Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

π.Αλέξανδρος Σμέμαν(1921-1983)


Ημερολόγιο 1973-1983

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η ύπαρξη του ημερολογίου αυτού έγινε γνωστή μόνο μετά τον θάνατο του πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν, στις 13 Δεκεμβρίου 1983, όταν βρέθηκαν τα οκτώ τετράδια στο γραφείο του, στο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου. Είναι κάτι περισσότερο από ημερολόγιο, αφού σ' αυτό καταγράφονται o ι σκέψεις του, οι πνευματικοί αγώνες του, οι περιστασιακές του απογοητεύσεις από το βάρος των καθημερινών του καθηκόντων, και πάνω απ' όλα η βαθιά χαρά του για τη δόξα της Δημιουργίας του Θεού.

Ο πατήρ Αλέξανδρος ποτέ δεν εξήγησε στο ημερολόγιο του ποια ήταν η πρόθεση του σχετικά μ' αυτό. Κάποια αποσπάσματα δείχνουν μια εσωτερική διαπάλη, ενώ κάποια άλλα έχουν γραφτεί σαν να είναι για δημοσίευση. Η συνολική εντύπωση είναι πως πρόθεση του πατρός Αλεξάνδρου ήταν να ξαναχρησιμοποιήσει αυτά τα γραφτά, είτε ως ένα πνευματικό ημερολόγιο είτε ως μια αυτοβιογραφία. Σε κάθε περίπτωση, ο αναγνώστης των κειμένων αυτού του τόμου πρέπει συνεχώς να έχει κατά νου πως αυτά είναι πολύ προσωπικά και ιδιωτικά γραφτά, στα οποία ένας Ιερέας και δάσκαλος της απαρασάλευτης πίστης, με μεγάλη δύναμη και πειθαρχία, ομολογεί, στον εαυτό του και στον Θεό, τους προσωπικούς πόνους και τις αμφιβολίες του, που αποτελούν ένα ανεξάλειπτο στοιχείο της φύσης του ανθρώπου. Πολλοί αναγνώστες ίσως βρουν κάποια κείμενα λίγο ενοχλητικά -αυτά που στρέφονται με κριτική διάθεση απέναντι σε ποικίλες μορφές πνευματικότητας ή στους θεσμούς της Εκκλησίας ή στη θεολογική επιστήμη ή ακόμη στον ίδιο και στους συναδέλφους του.

Αυτό όμως που εποικοδομεί στα ημερολόγια του και αυτό που τελικά έπεισε όλους όσοι βρίσκονταν πολύ κοντά στον πατέρα Αλέξανδρο ότι πρέπει να εκδοθούν, είναι ότι όσο κι αν είναι δυνατοί οι πόνοι και οι αμφιβολίες του, πάντα επιστρέφει - ακόμη κι από την αγωνία του επικείμενου θανάτου - στη χαρά: στη χαρά της ομορφιάς μιας φθινοπωρινής μέρας, στη χαρά της φιλίας, στη χαρά της Λειτουργίας, στη χαρά της βεβαιότητας για τη Βασιλεία και την αγάπη του Θεού.

Ο πατήρ Αλέξανδρος άρχισε να γράφει αυτό το ημερολόγιο το 1973, και το συνέχισε μέχρι τη στιγμή της προσβολής του από την επάρατη αρρώστια, σταματώντας μόνο κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών του διακοπών στη λίμνη Λαμπέλ ( Lac Labelle ), στο Κεμπέκ. Είναι γραμμένο ως επί το πλείστον στα Ρώσικα, αλλά κάποιες φορές χρησιμοποιούσε Αγγλικά ή Γαλλικά. Η σύζυγος του πατρός Αλεξάνδρου, Τζουλιάνα Σμέμαν, που ουσιαστικά εμφανίζεται σε κάθε σελίδα των ημερολογίων ως η πολυαγαπημένη του «Λ.» (από το υποκοριστικό του ονόματος της, Λιάνα), έχει επιλέξει, επιμεληθεί και μεταφράσει με πολλή προσπάθεια το υλικό που περιλαμβάνεται σ' αυτόν τον τόμο. Η Αν Τζίντζελ, η γραμματέας του πατρός Αλεξάνδρου, δακτυλογράφησε τη μετάφραση, και άλλοι πρώην φοιτητές και συνάδελφοί του βοήθησαν στην επιμέλεια του τελικού κειμένου. Ήταν μία πράξη αγάπης όλων αυτών που δούλεψαν πάνω στα Ημερολόγια.

Πολλά από τα πρόσωπα και πολλά από τα γεγονότα, που αναφέρονται στα ημερολόγια, δεν είναι γνωστά στον αναγνώστη, αν και συχνά ξεκαθαρίζονται όσο προχωρεί η ανάγνωση τους. Αν και τα ημερολόγια γράφτηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του πατρός Αλεξάνδρου, οι ημερολογιακές καταγραφές καλύπτουν ολόκληρη τη ζωή του. Γράφει για τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια στο Παρίσι, για την αγάπη του στην ποίηση, που την είχε ενσταλάξει ο διευθυντής της Ρωσικής σχολής που παρακολουθούσε, ο στρατηγός Ρίμσκυ-Κόρσακωφ· για μια αρρώστια που τον έκανε να συνειδητοποιήσει τη θνητότητα και την αιωνιότητα· για την αναπτυσσόμενη έλξη του προς την Εκκλησία· για φίλους και για δασκάλους στο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, στο Παρίσι, όπως τον εξομολόγο του πατέρα Κυπριανό (Κερν) και τον ισόβιο φίλο του Νικήτα Στρούβε. Γράφει για τα πρώτα του χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο πατήρ Σμέμαν έφθασε με την οικογένεια του το 1951, την εποχή που το Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου ήταν στριμωγμένο σε κάποια φτωχικά διαμερίσματα στη Δυτική 121η οδό, στη Νέα Υόρκη. Γράφει για τις τραγικές διαφωνίες του με τον πατέρα Γεώργιο Φλορόφσκυ, για τους παλιούς συναδέλφους του, όπως τον Σέργιο Βερχοβσκόυ και τον Νικόλαο Αρσένιεφ, για τον φίλο και διάδοχο του στην κοσμητεία, αείμνηστο πατέρα Ιωάννη Μέγιεντορφ, ενώ μιλά με ζεστασιά και τρυφεράδα για τους φοιτητές που έγιναν αργότερα συνάδελφοι του στο Σεμινάριο -τον πατέρα Θωμά Χόπκο, τον Δαυίδ Ντρίλοκ, τον πατέρα Παύλο Λαζόρ, τον Ιωάννη Ερικσον, την Κωνστάνς Ταράσαρ. Γράφει για τις αντιξοότητες της Εκκλησίας του, για την επίτευξη της αυτοκεφαλίας της, ως Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αμερικής, και για τους ηγέτες της -τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ειρηναίο, τον Μητροπολίτη Θεοδόσιο, τον πατέρα Δανιήλ Χουμπιάκ, τον πατέρα Λεωνίδα Κισκόφσκυ, και πολλούς άλλους, με τους οποίους η ζωή του είχε αξεδιάλυτα συνυφανθεί όλα αυτά τα πολυτάραχα χρόνια.

Τα ημερολόγια επίσης ακολουθούν τον πατέρα Αλέξανδρο στα πολλά ταξίδια του στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε εκκλησιαστικές Συνόδους, στις εβδομαδιαίες μαγνητοφωνήσεις των εκπομπών που έκανε προς τη Ρωσία επί τριάντα χρόνια, από το Ράδιο Λίμπερτυ, στη δραματική συνάντηση του με τον Αλέξανδρο Σολζενίτσιν, που μόλις είχε εξοριστεί. Τον δείχνουν να παλεύει απεγνωσμένα με το γράψιμο του βιβλίου του, Ευχαριστία: το Μυστήριο της Βασιλείας, που αποδείχθηκε και το τελευταίο του. Και μας επιτρέπουν επίσης να ρίξουμε κάποιες όμορφες ματιές στην οικογένεια του -την αγωνία της συζύγου του και τον αγώνα της με τον καρκίνο, και τη χαρά του για τον διορισμό της ως διευθύντριας ενός ιδιωτικού σχολείου στη Νέα Υόρκη? στις επισκέψεις του στις θυγατέρες του, την Άννα Χόπκο και τη Μαίρη Τκάτσουκ, συζύγους ιερέων? στην αναχώρηση του γιου του Σεργίου, δημοσιογράφου, για τη Νότια Αφρική· στην ανιψιά του Ελισάβετ Βινογκράντωφ και στον σύζυγο της πατέρα Αλέξιο· στις γεννήσεις και στα γενέθλια των παιδιών του.

Ο επίλογος, που γράφτηκε από τον πατέρα Ιωάννη Μέγιεντορφ, και οι σημειώσεις που προστέθηκαν στο κείμενο, μας προσφέρουν περισσότερες πληροφορίες για τους ανθρώπους και τα γεγονότα που καλύπτουν τα ημερολόγια. Εκεί που ο ίδιος ο πατήρ Αλέξανδρος απέφευγε να κατονομάσει συγκεκριμένους ανθρώπους, ή οι εκδότες θεώρησαν πως ήταν καλύτερο ν' αποσιωπήσουν τα ονόματα τους, αυτά προσδιορίζονται ως Ν ή ΝΝ. Οι αγκύλες [ ] έχουν προστεθεί από τους εκδότες, οι παρενθέσεις ( ) από τον πατέρα Αλέξανδρο.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1982, η διάγνωση έδειξε πως ο π. Αλέξανδρος έπασχε από καταληκτικό στάδιο καρκίνου. Μετά από αρκετούς μήνες σιωπής στο ημερολόγιο, έκανε μια τελευταία εγγραφή στις 1 Ιουνίου 1983, λέγοντας πως ακόμη κι αυτοί οι μήνες είχαν, στο τέλος, γίνει σχεδόν μια γιορτή. Μετά από έξι μήνες, ο π. Αλέξανδρος πέθανε στο σπίτι του, στο Κρέστγουντ της Νέας Υόρκης, περιβαλλόμενος από την οικογένεια και τους συναδέλφους του. Τα τελευταία λόγια του, έχοντας ήδη μεταλάβει την προτεραία, και πριν πέσει σε κώμα, ήταν, «Αμήν! Αμήν! Αμήν!».

Σέργιος Σμέμαν

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Του π.Βασιλείου Θερμού

Λειτουργοί η Μάγοι;

Ένα από τα σοβαρώτερα δεινά που η πάροδος του χρόνου επεσώρευσε στην Εκκλησία μας ήταν και η μετατροπή της στις συνειδήσεις των ανθρώπων από Σώμα Χριστού σε θρησκειοποιημένο οργανισμό. Πρόκειται για μία αλλοίωση που συντελέσθηκε βαθμιαία και πολύ αργά, έτσι ώστε να γίνεται αντιληπτή πολύ δύσκολα. Σαν ένας οργανισμός να έρχεται σε επαφή με δηλητήριο σε πολύ μικρές δόσεις και σταδιακά να το συνηθίζει και να μην το αναγνωρίζει ως κίνδυνο. Όπως το έγραψε ο ποιητής, «α, όταν έκτιζαν τα τείχη πως να μην προσέξω / αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον / ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω» (Κ. Καβάφη, Τα Τ ε ίχη).

Θεώρησα την μικρή αυτή εισαγωγή απαραίτητη προκειμένου να περιγράψω το φαινόμενο της εκπτώσεως του λειτουργικού μας λόγου σε μαγικό λόγο. Πράγματι, τα λόγια των κληρικών - λειτουργών στη συνείδηση των περισσοτέρων πιστών έχουν αποκτήσει μαγική λειτουργικότητα και έχουν χάσει τη δύναμη τους να εκφράζουν το Σώμα και να καλούν το Σώμα σε προσευχή.

Ας ξανασκεφθούμε για λίγο το περιεχόμενο των διακονικών και ιερατικών λόγων. Όταν λέμε «του Κυρίου δεηθώμεν» δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να καλούμε το λαό σε προσευχή, η οποία θα ακολουθήσει αμέσως μετά με το στόμα του λειτουργού, πάντοτε σε πληθυντικό αριθμό ακριβώς επειδή εκφράζει όλο το Σώμα. Δηλαδή ο λαός προσεύχεται με τα λόγια των ευχών διά του λειτουργού του (γι' αυτό και πρέπει να τα ακούει). Είναι αυτή ακριβώς η δύναμη της κοινής προσευχής η οποία (κατά το ανθρώπινο σκέλος της) καθιστά την παρουσία μας στο ναό Λατρεία · κατά το θείο σκέλος είναι η Χάρη που συμπληρώνει τον θεανθρώπινο λειτουργικό «διάλογο». Χωρίς αυτή τη συνεργία η λατρεία μας καθίσταται μαγεία.

Τι είναι η μαγεία δηλαδή; Είναι μία «λατρευτική» πράξη κατά την οποία ο λειτουργός απευθύνει κάποια λόγια προς την θεότητα ως εντολοδόχος του ενδιαφερομένου, δια των οποίων λόγων «υποχρεώνει» την θεότητα να πράξει αυτό που της ζητά. Στην πραγματικότητα διασώζονται στη μαγική θρησκευτικότητα προχριστιανικές αντιλήψεις αυτοματισμού: λέγοντας τα καθορισμένα λόγια ο λειτουργός υποχρεώνει την θεότητα σε συμμόρφωση με κάποια κοσμική τάξη στην οποία και αυτή υπόκειται. Παύουν να υπάρχουν δύο πρόσωπα, του ανθρώπου και του Θεού, τα οποία διαλέγονται ελεύθερα και αγαπητικά · τα πρόσωπα εξαφανίζονται υπακούοντας στη νομοτέλεια της μαγικής υποχρέωσης. Δεν έλκεται το έλεος του Θεού ως προσώπου αλλά εκβιάζεται η απρόσωπη ενέργεια Του · χάνεται η χαρά της συναντήσεως και έρχεται η μιζέρια της συναλλαγής. Ίσως αυτά να ηχούν αρκετά απωθητικά (και είναι πράγματι), αλλά πρέπει να έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε ότι δυστυχώς έχουν εισχωρήσει και στην αγιασμένη Λα­τρεία μας. Διότι τι άλλο φανερώνει ο τρόπος με τον όποιο τελούνται τα μνημόσυνα στους να­ούς και τα τρισάγια στα κοιμητήρια μας; Έκτος ελαχίστων εξαιρέσεων των συνειδητά πιστών χριστιανών, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας «αναθέτει» στους ιερείς να τελέσουν το μνημόσυνο ή το τρισάγιο «επειδή είναι καλό για την ψυχή»· Βέβαια παρευρίσκονται και οι ίδιοι σωματικά, αλλά η φυσική τους παρουσία είναι άψυχη και μηχανική · δεν διανοούνται πως η προσευχή τους θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα στην κατάσταση του κεκοιμημένου. Απλώς αναθέτουν στον «ειδικό» να διεκπεραιώσει το επιβεβλημένο καθήκον που τους επιβάλλει μια «παράδοση» από την οποία είναι αποξενωμένοι.

Άλλη πτυχή της Λατρείας κατά την οποία θριαμβεύει η μαγική θρησκευτικότητα αποτελεί η προσκομιδή, η μνημόνευση των ονομάτων πριν από την Θεία Λειτουργία. Ενώ ξεκίνησε ως η κοινή προσευχή της Εκκλησίας για τους αναγραφόμενους στα δίπτυχα, καθ' ην στιγμήν ο πρεσβύτερος αφαιρούσε μερίδα για να την τοποθετήσει στο δισκάριο προφέροντας τα ονόματα, ελλείψει χρόνου η διαδικασία μεταφέρθηκε στην διάρκεια του όρθρου και εκτελείται σιωπηλά, μετατραπείσα έτσι σε ατομική πράξη του λειτουργού. Αν σε αυτό προσθέσουμε το πλήθος των ονομάτων που διαμορφώθηκε με τον καιρό, αντιλαμβανόμαστε πολύ καθαρά πως η συλλογική αυτή προσευχητική διαδικασία έφθασε να τελείται μηχανικά και μαγικά. Αν κάποιος από τους αγαπητούς συλλειτουργούς μου διαμαρτυρηθεί γι' αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς, θα τον παρακαλέσω να απαντήσει στο ερώτημα: πόσοι από εμάς εκτελούμε την προσκομιδή προσευχητικά;

Στο μυαλό των περισσοτέρων από εμάς η προσκομιδή τελείται σωστά αν τελετουργικά είναι έγκυρη- ναι, εκεί εξαντλείται το ενδιαφέρον μας! Όπως τονίζει και ο μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν, τα ερωτήματα περί εγκυρότητας αντικατέστησαν το ενδιαφέρον για την ουσία των λεγομένων και πραττομένων. Αυτό είναι ενδεικτικό της θρησκειοποιήσεως την οποία ανέφερα στην αρχή. Αρκεί να βγάλουμε μερίδα και να προφέρουμε το όνομα. Τι κατάντημα για τη λογική Λατρεία του Σώματος του Χριστού!

Παρόμοια λησμοσύνη και παραφθορά συναντούμε και κατά τη χειροτονία. Δύο συνθήκες είναι απαραίτητες: η επίθεση των χειρών του επισκόπου και η προσευχή της Εκκλησίας. Η αρχαία φράση του επισκόπου είναι σαφέστατη: «Ευξώμεθα ουν υπέρ αυτού ίνα έλθη επ' αυτόν η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος». Καλεί όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας σε προσευχή προκειμένου να επιφοιτήσει η Θεία Χάρη επί τον χειροτονούμενο. Δεν καλεί ο επίσκοπος, αφού τελέσει την χειροτονία, σε προσευχή τους πιστούς ώστε να αναδειχθεί άξιος ο χειροτονούμενος. Όχι! Καλεί το Χώμα σε προσευχή ώστε να συντελεσθεί η χειροτονία! Εκπληκτικά σοφή και θεολογημένη η αρχαία πρακτική, σε άμεση συμφωνία με την εκκλησιολογία: δεν είναι χωρίς σημασία ότι δεν μπορεί να τελεσθεί χειροτονία έκτος Θείας Λειτουργίας και ερήμην του λαού. Ακατανόητο όμως το μήνυμα της σήμερα για όσες διάνοιες διαβρώθηκαν από την λαίλαπα του κληρικαλισμού.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλα παραδείγματα αλλά δεν το επιτρέπει ο χώρος. Εκείνο που έχει σημασία να καταδειχθεί είναι ότι έχουμε σε ανεπίτρεπτο βαθμό απομακρυνθεί από την αίσθηση της λατρείας ως προσευχής, με καταστροφικά αποτελέσματα. Η εξάλειψη του ευκτικού χαρακτήρα της Λατρείας ολοκλήρωσε, όπως είναι φυσικό, την αλλοίωση της εκκλησιολογικής συνειδήσεως όλων μας. Πάσχει πλέον δραματικά η αντίληψη μας για το τι είναι η Εκκλησία. Συνακόλουθα εξουδετερώνεται το Μυστήριο του Χρίσματος το όποιο εγκαινιάζει την ιερατική λειτουργία των πιστών, υποβαθμίζεται η Θεία Ευχαριστία, παύουμε να πιστεύουμε στη δύναμη της προσευχής, μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ κληρικών και λαϊκών (πάντοτε η μαγεία συντελεί σε αναβάθμιση της εξουσίας του ιερατείου) με αποτέλεσμα μείωση των ιερατικών κλίσεων και ποιοτική υποβάθμιση τους.

Κληρικοί και λαϊκοί έχουμε υποστεί διαστρέβλωση της λειτουργικής μας συνειδήσεως σε βαθμό που δεν αντιλαμβανόμαστε πως είναι η κοινή προσευχή που δίνει ιερατική λειτουργία στο Σώμα του Χριστού. Και όταν η προσευχή παραμερισθεί, τότε η Λατρεία εκπίπτει σε μαγεία. Υπάρχει χειρότερος συγκρητισμός;(Εφημέριος,Οκτώβριος 2005)

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Ο βίος του οσίου Ιωακείμ του Νέου(Νοτενών)

Ὁ ὅσιος καὶ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν Ἰωακεὶμ γεννήθηκε περὶ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος στο χωριὸ τοῦ Σκιαδᾶ, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τοὺς νοτιοδυτικοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Ἐρύμανθος, στη περιοχὴ τῆς σημερινῆς Τριταίας τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας.
Σὲ νεαρή ἡλικία ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο και εγινε Μοναχός στο Μοναστήρι τῆς Χρυσοπηγῆς, ποὺ εὑρίσκεται ἄνωθεν τοῦ χωριοῦ τῆς Δίβρης στο νομὸ Ἠλείας. Στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής ο Αγιος εφθασε σε μεγάλα υψη αρετής και αγιότητος, ώστε εκρίθη αξιος από τον Ηγούμενο της Μονής για να λάβει το μέγα αξίωμα της Ιερωσύνης.
Ζώντας ετσι ταπεινά μέσα στην αδελφότητα, μετά την κοίμηση του Καθηγουμένου της Μονής,εκλέγεται Ηγούμενος, για να ποιμάνει τα λογικά πρόβατα της ποίμνης του Χριστού.
Ἐν συνεχείᾳ ἦλθε στη Μονὴ τῶν Νοτενῶν, ποὺ εὑρίσκεται κοντὰ στη γενέτειρά του καὶ τιμᾶται ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, καὶ ἔγινε Καθηγούμενος αὐτῆς. Δὲν παρῆλθαν, ὅμως, πολλὰ χρόνια καί, φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ἡσυχίας, παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου, καὶ ἀπεσύρθη σὲ κάποιο σπήλαιο, ποὺ ὑπῆρχε πλησίον τοῦ Μοναστηριοῦ.
Στο μικρὸ ἐκεῖνο σπήλαιο, ὁ Ὅσιος ἐπεδόθη σὲ σκληρὴ ἄσκηση, μὲ διαρκεῖς προσευχές, νηστεῖες καὶ ἀγρυ­πνίες, ὑπομένοντας κάθε σκληραγωγία καὶ στενοχωρία τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας, προκειμένου νὰ καθαρίσῃ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ γίνῃ εὔχρηστο σκεῦος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ τροφή του ἦταν χυλὸς ἀλεύρου βρασμένου μὲ μέλι, ἢ ἄγρια χόρτα βρασμένα.
Οἱ μεγάλοι του πνευματικοὶ ἀγῶνες ἦσαν κρυπτοί, γιατὶ ἐφοβόταν ὅτι «ἡ φανερὴ ἀρετὴ χάνεται, καθὼς ὁ θησαυρὸς ὁ φανερὸς κλέπτεται». Ἔτσι ὅλες τὶς νύκτες ἐκοιμόταν ὄρθιος, κρεμασμένος μὲ σχοινιά ἀπὸ τὶς μασχάλες του, ἔχοντας ἐμπρός του ἓνα Τετραευάγγελο ἀνοικτό.
Ἂν καὶ ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματος, ἐν τούτοις τόσο πολὺ κατανοοῦσε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ συγγράμματα τῶν θείων Πατέρων, ὥστε καὶ ὁ τότε Μητροπολίτης Παλαιῶν Πατρῶν, Παρθένιος Ε΄ (1750-56 καὶ 1759-70 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἦταν πολὺ πεπαιδευμένος στην ἑλληνικὴ σοφία, καταδεχόταν νὰ πηγαίνῃ σ’ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν συμβουλεύεται.
Ἔτσι, λοιπόν, ἐπολιτεύετο καὶ ἀγωνίζετο ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς του ὁ Ὅσιος, ἕως ὁτου ἔφθασε εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ΄ 13), περὶ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος. Τότε, καταλαβαίνοντας τὴν ὥρα τῆς ἐκδημίας του, ἐκάλεσε τοὺς πατέρες τῆς Μονῆς καὶ τοὺς ἐνουθέτησε πῶς νὰ πολιτεύωνται καὶ νὰ ζοῦν ἐν εἰρήνῃ, κατὰ τὸ μοναχικό τους πολίτευμα. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, εἶπε: «Εἰς χεῖράς σου, Χριστέ, παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου», καὶ ἔτσι ἀπέπνευσε. Ἐνταφιάσθη εὐλαβῶς στὸν νάρθηκα τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, στὸ μοναστήρι.
Τρία χρόνια μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ Ὁσίου, ὁ ἀνωτέρω Μητροπολίτης Παλαιῶν Πατρῶν θέλησε νὰ τοῦ κάμῃ ἀνακομιδή. Ἕνας, ὅμως, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔσκαβαν, τραβῶντας ἀπρόσεκτα, ἔβγαλε κομμένο ἀπὸ τοὺς ὤμους τὸ δεξιὸ χέρι τοῦ Ὁσίου μὲ ὅλο τὸ κρέας καὶ τὸ δέρμα του. Τότε ἐξεπλάγησαν ὅλοι καὶ ἄρχισαν προσεκτικὰ νὰ βγάζουν μὲ τὰ δάκτυλα τὸ χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο, ἔως ὅτου τὸ ὑπόλοιπο σῶμα τοῦ Ἁγίου ἐβγῆκε ὅλο ἀκέραιο, πλῆρες εὐωδίας, καὶ κατὰ κάποιον τρόπον ἐστάθη ὄρθιο, ὅπως ἐκεῖνο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος.
Τότε ἡ φήμη τοῦ ἱεροῦ Λειψάνου διεδόθη παντοῦ καὶ πολλοὶ χριστιανοὶ ἔτρεχαν σ’ αὐτό, ἄλλοι μὲν χάριν προσκυνήσεως, ἄλλοι δὲ γιὰ νὰ ἰατρεύσουν τὰ πάθη τους, καὶ ἀμέσως ἐλάμβαναν τὴν θεραπεία τους. Καὶ ὄχι μόνον οἱ χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ τοῦρκοι ἐπήγαιναν, καὶ ἐθεραπεύοντο ἀπὸ τὸν Ἅγιον.
Ὅμως, ἀφοῦ παρῆλθαν ὀλίγα χρόνια, κατὰ τὴν μεγάλη ἐπιδρομὴ τῶν Τουρκαλβανῶν στὸν Μωρέα, μετὰ τὴν ἀποτυχημένη ἐξέγερσι τῶν Ὀρλωφικῶν (1770), «κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος», τὸ ἱερὸ Λείψανο διελύθη καὶ ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Ὁσίου ἐκλάπη μαζὶ μὲ ἀλλὰ πολύτιμα ἀντικείμενα τῆς Μονῆς.
Σήμερα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῶν Νοτενῶν σώζονται ὀλίγα Λείψανα ἀπό το ἱερὸ σκῆνος τοῦ ὁσίου Ἰωακεὶμ τοῦ Νέου, ἐνῶ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε, ἔχει οἰκοδομηθῇ ἐκκλησία ἐπ’ ὀνόματί του, ὅπου καὶ ἡ μνήμη τιμᾶται μὲ λαμπρότητα κατὰ τὴν 3ην τοῦ μηνὸς Ἰουλίου.
Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Κύριε, ἐλέησον πάντας ἡμᾶς. Ἀμήν.