Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Σιδηρόκαστρο- Μνήμες του «ΟΧΙ» μέσα από τη συλλογή πολεμικών κειμηλίων του Μουσείου Μιχάλη Τσαρτσίδη

Tου Φάνη Γρηγοριάδη
Οι μνήμες από τις ένδοξες ημέρες του "ΟΧΙ" και του ελληνοϊταλικού πολέμου και από την ασυμβίβαστη αντίσταση του Έλληνα στρατιώτη στη ναζιστική "μηχανή" θα ήταν σίγουρα πιο "φτωχές" σήμερα, χωρίς τα χιλιάδες κειμήλια - λάφυρα, που άφησαν πίσω τους οι αιματηρές μάχες στα χαρακώματα του θανάτου.
Όπλα, πολυβόλα, χειροβομβίδες, αυτόματα, στολές, κράνη, τουφέκια, χλαίνες και ξιφολόγχες, απ' όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές, είναι αδιάψευστοι "μάρτυρες" της "χρυσής" εποποιίας, που ξεκίνησε στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας και ολοκληρώθηκε στα οχυρά του Ρούπελ.
Μοναδικά τεκμήρια αυτής της ιστορικής εποχής φιλοξενούνται στη συλλογή Μιχάλη Τσαρτσίδη, στο Σιδηρόκαστρο Σερρών.


Στα εργαλεία του πολέμου διακρίνει κάποιος με ευκολία, από τη μια πλευρά τον αδυσώπητα φονικό και παράλογο χαρακτήρα του πολέμου και τη μοναδική εφευρετικότητα των σχεδιαστών του, την τεχνολογία του, τις συνθήκες που έκριναν το τελικό αποτέλεσμα.
Από την άλλη, τον άνθρωπο-μαχητή, τον υπερασπιστή της πατρίδας, τον "πρωταγωνιστή" των μαχών, τον απλό στρατιώτη, το σύζυγο, το γονιό, τον αδελφό, όπως αποκαλύπτουν τα γράμματα σε αγαπημένους, τα προσωπικά σημειώματα που βρέθηκαν κρυμμένα ακόμη και μέσα στις κάννες των όπλων…
Η συλλογή του Μιχάλη Τσαρτσίδη είναι μια από τις μεγαλύτερες συλλογές στη χώρα μας, συγκρινόμενη ακόμη και μ' εκείνη του Πολεμικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Πάνω από 4.500 εκθέματα πολεμικής και λαογραφικής ιστορίας φιλοξενούνται στους χώρους του μουσείου του συλλέκτη, που λειτουργεί από το 1980 και είναι καθημερινά επισκέψιμο από το κοινό.
"Παιδί της κατοχής", ο 79χρονος σήμερα, Μιχάλης Τσαρτσίδης, ήταν μόλις εννέα ετών, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, το 1940. Η περιοχή και η συγκυρία, που "σημάδεψε" την παιδική του ηλικία και καθόρισε την εξέλιξη του, τον ώθησε να σκαλίσει τις "στάχτες", που άφησε πίσω της η πολεμική σύρραξη και να βγάλει από μέσα τους ό,τι είχε κρυφτεί στη λήθη.
Άλλωστε, ο ιδιαίτερος τόπος καταγωγής του, αποτέλεσε το πεδίο μιας από τις πιο βαρυσήμαντες "πύρρειους" νίκες της γερμανικής εισβολής. Από εκείνες, που αναδεικνύουν την αιώνια αξία του "ηττημένου", πάνω από την προσωρινή επικράτηση του "νικητή". Τη μάχη των φημισμένων οχυρών του Ρούπελ.




Από εκείνη την τρυφερή ηλικία, ο Μ. Τσαρτσίδης ξεκίνησε να συλλέγει όπλα, κράνη, στολές, οτιδήποτε είχε εγκαταλειφθεί και θαφτεί στα χαρακώματα, στη λεγόμενη "γραμμή Μεταξά", αφήνοντας όμως κάτω από τη "σκόνη" της ιστορίας, ανεξίτηλα ίχνη.
Έκρυψε τα όπλα σε σπηλιές και διάφορες κρυψώνες, ώστε στην κατάλληλη στιγμή να μπορούν να ανασυρθούν και να χρησιμοποιηθούν. Το 90% της πολεμικής συλλογής αποτελείται από πολεμικά αντικείμενα της μάχης του Ρούπελ.
Στο Ρούπελ, η σιδερόφρακτη πολεμική μηχανή του άξονα απορρυθμίστηκε μπροστά στο θάρρος και την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών. Οι επιτελείς της Βέρμαχτ, αμήχανοι, κοίταζαν μια χούφτα Έλληνες, πεινασμένους, ρακένδυτους, να ορθώνουν το ανάστημά τους, με μανιώδες πείσμα, απέναντι σε πάνοπλους, καλοταϊσμένους, άριστα εκπαιδευμένους μαχητές και να βάζουν φραγμό στα άρματα και τα πολυβόλα τους.
Οι τέσσερις ημέρες (6 έως 10 Απριλίου 1941) φάνηκαν, μάλλον, "αιώνας" για τους Γερμανούς στρατιώτες του "Μπλιτς Κρικ", που δεν είχαν συνηθίσει σε τέτοια αντίσταση. Ακόμη κι όταν κατέρρευσε το μέτωπο στη Θεσσαλονίκη, στις 9 Απριλίου του 1941, οι φρουροί των οχυρών αρνούνταν να σηκώσουν τη "λευκή σημαία".
"Τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται", ήταν η απάντηση του διοικητή του Ρούπελ, ταγματάρχη Γεωργίου Δουράτσου, στην απαίτηση παράδοσης του Γερμανού διοικητή. Κι όταν ακόμη πληροφορήθηκαν, την επομένη, ότι η χώρα είχε καταληφθεί, δεν παραδόθηκαν, παρά έκαναν ανακωχή και συμφωνία να αποχωρήσουν ελεύθεροι, αφήνοντας τον οπλισμό τους στο οχυρό.
"Τον οπλισμό τους δεν τον παρέδωσαν και κάποιοι άφησαν μέσα στις κάνες των όπλων και σημειώματα. Συμφώνησαν να τον εγκαταλείψουν στα χαρακώματα και μετά από δίωρο να μπουν οι Γερμανοί. Ωστόσο, κανείς τους προφανώς δεν περίμενε ότι, βγαίνοντας από το χαράκωμα, οι στρατιώτες της Βέρμαχτ θα παρατάσσονταν σε απόσταση για να τους χαιρετίσουν στρατιωτικά, αναγνωρίζοντας το απαράμιλλο θάρρος τους", λέει ο δάσκαλος Σπύρος Τσαρτσίδης, γιος του συλλέκτη.



Το δελτίο αποστρατείας του ηρωικού διοικητή του Ρούπελ, Γιώργου Δουράτσου, του 1957, αποδόθηκε από τη σύζυγο του στον Σερραίο συλλέκτη.
Τη μάχη του Ρούπελ έμεινε να θυμίζει επίσης- μεταξύ άλλων- το πολυβόλο ΜG-34 των 7,92 mm, που χρησιμοποιήθηκε, όταν έγινε η αγκίστρωση των δύο διμοιριών της Βέρμαχτ, την πρώτη μέρα της μάχης, στο ύψωμα 520 (Τσόνα), όταν οι δυνάμεις του "Άξονα" επιχείρησαν να διασπάσουν τις γραμμές των Ελλήνων.
Ο 51ος λόχος, με επικεφαλής το λοχαγό Σάββα Κούνα, επιχείρησε να τους απωθήσει, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πολλοί Έλληνες στρατιώτες. Το πτώμα του ηρωικού λοχαγού βρήκε ο συλλέκτης και ειδοποίησε τους συγγενείς του, στην Τρίπολη.
Εκείνοι, αρχικά εξέφρασαν επιφυλάξεις, ώσπου τους περιέγραψε το άλογό του, που περιφερόταν γύρω από τη σορό του. Το κράνος του ηρωικού λοχαγού, που το διαπέρασε η φονική σφαίρα του πολυβόλου κι από τις δύο πλευρές φυλάσσεται στο μουσείο.
Στην αντίπαλη πλευρά, απέναντι από τους Έλληνες, μαζί με τα στρατεύματα Κατοχής, βρισκόταν ο Γερμανός στρατιώτης και φωτογράφος Μπέρχαρντ Μπούχιγκερ. Χρόνια μετά, ήρθε σε επαφή με τον Τσαρτσίδη και τού δώρισε το πολύτιμο λεύκωμά του, με ιστορικές φωτογραφίες από τη μάχη του Ρούπελ. Η επαφή τους έγινε μέσα από ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, που πλέκει συχνά η ζωή.

Το λεύκωμα του μαχητή της Βέρμαχτ
Δεκαετίες μετά τον πόλεμο, η αδελφή του Μπούχιγκερ, Μαργαρίτα, επισκέφθηκε την περιοχή, μετά από πρόσκληση Ελλήνων μεταναστών φίλων της, που διέμεναν στη Γερμανία.
Έμαθε για τη συλλογή στο Σιδηρόκαστρο και ήρθε σε επαφή με το Μιχάλη Τσαρτσίδη, που τη φιλοξένησε στο σπίτι του. Η Μαργαρίτα εκμυστηρεύτηκε στο Μιχάλη Τσαρτσίδη ότι, ο αδελφός της είχε πολεμήσει στο Ρούπελ. Ο Τσαρτσίδης επισκέφθηκε την πόλη, όπου ζούσε ο πρώην Γερμανός στρατιώτης μετά τον πόλεμο, έξω από τη Φραγκφούρτη και παρέλαβε από τον ίδιο το ιστορικό φωτογραφικό άλμπουμ. Ήταν το προσωπικό του αρχείο με σπάνιες φωτογραφίες από τη μάχη των οχυρών.
Σημαντικότερες απ' αυτές, η πρώτη μέρα του πολέμου, όπου εικονίζεται μεταξύ των στρατιωτών του Άξονα ο Γερμανός και ο Βούλγαρος διοικητής και φωτογραφίες από την τελευταία ημέρα, από την κατάληψη του Ρούπελ, όπου εικονίζεται η υπερήφανη έξοδος των Ελλήνων μαχητών από τα οχυρά.
Το ίδιο το λεύκωμα αποτελεί μοναδικό ντοκουμέντο. Είναι από εκείνα που τυπώθηκαν μαζικά από τους Ναζί, σε ανάμνηση της πρώτης μέρας της εισβολής στην Πολωνία, με την ιστορική πλέον φωτογραφία του επελαύνοντα Γερμανού στρατιώτη στο εξώφυλλό του και μοιράστηκαν στους Γερμανούς στρατιώτες για την αποθήκευση των φωτογραφιών τους.
Από το συλλέκτη εντοπίστηκε χρόνια μετά και μια σιδερένια πόρτα του Ρούπελ, που κλάπηκε από Βούλγαρους- οι οποίοι μετά την αποχώρηση των Γερμανών ανατίναξαν τα οχυρά - σ' έναν αχυρώνα, σε χωριό της Βουλγαρίας.

Τα γράμματα του πολέμου
Ο Έλληνας μαχητής, ταγμένος στη φύλαξη των απόρθητων οχυρών του Ρούπελ, δικαιολογούσε απολύτως τη διάσημη φράση, που αποδίδεται στον Τσόρτσιλ: "Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".
Η ανθρώπινη, όμως, πλευρά του αποτυπωνόταν στα γράμματα από το μέτωπο και το μαχητικό του πνεύμα στα σημειώματα, που μετά το τέλος της προδικασμένης μάχης έκρυψε μέσα στο όπλο του, το οποίο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει στο χαράκωμα, μετά την παράδοση του οχυρού.
Δύο σπάνια τέτοια σημειώματα βρέθηκαν μέσα σ' ένα γαλλικό τυφέκιο Lebel και σ' ένα Mannlicher. Το πρώτο στο Lebel των οκτώ χιλιοστών ανήκε στον Κρητικό δεκανέα, Γιώργο Αντωνακάκη, ο οποίος καταγόταν από τη μαρτυρική Κάνδανο Σελήνου Χανίων και πολέμησε στο Ρούπελ.
"Το όπλο αυτό, όποιος το πάρει, να το καθαρίζει καλά, όπως κι εγώ" έγραφε λιγόλογα στις 11.11.1940.
Η οικογένεια του Αντωνακάκη έστειλε τη φωτογραφία του στο μουσείο Τσαρτσίδη. Το 2002 ήρθαν και οι συγγενείς του να το δουν από κοντά και πήραν πιστά φωτοαντίγραφα, που σήμερα κοσμούν το νέο δημαρχείο της Κανδάνου.



Τραγική ειρωνεία ; Το χωριό του Αντωνακάκη, η Κάνδανος, έπεσε θύμα της ναζιστικής θηριωδίας και μεταξύ των κτιρίων που παραδόθηκαν στις φλόγες ήταν και το τότε δημαρχείο. Ο ίδιος, μετά τον πόλεμο έφυγε στον Καναδά και δημιούργησε οικογένεια. Ο γιός και η κόρη του ζουν σήμερα στην Αθήνα.
Το γράμμα του στρατιώτη Ιωάννη Κοτοπούλη, που βρέθηκε μέσα στην κάνη του "Mannlicher" είναι πιο περιγραφικό και καλεί, όποιον το βρει, να επικοινωνήσει μαζί του μετά τον πόλεμο. Ατυχώς, τα ίχνη του δεν εντοπίστηκαν. Γράφει :


"Εν Αλβανία, εν τη 29. Δεκεμβρίου 1940
Αγαπητέ φίλε, αυτό το όπλο εάν πέσει εις χείρας σου, να το φυλάττεις σαν τα μάτια σου, διότι πρέπει να ξέρεις ότι πολέμησε και θαυματούργησε και… στη μάχη του Αργυροκάστρου, των Αγίων Σαράντα, της Κλεισούρας. Πρέπει να ξέρεις ότι έφαγε πολλούς Ιταλούς, ας είναι και παλιό έχει μεγάλη επιτυχία στο στόχο, αρκεί να είσαι σκοπευτής σωστός. Σου γράφω, εάν βρεις τη σημείωση αυτή γράψε ένα γράμμα προς : Κοτοπούλη Ιωάννην, Περιβόλιον, Δομοκού".

Ο "πρόγονος" του Καλάσνικοφ…
Οι στολές και ο εξοπλισμός του Έλληνα στρατιώτη κατά το Β'ΠΠ δεν διέφερε και πολύ από εκείνον της πρώτης δεκαετίας, που ακολούθησε τη λήξη του Α' ΠΠ . Τουλάχιστον, στο μεγαλύτερο μέρος του ο ελληνικός στρατός χρησιμοποιούσε παλαιότερη πολεμική τεχνολογία από τους αντιπάλους του.
Ο Έλληνας τυφεκιοφόρος έφερε το "Mannlicher - Schnauzer" των 6,5 mm. Το ίδιο διαμέτρημα είχαν και τα πιο σύγχρονα "Mannlicher - Carcano" των Ιταλών, που έφτιαχνε το ίδιο αυστριακό εργοστάσιο.
Ο ελληνικός στρατός, από το πηλίκιο του Α'ΠΠ, πέρασε στα ιταλικά κράνη "Μ-1928" και μετά την απελευθέρωση στα αγγλικά και στα αμερικανικά. Τα ελληνικά και ιταλικά κράνη του Β' ΠΠ που βρέθηκαν έχουν μια ομοιότητα εκπληκτική στο σχήμα και στη δομή.
Ο Εύζωνας χρησιμοποιούσε το γαλλικής κατασκευής τυφέκιο "Lebel" των οκτώ χιλιοστών και προσάρμοζε πάνω σ' αυτό την ξιφολόγχη.
Τη σαφώς ανώτερη τεχνολογία στον οπλισμό την κατείχε η ναζιστική Γερμανία. Σε μια από τις προθήκες φυλάσσεται το σπανιότατο "Sturmgewehr - ΜP - 44" ("καταιγίδα") των 7,62 mm Χ 29, που είναι ο "πρόγονος" του γνωστού Καλάσνικοφ.
Το όπλο που διασώθηκε είναι πανομοιότυπο σχεδόν με το αυτόματο - θρύλο, το "ΑΚ -47", το οποίο πήρε το όνομα του λοχαγού μηχανικού του "Kόκκινου Στρατού", που το σχεδίασε όταν καταλήφθηκε από τους Σοβιετικούς το γερμανικό εργοστάσιο και μπήκε σε μαζική παραγωγή από το 1947. Η μόνη ίσως διαφορά τους είναι στο μήκος του φυσιγγίου και στο κοντάκι, όπου στο πρώτο είναι γυμνό.



"Ο Χίτλερ είχε εκατομμύρια φυσίγγια 7,92 mm που ήταν τα πυρομαχικά του "Mauser Κ-98" και εξ ανάγκης αυτό ήταν το πιο διαδεδομένο αυτόματο, από αυτό το όπλο. Το "Sturmgewehr" βγήκε σε διάφορες παραλλαγές από το 1941 ως το 1944. Αυτό είναι του 1944", λέει ο Σπύρος Τσαρτσίδης.

Σε άλλο σημείο φυλάσσεται μεταξύ μιας πληθώρας πολυβόλων, ένα οπλοπολυβόλο, που ακόμη και σήμερα διατηρεί την πολεμική του αξία.
Είναι το MG-42 (mashingewehr) 7,92 με ταχυβολία 1300 φυσίγγια, το λεπτό . Η πατέντα του δεν πήγε χαμένη. Ένα παρόμοιο όπλο χρησιμοποιείται και σήμερα από τους σύγχρονους στρατούς. Πρόκειται για το ΜG-3 των 7,62 χιλιοστών με ταχυβολία 1150 φυσίγγια, το λεπτό. Η μικρή διαφορά βρίσκεται στο διαμέτρημα στο φυσίγγι. Όλα τα άλλα, τρίποδες, ανταλλακτικά κάνης, θήκες, είναι ακριβώς τα ίδια.
"Το κατασκευάζουν οι Αμερικανοί και το έχει ο ελληνικός στρατός και το έχει και το ΝΑΤΟ", συμπληρώνει ο Σπύρος Τσαρτσίδης.
Το ταχύτερο, όμως, πυροβόλο εκείνη την εποχή δεν ήταν αυτό, αλλά ένα "δίκαννο" πολυβόλο, ίδιου τύπου, που προσαρμοζόταν στο καταδιωκτικό "Μέσσερσμιτ" με ταχυβολία 3000 σφαίρες, το λεπτό ! Αυτό που φυλάσσεται στο μουσείο είναι ένα απ' αυτά που βρέθηκαν ανάμεσα στα συντρίμμια ενός αεροσκάφους "Messersmit" , το οποίο καταρρίφθηκε στην περιοχή.

Σπάνια κειμήλια
Σπανιότατα, έως μοναδικά είναι ορισμένα από τα κειμήλια της συλλογής. Μια "οπλοβομβίδα" που χρησιμοποιούσε ο Έλληνας μαχητής, απέναντι στις πολύ πιο σύγχρονες χειροβομβίδες των αντιπάλων του, κατάφερνε, ωστόσο, πολύ καλά τη δουλειά της.
Το κυρίως σώμα της, ο εκρηκτικός μηχανισμός με ξύλινο βλήμα και καψούλι, τοποθετούνταν σε μια μεταλλική λαβή, σε σχήμα χοάνης και εκτοξεύονταν από το χέρι του στρατιώτη με απότομη κίνηση. Ήταν εξάρτημα της στολής του Ευζώνου.
Οι βόμβες των "Στούκας" (Γιούνκερς -52), κουφάρια σήμερα, κάποτε έσπερναν τον τρόμο με τον υψομετρικό μηχανισμό τους που απελευθέρωνε, σε ύψος λίγων μέτρων πριν από το έδαφος, δεκάδες βομβίδια διασποράς κι έκαναν τις σειρήνες να "ουρλιάζουν" για ώρα προκειμένου να προστατευτεί ο άμαχος πληθυσμός. Διασώζονται μια μεγάλη από τις δύο που έφερε το "Στούκας" στο κάτω μέρος του και μια μικρότερη από τις τέσσερεις που είχε στα φτερά του.
Ο υπνόσακος του Γερμανού αξιωματικού είναι, επίσης, ένα σπάνιο έκθεμα. Ελάχιστες συλλογές διαθέτουν αντίστοιχο. Μπροστά είναι το άνοιγμα, όπου το ύφασμα σχηματίζει ένα τετράγωνο "πορτάκι" που κλείνει όχι με φερμουάρ, αλλά με ευμεγέθη κουμπιά στο χρώμα της ώχρας, που είναι και το χρώμα του υπνόσακου.
Η ελληνική σημαία του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής κυματίζει σε περίοπτη θέση. Πλήρεις στολές γερμανών στρατιωτών των ειδικών δυνάμεων, των "ορεινών κυνηγών", με τον "σιδηρούν σταυρό" στο πέτο, κοσμούν μια από τις αίθουσες, όπως και το γνωστό φτερωτό πηλήκιο με σήμα το Εντελβάις των Ιταλών αλπινιστών της Ταξιαρχίας "Τζούλια", που τα βρήκε "σκούρα" με τους Έλληνες φαντάρους στα αλβανικά βουνά.
Ένα σημαντικό μέρος του οπλισμού στάλθηκε τα πρώτα χρόνια της δεκατίας του 1950 για τον εξοπλισμό της ΕΟΚΑ Α' για τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου από τους Άγγλους (1955-59).
Ο μικρασιατικής καταγωγής οπλουργός, Αναστάσης Μαρκόπουλος, χάρισε στο Μ. Τσαρτσίδη για τις υπηρεσίες του στον αγώνα της Κύπρου, ένα τυφέκιο - μπαστούνι, που πολλά χρόνια αργότερα έγινε γνωστό από κατασκοπικές ταινίες εποχής. Επίσης, στη συλλογή συγκαταλέγεται κι ένα πρωτότυπο ξίφος - μπαστούνι.
Λαογραφικά εκθέματα και η στολή του Παύλου Μελά
Η συλλογή περιέχει εκπληκτικά εκθέματα και από τους Βαλκανικούς Πολέμους και από το Μακεδονικό Αγώνα. Μεταξύ αυτών, σε διακεκριμένη θέση είναι η αυθεντική, επίσημη στολή του Παύλου Μελά. Η Ναταλία Μελά την είχε δωρίσει στον ηθοποιό και φίλο του μουσείου, Λάκη Κομνηνό, που υποδύθηκε τον ήρωα μακεδονομάχο στην ταινία "Παύλος Μελάς", το 1967.
Ο γνωστός ηθοποιός την παραχώρησε στον Μιχάλη Τσαρτσίδη και σήμερα είναι από τα διακεκριμένα κειμήλια της πολύτιμης συλλογής, όπως και η στολή του Ευζώνου του 1907.


Λαογραφικός πλούτος
Το λαογραφικό κομμάτι της συλλογής είναι επίσης πλούσιο. Ένα μικρό κομμάτι από αγγείο φέρει χαραγμένο πάνω του, το σχήμα του ακτινωτού σταυρού εν παραλλήλω, σύμβολο του Ήλιου (περιοχή της αρχαίας Ηράκλειας της Παιονίας, όπου κατοικούσαν προέλληνες) που χρονολογείται πριν από το 1100 π.χ. δηλαδή, ακόμη από τους προϊστορικούς χρόνους.
Φυσικά, δεν έχει το νόημα του χριστιανικού σταυρού, αλλά αποτελεί ένδειξη μιας διαδεδομένης στην περιοχή, την εποχή εκείνη, παγανιστικής λατρείας. Ατυχώς, μοιάζει πολύ με το σχήμα του σταυρού, που χρησιμοποιήθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, ως σήμα της Λουτβάφε.
Επίσης, στο μουσείο εκτίθεται μια ξύλινη κλειδαριά και μιας ξύλινη ποντικοπαγίδα των προηγούμενων αιώνων, αντίγραφα των οποίων παραχωρήθηκαν και φυλάσσονται με την άδεια των συλλεκτών, στο μουσείο ανθρώπινης ιστορίας της Ν. Υόρκης.
Ένα άλλο εκπληκτικό λαογραφικό κομμάτι είναι η "ίσκα". Ένας μύκητας, που έβραζε μαζί με μαλλί προβάτου, θειάφι και κάρβουνο κι αφού στέγνωνε αποτελούσε την πρώτη ύλη στα χρόνια που δεν υπήρχαν ακόμη τα σπίρτα για να ανάβουν φωτιά.
Ένα μικρό κομμάτι αυτού του υλικού τοποθετούταν πάνω στον πριόβολο (κομμάτι σιδήρου) με την τσακμακόπετρα και με το άλλο χέρι του, ο χρήστης το έτριβε με μια πέτρα για να πεταχτεί σπίθα. Μια και μόνο, αρκούσε για να πάρει φωτιά και να διατηρηθεί, ώστε να ανάψει μαλλί, πανί, ή ακόμη και ο καπνός μιας πίπας.
Το "Ραμπόζι" ήταν ο "ηλεκτρονικός υπολογιστής" του βοσκού. Τα ανάγλυφα τεχνουργήματα στο ξύλινο κορμό του δεν είναι απλώς αισθητικά, αλλά χρησίμευαν στο μέτρημα των προβάτων.
Ο Μιχάλης Τσαρτσίδης και ο γιός του Σπύρος ξεναγούν οι ίδιοι τους επισκέπτες στο μουσείο, έναν από τους σημαντικότερους χώρους της διαφύλαξης της ιστορικής κληρονομιάς του λαού μας, που είναι "αφιερωμένοι στην εθνική μας μνήμη".

Δεν υπάρχουν σχόλια: