό, όπως λένε, εθνικισμό, στην ψυχοπαθολογική φοβία των Ελλήνων και στο φάντασμα της καχυποψίας μας- τον «εξ Ανατολών κίνδυνο», φάντασμα που το γεννάει, λένε, ο πολεμοκάπηλος εθνοκεντρισμός μας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας όσοι τολμούν να ψελλίσουν οδύνη για τον μεθοδικό πνιγμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, τη συνεχιζόμενη δηλαδή εθνοκάθαρση, ή για τον συστηματικό αφανισμό των μνημείων ελληνικής συνέχειας στην κατεχόμενη Κύπρο, όσοι προβάλλουν αντίρρηση για την ανεξέλεγκτη δράση και τις ωμές προκλήσεις του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή ή για την ψηφοθηρική εκμετάλλευση της εκεί μουσουλμανικής μειονότητας από κομματάρχες και πολιτευτές, διασύρονται στα πρωτοσέλιδα των  «προοδευτικών» εφημερίδων σαν «ελληναράδες», εθνοκάπηλοι, ρατσιστές.
Τελώντας αυτή την ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου δίνουμε νόημα στην εθιμική τελετή μόνον αν θελήσουμε να λειτουργήσει ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Ως απαίτηση να σεβαστεί η επαγγελματική πολιτική τις ευαισθησίες της ελληνικής κοινωνίας. Να πάψουμε να ντρεπόμαστε οι Έλληνες για την άχρωμη, άοσμη και άγευστη από Ιστορία και πολιτισμό εξωτερική μας  πολιτική. Όχι μόνο οι ενέργειες, αλλά και ο λόγος ο πολιτικός να απηχεί τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Να εργασθεί με σοβαρότητα το Ελληνικό Κοινοβούλιο ώστε να πληθύνει ο αριθμός των χωρών που θα αναγνωρίσουν με επίσημες πράξεις τη γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού. Να είναι η Γενοκτονία, ο αφανισμός της εξωελλαδικής οικουμενικής ελληνικότητας, άξονας σύνεσης αλλά και τόλμης της εξωτερικής πολιτικής.
Δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι. Στη σημερινή μέρα, κατά συμβολική σύμπτωση, ο ρυθμός της Ελλάδας, καθορισμένος στανικά από τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια συντονίζεται μόνο με την καφρική ευτέλεια του αυριανού διαγωνισμού της Eurovision. Και εμείς εδώ επιμένουμε να τελούμε μνημόσυνο της  χαμένης αρχοντιάς και ευγένειας των Ελλήνων του Πόντου.
Μοναδική μας ελπίδα ο λόγος του Μακρυγιάννη:
«Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούν. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά». 
Γι'  αυτή τη μαγιά η αποψινή τελετή μας.
Πηγή: http://www.pontos-genoktonia.gr/textsDetails.php?textsid=16

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Νέος Τοποτηρητής στην Ιερά Μητρόπολη Ρασκοπριζρένης Κοσσόβου και Μετοχίων

Η Αγία Αρχιερατικη Σύνοδος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την συνεδρία της 20ης Μαίου απεδέχθη την αίτηση του εφησυχάζοντος Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης κ.Αθανασίου να απαλλαγεί των καθηκόντων του Τοποτηρητή της Ιεράς Μητρόπολης Ρασκοπριζρένης-Κοσσόβου και Μετοχίων.

Ο Μακαριώτατος κ.κ.Ειρηναίος και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου ευχαρίστησαν τον Σεβασμιώτατο κ.Αθανάσιο για το ποιμαντικό του εργο και τον μόχθο τον οποίο κατέβαλε κατά την διάρκεια των προηγουμένων τεσσάρων μηνών στην ως ανω Μητρόπολη.

Η Αγία Αρχιερατική Σύνοδος κατά την προαναφερθείσα συνεδρία τοποθέτησε ως νέο Τοποτηρητή της Ιεράς Μητρόπολης Ρασκοπριζρένης – Κοσσόβου και Μετοχίων τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας κ.κ.Αμφιλόχιο Ράντοβιτς.

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Ο άνθρωπος και ο χωροχρόνος

Αθανασίου Γιέβτιτς
Μακαριώτατε, άγιε Αλβανίας, πατέρες και αδελφοί και αγα πητά παιδιά! Πρώτα ευχαριστώ τον θεό και τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλον για την πρόσκληση. Αποδέχτηκα την πρόσκληση με χαρά και από την θέση αυτή εκφράζω αγάπη και ευγνωμοσύνη για την πνευμα τική και υλική βοήθεια των αδελφών Ελλήνων. Αλλά το ότι ορί στηκα να μιλήσω, «ευθύνονται» ο πατήρ Νικόλαος και ο κύριος Μάνος Σαρρής. Που να μιλήσω όμως εγώ, και μάλιστα μπροστά σε έναν τόσο επιστημονικό κόσμο, άνθρωπος «ακούων λόγια Θεού», την δε «επιστήμην παρά Υψίστου ουκ επισταμένος»; Γι΄ αυτό, θα πω μόνο λίγες σκέψεις, και αν επιτρέπεται, και λίγες εμπειρίες στο θέμα «Ο άνθρωπος και ο χωρόχρονος».

 Έρχομαι από το Άγιον Όρος οπού πήγα να προσκυνήσω, γιατί αγαπώ το Άγιον Όρος, αλλά και γιατί έχω ένα πρόβλημα υγείας. Εκεί, κάθε μοναστήρι, κάθε σκήτη, κάθε κελλί, είναι ολόκληρος γα λαξίας με τον χώρο του και τον χρόνο του. Αλλά, πάλι, όλοι μοιά ζουν, είναι κάπως ενοποιημένοι σαν το Σύμπαν μας. Στο Άγιον Όρος ζεις τον χώρο και τον χρόνο άμεσα, ενώ, ταυτόχρονα, λες και εκεί υπερβαίνεται και ο χώρος και ο χρόνος. Διότι ο άνθρωπος ως ύπαρξη είναι μέσα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά την ίδια στιγμή ως πρό σωπον κατ' εικόνα Θεού τείνει να υπερβεί τον χωρόχρονο.
 Πράγματι, ο άνθρωπος από την αρχή της ιστορίας του ασχολή θηκε με τον χώρο του και τον χρόνο του, και προσπάθησε να οργα νώσει τον χώρο του και τον χρόνο του. Και, όπως ξέρουμε, λίγο πολύ όλοι οι άνθρωποι στην ιστορία και όλοι οι λαοί, ψάχνοντας το νόημα του χώρου και του χρόνου, τόσο για τον εαυτό τους όσο και για την ανθρώπινη κοινωνία, στενότερη ή ευρύτερη, κατέληγαν στον λα τρευτικό χώρο και στον λατρευτικό χρόνο, στον ναό και στα τελού μενα σ' αυτόν. Γι΄ αυτό, σε κάθε σπίτι υπήρχε ορισμένος τόπος για την οικογενειακή λατρεία (π.χ. εστία) και σε κάθε πόλη τόποι κοινής λατρείας (π.χ. βωμοί, ιερά, ναοί). Αυτή ήταν η αναζήτηση των ανθρώ πων, ήταν η νοσταλγία και η δίψα τους, για να προσεγγίσουν το θείον, όπως είπε ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο (Πράξ. 17).
 Κι εμείς οι χριστιανοί πιστεύουμε και το μαρτυρούμε και ομολογούμε ό 'τι στην Εκκλησία ο χώρος και ο χρόνος βρήκαν το νόημα τους. Στην Εκκλησία, ο χωρόχρονος μας είναι ένα πρόσωπο. Είναι ο Χριστός ως Θεάνθρωπος, ο Χριστός εν τη Εκκλησία και ως Εκκλησία.
 Οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν πολύ με τον τόπο, τον χώρο, ενώ οι Εβραίοι ασχολήθηκαν περισσότερο με τον χρόνο. Και στον Χριστιανισμό ενώθηκαν τα δύο αυτά ενδιαφέροντα, διότι και τα δύο είναι δημιουργήματα του Θεού, και επίσης διότι ο Κύριος ως Θεάν θρωπος ήλθε και φανερώθηκε εν τόπω και χρόνω. Και έτσι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την εμπειρία της δίνει την μαρτυρία ότι και ο χώρος και ο χρόνος είναι για τον άνθρωπο όχι απλώς αναγκαίες φυ σικές προϋποθέσεις υπάρξεως και ζωής, άλλα έχουν το νόημα και το πλήρωμα τους στον Χριστό, ο οποίος ως ο δημιουργός Θεός όλου του κόσμου μπήκε στον χώρο και στον χρόνο. Ο Χριστός με την Ενσάρκωση και Ενανθρώπηση Του εισήλθε και εχωρήθη στον χωρόχρονο μας.
 Ήρθε ο Θεός Δημιουργός στον χωρόχρονο, σ' αυτό το ωραίο Σύμπαν ή τα Σύμπαντα, πού ο Ίδιος εδημιούργησε. Το μνημονεύουμε κάθε βράδυ στον 103ο Ψαλμό του Εσπερινού: «ανοίξαντός Σου την χείρα, τα Σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος...». Ο πατήρ Ιουστίνος (Ρopovic) είχε την συνήθεια να λέει «οι κόσμοι του Θεού» σε πληθυντικό, άλλα υπάρχει και η βιβλική και εκκλησιαστική έκφραση, οι αιώνες: «και εις τους αιώνας των αιώνων» σε πληθυντικό, πού φανερώνουν πολλούς κόσμους και αιώνες του Θεού. Όλους αυτούς εδημιούργησε ο Θεός δια του Λόγου και Υιου Του (Έβρ. 1, 2) ο οποίος, ως Δημιουργός Θεός, ήλθε και «ενεχωροχρονήθη». Και, από τότε, είναι μεγάλη η χαρά μας, χαρά να ζούμε το λογικό του κόσμου, το έλλογο του κόσμου, όπως πολλές φορές ανέφερε και διαπίστωσε ο Αϊνστάιν, αλλά ακόμη πιο μεγάλη χαρά είναι για μας ό 'τι στον κό σμο και στον χρόνο μας ήλθε και εσαρκώθη ο Θεός Λόγος και σταυρώθηκε και αναστήθηκε.
 Λοιπόν, πίσω από αυτό το έλλογο του κόσμου, την λογικότητά του, βρίσκεται ο προσωπικός Λόγος του Θεού, ο Θεός ως πρόσωπο. Ο άνθρωπος ως πρόσωπο είναι κατ' εικόνα του Λόγου του Θεού, του Χριστου. Ο άνθρωπος υπάρχει και ζει μέσα στον χώρο και στον χρόνο και είναι υπαρκτικά συνδεδεμένος με τον χωρόχρονο. Έχει, όμως, ο άνθρωπος και τον εσωτερικό χρόνο να παλεύει, και εκτός και εντός του, μια ουσιαστική πάλη· αγωνίζεται έναν χωροχρονικό αγώνα. Η ζωή είναι μια πάλη, ένας αγώνας, μια άσκηση με την πρωταρχική έννοια του ορού (πού εμείς οι Σλάβοι το λέμε «podvig», δηλαδή μια προσπάθεια και αγώνας για να προχωρούμε πιο πέρα και πιο πάνω). Πολύ ωραία ο πατήρ Φλορόφσκυ περιέγραψε αυτήν την άσκηση-ροάνΐ§ ως ενέργεια αθλητική, ψυχοσωματική και, κυρίως, θεληματική και ελεύθερη, ως πρόοδο προς τα εμπρός, αλλά και προς τα επάνω, δηλαδή αύξηση του ανθρώπου ('Εφ. 7, 15' Κολ. 2, 19). Και η επιστήμη, κατ' εμέ, είναι μια άσκηση, ένα «podvig», ένας αγώνας για να γεμίσει ο άνθρωπος τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, να παλέψει με τον χώρο και τον χρόνο και μέσα του και γύρω του, να τον γνωρίσει, να τον δαμάσει, να τον γεμίσει με νόημα, αλλά και αγώνας να μην είναι δέσμιος του χώρου και του χρόνου. Είναι παράδοξο, αλλά και ο χώρος και ο χρόνος στον όποιο μας έχει θέσει και δέσει ο Θεός είναι περιορισμοί και τρόπον τινά δεσμά. Τώρα, δεν ξέρουμε ακριβώς πώς ήταν στην αρχή του κόσμου, προτού να μας δέσει η αναγκαιότητα της φύσεως του χωροχρόνου και να το εκμεταλλευτεί ο διάβολος στον υλικό χωρόχρονο, όπως θα έλεγε ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Δηλαδή, ο διάβολος να χρησιμοποιεί την φύση, τον χώρο και τον χρόνο και μέσω αυτών να μας πολεμάει με τα πάθη και τις αμαρτίες, «πολέμους συμπλέκων μέσω αυτών», όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος (Ερμηνεία στον 59ο Ψαλμό).
 Είναι γεγονός ότι, αν και είμαστε δέσμιοι του χώρου και του χρό νου, την ίδια στιγμή, ο χώρος και ο χρόνος είναι συνθήκες ζωής, χώροι ζωής δοσμένοι από τον Θεό. Ο χώρος και ο χρόνος είναι το ενιαίο υπαρκτικό και γνωστικό context μας, το όποιο προσπαθούμε να υπερβούμε υπαρξιακά και γνωσιολογικά. Είναι χαρακτηριστικό ό'τι η αποκάλυψις του Θεού μιλάει ταυτόχρονα για την κτίση και του χώρου και του χρόνου. Αυτό πού ο Αϊνστάιν διετύπωσε με την θεω ρία της σχετικότητας είναι ήδη διατυπωμένο από τον Άγιο Βασί λειο. Στην ερμηνεία του στην Εξαήμερο, ο Άγιος Βασίλειος σημει ώνει με σαφήνεια ότι μαζί με τον κόσμο, δηλαδή με τον χώρο, με την ύλη, δημιουργήθηκε και ο χρόνος. (Και αυτό είναι η έμφυτη κίνησις στην κτίση, στην δημιουργία, κατά τον Άγιο Μάξιμο.)
 Ο άνθρωπος είναι ύπαρξη ενιαία, ψυχοσωματικός οργανισμός προι­κισμένος να οργανώνει τον χωρόχρονο, αλλά και να οργώνει μέσα του την γη της υπάρξεως του, πού βρίσκεται στη διάθεση του, δηλαδή να καλλιεργεί την ύπαρξη και έτσι να τρώει το ψωμί του. Την εντολή του Θεού στον άνθρωπο να εργάζεται την γη «εν ιδρώτι του προσώ που του», ο Άγιος Μάξιμος την ερμηνεύει ως εργασία κάτω από τον ζυγό του χώρου και του χρόνου, και έτσι να τρώει τον άρτο της θεο λογίας (= της θεογνωσίας). Είναι ζυγός ο χωρόχρονος και θέλει ο άνθρωπος να ξεφύγει από αυτόν, αλλά και αγαπάει και αγκαλιάζει και τον χώρο και τον χρόνο, ενώ θέλει και να τον υπερβεί. Και τον υπερβαίνει ακόμη και σε αυτή τη ζωή, ιδίως όταν βρεθεί σε ακραίες, οριακές καταστάσεις, σε με γάλη θλίψη, σε μεγάλο πόνο, σε μεγάλη χαρά, σε κάποια έξαρση, διότι έχει κάποια έμφυτη τάση να βγει από τα «δεσμά» αυτά. Αυτό δείχνει ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για κάτι μεγαλύτερο από τον κόσμο του χωροχρόνου.
 Οι άγιοι της Εκκλησίας μας μαρτυρούν ότι, όταν ο άνθρωπος συναντιέται με τον Θεό, όταν ενώνεται με τον Θεό, όταν γεύεται την χάρη του Θεού, παρουσία θείας δυνάμεως, «πνευματικής ισχύος» πού λέει ο Άγιος Μάξιμος —πνευματικής δύναμης του Αγίου Πνεύμα τος—, όταν μεταγγίζεται με κάτι θείον, με κάτι παραπάνω από ό,τι είναι απλώς σύνοψη των δικών του ψυχοφυσικών δυνάμεων, τότε νιώθει ό 'τι ο Ζων Θεός είναι και εντός και πέραν του χωροχρόνου. Νιώθει, επίσης, ότι δεν κατάγεται ούτε παράγεται από τον χώρο και το χρόνο, δηλαδή δεν μπορεί να προέλθει ένας άνθρωπος ακόμη κι αν συνοψίσει κανείς όλη την φύση ή όλο το Σύμπαν, όλο τον χωρόχρονο· από αυτά και μόνον δεν βγαίνει ο άνθρωπος ως πρόσωπον. Ούτε μπορείς να πει κανείς ότι από μια ενδοκοσμική εξίσωση προκύπτει ο άνθρωπος και ο χώρος και ο χρόνος του.
 Δεν ξέρω πώς και που θα προχωρήσουν οι επιστήμες και τι θα βγάλουν ακόμη, αλλά η πείρα μου ως ανθρώπου και η πείρα των ανθρώπων μέχρι τώρα είναι ότι δεν προέρχεται ο άνθρωπος από την Φύση και μόνον. Βλασταίνει και από την φύση των ζώντων γονέων, αλλά και από άλλου, όχι άσχετα προς την φύση, διότι είναι συνδεδε μένος και σαρκωμένος στον χώρο και στον χρόνο με την όλη κτίση που είναι σάρκα μας, είναι ζωή μας. Είναι το είναι μας, η ύπαρξη μας, χρονική και χωρική. Όμως ο άνθρωπος είναι σαν βέλος («βέ λος πόθου και αγάπης», λένε οι Πατέρες), πού θέλει να ξεφύγει, να υπερβεί τον χωρόχρονο, για να φτάσει πέραν και υπεράνω. Αυτή η θεόσδοτη τάση, ο δυναμισμός να υπερβαίνουμε τη φύση και να μην μένουμε δέσμιοι δικοί της, είναι η εικόνα του Θεού μέσα μας. Όχι βέβαια να απαλλαγούμε από τη φύση, από τον χώρο και τον χρόνο, αλλά, χωρίς να εγκλωβιστούμε σ' αυτά, να τα ανυψώσουμε, και να τα μεταμορφώσουμε, και να τα σώσουμε. Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι και η φύση μου και η ψυχή μου και το σώμα μου περι μένουν να τα λυτρώσω εγώ κι όχι να με λυτρώσουν αυτά.
 Μια φορά, ως νέος μοναχός, νέος ιεροδιάκονος, ξύπνησα το πρωί έχοντας μια πολύ μεγάλη, μια έντονη αίσθηση, ένα δυνατό βίωμα. Αισθανόμουν ότι βρίσκομαι στα Σύμπαντα και είμαι ορφανός! Τα Σύμπαντα, όλοι οι γαλαξίες, δεν μου προσέφεραν τίποτα. Η ψυχή μου για κάτι άλλο διψούσε. Δεν ήμουν απογοητευμένος, αλλά υπερξυπνημένος, σαν αναστατωμένος, κι αναρωτιόμουν: πού βρίσκομαι και γιατί είμαι εδώ; Είναι όλα ευλογημένα, όπως είναι ευλογημένα όταν τυχαίνει να μου δώσει την χάρη ο Θεός να αγγίξω κάτι άλλο και να γευθώ, πώς να το περιγράψω, ας πούμε μια εμπειρία της χά ριτος, ένα κομμάτι του ελέους του Θεού για τις αμαρτίες μου μια θεία ευσπλαχνία να γευθώ και να ζήσω την ζωντανή εμπειρία ότι όλος ο χώρος με χωράει και δεν με χωράει· ότι όλος ο χρόνος με χω ράει και δεν με χωράει. Και όλα γύρω μου είναι ευλογημένα, αλλά εγώ δεν είμαι γι' αυτά, είμαι για παραπέρα. Δεν είμαι ούτε γι' αυτά ούτε για κάτι άλλο, είμαι για κάποιον Άλλον. Και χάριν Αυτού του Ποθούμενου, καίτοι ακόμη Αγνώστου, θέλω και όλα τα γύρω μου να τα συνεπάρω κι αυτά, μαζί μου. Είναι μια άλλη γεύση, είναι μικρή, αλλά αληθινή πείρα κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Και δεν είναι έπαρση, αλλά βίωμα εν μετάνοια, ταπεινώσει και χαρμολύπη.
 Η πτώση μας, του Αδάμ και του καθενός μας, ήταν ότι χάσαμε αυτήν την πείρα, την γεύση, την κοινωνία με τον Θεό, και τότε άρχισε ο θάνατος. Και ο χώρος και ο χρόνος γίνανε τόποι και περιβάλλον του θανάτου και της φθοράς, επειδή χάσαμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει ότι με την πτώση άρχισε η αποδιοργάνωση του είναι μας, της ζωής μας, της περιουσίας μας (όπως λέγει το Ευαγγέλιο· Λουκ. 15). Χάσαμε τότε την χάρη του Αγίου Πνεύματος, πού ήταν ο συντονιστής στην δο σμένη από τον Θεό ψυχοσωματική φύση μας, συντονιστής και ζων τανή σύνδεση, κάτι σαν την ασβεστολάσπη όταν κτίζουμε σπίτι με πέτρες, τούβλα, κ.λπ. Το Άγιο Πνεύμα είναι η συνεκτική χάρη του Θεού πού ενώνει και συντονίζει τα πάντα. Είναι όπως η αγάπη σε ένα σπίτι. Όταν στην οικογένεια έχουμε αγάπη, όλα πάνε καλά· όταν όμως λείπει η αγάπη, τότε το σπίτι αρχίζει να φθείρεται, να διαλύεται και να πεθαίνει. Τζάμπα, αν όλοι είμαστε καλοί, και «δεν πατάει ο ένας στη σκιά του άλλου». Αν δεν έχουμε αγάπη μεταξύ μας, ζούμε ήδη την φθορά, ζούμε την αρχή της κολάσεως. Και το κενό μέσα μας και μέσα στις σχέσεις μας, κενό πού προκαλεί η απουσία της αγάπης, συχνά προσπαθούμε να το καλύψουμε με κάποια δραστηριότητα. Και όλοι μας εσωτερικά είμαστε όπως περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι (στους Δαιμονισμένους, στο κεφάλαιο «Στον Τύχωνα», και επίσης στον Έφηβο): όταν οι άνθρωποι απεφάσισαν ότι «δεν υπάρχει ο Θεός», τότε προσπάθησαν να καλύψουν μέσα τους την έλλειψη Του με πληθωρική υπερδραστηριότητα. Και όταν φανερώθηκε ο Χριστός, στην Δευτέρα Παρουσία, τότε όλοι κατάλαβαν αμέσως ότι Αυτός ήταν πού τους είχε λείψει, και κλάψανε λέγοντας: «Μας έλειπες όλον τον καιρό, και πήγαμε να καλύψουμε το κενό με τον αλτρουισμό μας, με την δραστηριότητα μας, με την εξωστρέφεια μας, με κάθε είδους ουμανισμό...».
 Αλλά όλα αλλάζουν όταν έλθει η χάρις του Θεού· σε οποία κατά σταση κι αν είμαστε, ενάρετοι ή αμαρτωλοί, ο Θεός δεν κοιτάζει ούτε μετράει· όχι πού δεν έχει σημασία, αλίμονο, αλλά να πού δεν τα με τράει ο Θεός έτσι. Διότι δεν είναι δικαιοκρίτης για να τα «ζυγίζει», διότι τότε θα είναι αντικειμενικός, σαν αυτό πού έλεγε ο πατήρ Γεώργιος: «λογικότητα αντικειμενική». Τι να την κάνω, όμως, μια αντικειμενικότητα, ακόμη και «λογικότητα», ακόμη και απόλυτη ευτυχία, χωρίς το πρόσωπο του Θεού· τι να την κάνω μια «αγάπη του σύμπαντος», πού δεν έχει έναν αγαπώμενο, μια ζωή πού δεν έχει ένα ζωντανό πρόσωπο; Ως άνθρωπος δεν μπορώ να ζήσω απρόσωπα, διότι αυτό με απανθρωπίζει. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο χρόνος και ο χώρος, όταν τους ζούμε απρόσωπα, μπορεί να μας απανθρωπίζουν. Ενώ μπορεί να μας εξανθρωπίζουν μέσα από την προ σωπική σχέση με τον θεό και με τους άλλους. Εδώ είναι η μεγάλη σημασία του Χριστου, ο ρόλος του Χριστου πού, με την Σάρκωση και την Ενανθρώπηση Του, ενεχρονίσθη και ενεχωρήθη. Έγινε ο Ίδιος ο χρόνος και ο χώρος μας, χώρα ζώντων, όπως λέει ο Ψαλ μωδός και μαρτυρεί η Μονή της Χώρας. Σαρκώθηκε, και με την σάρκα Του ήλθε σε όλες τις καταστάσεις μας, στον χώρο και στον χρόνο μας, και δίνεται σε μας στην Εκκλησία, στην θεία Λειτουρ γία, στον χωρόχρονο μας ως θεία Κοινωνία, ως πρόγευση, ως αρρα βώνας, ως μετοχή και μέθεξη. Αλλά εκείνο πού κάνει τον Χριστό να είναι για μας ο καινούργιος θεανθρώπινος χωρόχρονος, είναι το Άγιο Πνεύμα, ακριβώς η χάρις Του. Το Άγιο Πνεύμα δεν έρχεται ερήμην εμού, έρχεται με την ελεύθερη συγκατάβαση μου, με την άσκηση (podvig) της αγάπης μου. Συμμετέχω με τη θέληση μου στην έλευση Του. Λέει η θεωρία του Χάους: κινουμένου ενός σημείου, κινούνται όλες οι σταθερές· κινούμενης της θελήσεως μου, της ελευθερίας μου, κινείται και αλλάζει όλη η σχέση μου με τον γύρω μου κόσμο και κυρίως με τον θεό. Ή, μάλλον, από την σχέση με τον Θεό ρυθμί­ζονται οι υπόλοιπες σχέσεις. Άρα, υπάρχει μέσα στον άνθρωπο δοσμένο ως τάλαντο, ως δυνατότητα, ως εν δυνάμει, ως capacity, ως επιτηδειότητα, το να επικοινωνώ, το να ζω με τον Θεό.
 Η ζωή είναι κοινωνία, δεν είναι απλώς μια βιολογική εξίσωση. Όλα τα στοιχεία έχουν την θέση τους, χρειάζεται όμως ακόμη κάτι· αυτό το κάτι είναι ο Θεός, «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Ο Θεός μας δεν έχει γίνει γυμνός Θεός. Έχει γίνει ένσαρκος Θεός, πού σημαίνει ένχωρος και ένχρονος Θεός. Σαρκούται ο Λόγος, λέει ο Άγιος Μάξιμος, και, εξαιτίας της σαρκώσεως Του, οι λόγοι των όντων πού σαρκώνονται μέσα στον Όντα, γίνονται δικοί Του λόγοι, γίνονται ενέργειες ουσιοποιές, ζωοποιές, και στη συνέχεια, με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, σοφοποιές και θεοποιές. Αλλά και οι ενέργειες αυτές, δεν τον αντικαθιστούν ως πρόσωπον. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς με τον ησυχασμό, με την θεολογία του για τις ενέργειες του Θεού, δεν έχει ξεχάσει το πρόσωπο του Θεού, το πρόσωπο του Χριστού. Ξεκινώντας από την θεολογία του Αγίου Γρηγορίου, μερικοί νεώτεροι έκαναν τον Θεό έναν «Θεό των ενεργειών» και μόνον, και ξέχασαν το συγκεκριμένο Πρόσωπο. Ο Παλαμάς δεν το ξέχασε· ξεχνάμε εμείς, όταν πάμε με τις ενέργειες να αποκτή σουμε τον Ενεργούντα, με την θέληση τον Θέλοντα, ακόμη δε και με την αγάπη τον Αγαπώντα.
 Με τον Χριστό, ο χώρος και ο χρόνος σαν να ελίσσονται, δεν καταργούνται· θα έλεγα ότι απλώς αίρονται ή, καλύτερα, αλλάσσουν, μεταμορφώνονται. Όπως λέγει ο Προφήτης Ψαλμωδός: «κατ' αρχάς συ, Κύριε, την γήν εθεμελίωσας, και έργα των χειρών σου εισιν οι ουρανοί· αυτοί απολούνται, συ δε διαμένεις, και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς και αλλαγήσονται» (Ψαλμ. 101, 26-27). (Είναι αυτό πού πολύ ωραία παριστάνεται στην τοιχογραφία εκείνη, όπου ο Άγγελος ελίσσει το Σύμπαν.) Υπάρχουν καταγεγραμμένες εμπειρίες αγίων —όπως του Αποστόλου Παύλου, του Αγίου Βενεδίκτου, του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακας, ο οποίος την περιγράφει χωρίς να λέει ότι συνέβη στον ίδιο, του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου— οι οποίοι πολύ συνε σταλμένα και συνοπτικά περιγράφουν ότι, όταν τους εμφανίζεται δ Θεός, όταν έχουν ζήσει την παρουσία του Θεού, όταν έχουν ζωντανή συνάντηση με τον Χριστό, δεν υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος με ταξύ αυτών και του Θεού. «Είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε έκτος του σώματος ουκ οιδα», και επίσης: «είτε εν χρόνω είτε εν χωρώ ουκ οιδα» (πρβλ. Β' Κορ. 12, 2). Η σχέση και η κοινωνία μεταξύ ζώντος Θεού και ζώντος ανθρώπου είναι άμεση, δεν μεσολαβεί ο χώρος και ο χρόνος, πράγμα πού σημαίνει ότι δεν έχει δημιουργηθεί ο άνθρω πος για τον χώρο και τον χρόνο. Αυτά, ως διαστάσεις και σκέψεις, είναι μάλλον μέσα του, για να μπορέσει να μπει και ο χώρος και ο χρόνος δια του ανθρώπου και με τον άνθρωπο στην αιωνιότητα. Εμείς, ως ζωντανά πρόσωπα και εικόνες του Θεού, καλούμεθα να υπερβούμε και τον χώρο και τον χρόνο, ώστε να μεταμορφωθούν, να θεωθούν μέσα μας εν Χριστώ. Αυτό σημαίνει ότι στην Ανάσταση του Χριστού, και στην δική μας κοινή ανάσταση, θα αναστηθούν και ο χώρος και ο χρόνος ως «ουρανός καινός και γη καινή» (Άποκ. 21, 1). Διότι, κατά τους αγίους, «καινοτομούνται αι φύσεις», όταν «ο θεός άνθρωπος γίνεται» και «ο άνθρωπος θεός κατά χάριν». Και αυτό είναι η εν Χριστώ ανάστασις των πάντων και η θέωσις (πρβλ. Άγιο Μάξιμο: «η δε θέωσις εστί, καθ' υπογραφής Λόγον πάντων των χρόνων και των αιώνων και των εν χρόνω και αιώνι, περιοχή και πέρας», ΡΟ 90, 13, 12). Και, όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, στην εσχατολογική Πεντηκοστή, η οποία είναι πλήρωμα και τέλος, δηλαδή τελείωσις των πάντων, άρα και του χρόνου και του χώρου, όλα αυτά, ως φυσικοί περιορισμοί, θα παρέλθουν και ο άνθρωπος θα απελευθερωθεί από αυτά τα δεσμά και, εν Χριστώ αναστάντι και εν Αγίω Πνεύματι, θα τα έχει υπερβεί με την «αεικίνητο στάση» και την «στάσιμο αεικινησία». «Πεντηκοστή εστί ως απαρχή και τέλος των όντων και Λόγος ω τα πάντα φύσει ανέστηκεν... Μυστήριον Πεντηκοστής, η προς τον Λόγον κατά της θείας πρόνοιας επί(π)νοιαν της φύσεως ένωσις, καθ' ην ουδεμία το παράπαν εστί χρόνου και γενέσεως έμφασις» (Άγιος Μάξιμος, ΡΟ 90, 1368-9).
 Η στάση φανερώνει χώρο: «στο χώρο στέκομαι ή κινούμαι». Στο χωρίο αυτό, φανερώνει χρόνο. Η αποφατική έκφραση του Αγίου Μάξιμου, μάλιστα δε η διπλή αποφατική έκφραση, δείχνει ό'τι η ζώσα εμπειρία του Ζώντος Θεού κάνει τον άνθρωπο, με την χάρη του Θεού, όχι μόνο να μην δεσμεύεται πια από τον χώρο και τον χρόνο, αλλά και αυτά να σώζονται εν Χριστώ δια του ανθρώπου.
 Ο διάβολος, το κακό, η αμαρτία, ο θάνατος με την συμμετοχή της ανθρωπινής θελήσεως, μας εγκλωβίζουν στον χώρο και τον χρόνο. Και μη νομίζουμε ότι ο κόσμος αυτός, όπως είναι τώρα, δεν φέρει τις επιπτώσεις της πτώσεως του ανθρώπου. Η πείρα, π.χ., του Απο στόλου Παύλου στο Η' κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους και του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου δείχνει ότι ο κόσμος θα ήταν αλλιώτι κος, αν ο Θεός δεν επέτρεπε να πέσουν επάνω του όλες οι συνέπειες της πτώσεως του ανθρώπου, ο οποίος χάλασε τις σχέσεις του με τον Θεό. Αλλά ο Θεός υπέταξε και την κτίση στην φθορά (Ρωμ. 8, 20-22) και βλέπουμε όλη την ώρα την φθορά, και στη φύση και σε μας. Νομίζω, οι γιατροί το ξέρουν, ότι από την γέννηση ήδη αρχίζει η φθορά μέσα μας. Αλλά ταυτόχρονα περιμένουμε να επανασυνδεθούμε με τον Θεό, και ο Θεός περιμένει να αναδειχθούν οι υιοί του Θεού (Ρωμ. 8, 19), για να πάρουν και όλα τα δημιουργήματα ζωή, γιατί και αυτά είναι δημιουργημένα για την ζωή και την αφθαρσία.
 Έτσι, ρεαλιστικά, τοποθετούμαι ως Ορθόδοξος χριστιανός, ως άνθρωπος, ως επίσκοπος: Να ζω στον χρόνο και στον χώρο, υπα κούοντας στο θέλημα του Θεού, αλλά και χωρίς να παραδέχομαι τον χώρο και τον χρόνο ως την τελική πατρίδα μου, ως τον οίκο μου. Είμαι στον οίκο του Πατέρα μου, αλλά θέλω πρωτίστως τον Πατερα και όχι τον οίκο του και τα πλούτη του μόνον. Ξοδεύω τα υπάρχοντα μου, και έχω δικαίωμα να τα ξοδέψω, αλλά, πολλές φορές, ξο δεύω και τον εαυτό μου και αλλοτριώνομαι (όπως διαβάζουμε στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 15, 12-14' 17-24). Όταν συνέρχομαι, «εις εαυτόν ελθών ο άσωτος υιός» —και ποιος δεν είναι από μας· λίγο πολύ αυτή είναι η ιστορία όλων μας— και είμαι εγώ, τότε βλέπω ότι ο πατέρας ήδη έρχεται να με συναντήσει. Και όχι μόνον αυτό, άλλα και σε εκείνα πού ξόδευα ο Θεός ήταν παρών με τις ενέργειες Του, με τους νόμους Του, με την πρόνοια και αγάπη Του. Έτσι και ο κόσμος, ο χώρος και ο χρόνος, είναι έργο της αγάπης Του, άλλα δεν πρέπει να υποκαταστήσουν αυτά την αγάπη Του. Γι' αυτό φοβάμαι ότι η επιστήμη συχνά ξεχνάει τον άνθρωπο και μεταβαίνοντας στο Σύμπαν, στην μικροφυσική ή την μακροφυσική, μεταβαίνοντας στους νόμους, στην ύλη, στην ενέργεια και δεν ξέρω σε τι ακόμη, τότε ο άνθρωπος αδικείται και εύκολα απανθρωπίζεται.
 Αυτό διαπιστώνω στα έργα του Stephen Hawking. Όταν τα διά βαζα, περισσότερο τον ζούσα ως έναν πονεμένο άνθρωπο —και ο πόνος μαρτυρεί ότι υπάρχουμε— παρά ως έναν επιστήμονα. Είναι πολύ συμπαθητικό πρόσωπο, όχι μόνο πού είναι σακάτης —κι εγώ τώρα μισοσακάτης είμαι και του μοιάζω— αλλά γιατί είναι μια ψυχή διψασμένη. Έχω επίγνωση των λόγων μου. Επειδή αυτός πού αρνιέται τον Θεό κάνει επίσης έναν αγώνα. Μπορώ, μάλιστα, να πω πώς και ο ίδιος αδικείται, και τον Θεό αδικεί. Είναι πάρα πολύ δυνατή η ελευθερία του ανθρώπου· δυνατή και οπλισμένη με δύναμη να αρνείται και τον Θεό. Αλλά, αν το κοιτάξει κανείς από μέσα, τον εαυτό του βασικά ζημιώνει ο άνθρωπος, τον εαυτό του οδηγεί στη σκλαβιά, και είναι η χειρότερη σκλαβιά πού μπορεί να γνωρίσουμε. Με τον Θεό, όμως, απελευθερωνόμαστε, με τον Ζώντα και Αληθινό Θεό, τον Θεό που φανερώθηκε και σαρκώθηκε, πού εισήλθε στην ιστορία, στον χωροχρόνο μας και στην σάρκα και στην ψυχή μας.
 Στον εσωτερικό χώρο και χρόνο του ο άνθρωπος είναι δυνατόν, κι αυτό δεν είναι δική μου επινόηση, να κάνει ινδάλματα και είδωλα, να κάνει θεούς. Σημερινές εμπειρίες, πού μας έρχονται από την Ανατολή, από τις Ινδίες ή από την Αμερική, είναι πάρα πολύ μεγάλες και δυνατές, αλλά είναι και πολύ σατανικές. Και ο σατανάς μπορεί, και όλη την ώρα αυτό κάνει, να αντικαταστήσει μέσα μας τον Ζώντα και Αλη θινό Θεό. Το θέμα είναι ότι ο Θεός δεν επιβάλλεται, διότι δεν είναι ολο κληρωτικός ο Θεός, αλλά είναι ο Θεός της ελευθερίας και της αγάπης. Η Ορθοδοξία ομολογεί και πιστεύει και μιλάει για την «Θεαρχική ασθένεια», πού φάνηκε ήδη στην δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, για να είναι η κτίση και ο άνθρωπος ελεύθερος, ελεύθερη να είναι και η πορεία μας προς Εκείνον, και να μπορεί να υπάρχει πραγμα τικά και να μεγαλώνει, να αυξάνεται μέσα μας η ελευθερία, να ανα­πτύσσεται και να εξελίσσεται η πραγματική εξ ελευθερίας αγάπη. Αλλιώς, ο Θεός θα ήταν ένας τύραννος πού μας κάνει ευτυχισμένους, χωρίς, όμως, εμείς να γινόμαστε μέτοχοι αυτής της ευτυχίας. Γι' αυτό λέει ο Άγιος Μάξιμος —και τελειώνω με αυτό, αν και κανείς μπορεί να πει ακόμη πάρα πολλά— ότι και η γνώση του κόσμου, του χωροχρόνου, χρήζει σταυρού και ταφής, για να γευθούμε μετά και την ανάσταση πού δίνει νόημα και πλήρωμα, για να δούμε και να ζήσουμε τον σκοπό για τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τα πάντα.
 Και βλέπουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο μας, τον χωρόχρονο μας, μέσα στη μεγάλη του Θεού αγάπη, μέσα στον οίκο του Πατέρα μας, οίκο στον οποίο όμως ο Θεός είναι ο ένοικος. Και ο αληθινός χριστιανός είναι, κατά τον Αναστάσιο Σιναίτη, ο «οίκον έχων τον Θεόν ένοικον», δηλαδή ο ζωντανός οίκος του Θεού πού έχει ένοικον τον Θεόν. Με άλλα λόγια: ο άνθρωπος πρέπει να είναι ο χωρόχρονος του Θεού (= διαφανής και διαπερατός για τον Θεό), για να γίνει ο Θεός ο αιώνιος και άφθαρτος χωρόχρονος μας — η Χώρα των «ζώντων», πού είναι ένα από τα χαρακτηριστικά ονόματα του Χριστου. Αυτή η περιχώρηση Θεού και ανθρώπου δεν είναι μόνο προσωπική, «ιδιωτική», είναι και λειτουργική, ευχαριστιακή πραγματικότητα, δηλαδή πραγματικότητα της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστου και Κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος (Β' Κορ. 13, 13). Διότι στην εμπειρία της Εκκλησίας ο Χριστός είναι μοναδικό πρόσωπο, αλλά, ως Κεφαλή του σώματος των μελών του, είναι και «μυριοϋπόστατος», είναι η καρδιά, είναι το πρώτο μέλος της Εκκλησίας πού είναι η οικογένεια Του, είναι ο Μονογενής πού έγινε «Πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς» ('Ιω. 1, 18' Ρωμ. 8, 29). Αυτό είναι το μυστήριο της πίστεως μας πού το ζούμε όχι υποκειμενικά ή ιδιωτικά. Το ζούμε, επίσης, και ως ανθρώπινο γένος συνολικά σε ώρες δύσκολες και σε καταστάσεις οριακές. Και δεν το λέω αυτό τώρα, λόγω της δραμα τικής και οδυνηρής εμπειρίας πού πέρασαν οι συμπατριώτες μας (στην Σερβία) κι εγώ προσωπικά. Ότι, όμως, ζει ο άνθρωπος ειλικρινά, δεν το ζει ατομικά, το μοιράζεται.
 Και ένα σχόλιο για το τέλος. Ένας φίλος μας Εβραίος, στο Βελιγράδι, γνήσιος Εβραίος αλλά και χριστιανός, όταν είχαμε συζητήσεις για τον κόσμο και για τον άνθρωπο και για το Big Βαng, ξέ ρετε τι έλεγε; «Παιδιά, γιατί λέμε Big Βαng την αρχή του σύμπαντος; Μόνο οι ωμοί, οι χοντροκομμένοι Αμερικανοί, θα μπορούσαν να το πουν έτσι. Εγώ το λέω Πρωτοψαλμωδία». Έλεγε επίσης ότι η σκοπιμότητα πού υπάρχει στην δημιουργία, στο Σύμπαν, δεν είναι σκοπιμότητα, αλλά είναι η αρχική ευσπλαχνία του Θεού προς τον άνθρωπο. Αυτή, λοιπόν, την σκοπιμότητα ονομάζει ευσπλαχνία του Θεού, και το Big Βαng, Πρωτοψαλμωδία.
 Ευχαριστούμε πού είχατε την υπομονή να με ακούσετε. Ήθελα απλώς να πω ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι το σπίτι του Πατέρα μας και ότι η ζωή μας η ιστορική, η γήινη, η ενδοκοσμική, είναι δεσμά, αν δεν συνδεθούμε με τον Θεό, με την χάρι του Θεού, αν δεν αποκαταστήσουμε τη σχέση εκείνη πού διακόψαμε, ή πού την αφή σαμε να ασθενήσει, την σχέση της χάριτος του Αγίου Πνεύματος με την κτιστή φύση μας και την φύση του κόσμου μας. Έμειναν στην ψυχή μας και στο σώμα μας πάρα πολλές δυνάμεις. Κοιτάξτε πόσο δυναμισμό έχουν τα άτομα, τα μόρια, το Σύμπαν είναι ένας φοβερός δυναμισμός. Έχουμε μέσα μας φως, μεγάλες δυνάμεις, μεγάλες δίψες. Άλλα αν δεν συνδεθούμε με τον Ζώντα και Αληθινό Θεό, τον Χριστό, αδικούμε τον εαυτό μας και σίγουρα τον απανθρωπίζουμε και τον διαφθείρουμε. Και όταν θα πάμε μπροστά στον Θεό, η ευλο γία θα είναι μεγάλη —αυτό είναι το Ευαγγέλιο, το ευχάριστο, σωτή ριο μήνυμα—γιατί εκεί θα βρούμε δικό μας Άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο Χριστό. Στις αγκάλες του Πατρός, θα είναι ο Υιός Του ο Αγαπητός, ο Θεός πού έγινε Άνθρωπος. Μεγάλη η ευσπλαχνία και η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού!
Από το βιβλίο «ΧΡΙΣΤΟΣ Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ», Εκδόσεις «ΙΝΔΙΚΤΟΣ», ΑΘΗΝΑ 2007