
Το κείμενο αυτό αμέσως μου θύμησε τα λόγια του Πρωτοψάλτη του Ναού μας κ.Μελέτη Αιβαλιώτη, ο οποίος κατέχει την Βυζαντινή Μουσική και ο οποίος λέει: « Πάντοτε προσπαθώ να αποδίδω όχι μόνο το τονισμό των λέξεων, αλλά και τα νοήματα αυτών….στη λέξη « κρότος» επι παραδείγματι θα ανέβω…».
Πολλοί από εμας του νεοέλληνες θεωρούμε την ορθογραφία, τους τόνους, τα πνεύματα και τα λοιπά σημεία στίξης, ως διακοσμητικά στοιχεία. Όμως όλα αυτά εχουν το σκοπό τους και αναδεικνύουν την καθημερινή μας ομιλία σε τραγούδι.
Αυτό συμπεραίνει ο δημοφιλής Διονύσης Σαββόπουλος σε μια ανακάλυψη του όπως την περιγράφει:
«…ειχα βρεθεί γιά ένα διάστημα ν' ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, γιά λογαριασμό της δισκογραφικής έχαιρείας «Λύρα», προκειμένου αυτή νά τά ηχογραφήσει η νά τά επιστρέψει στους συνθέτες. Ειναι δύσκολο ν' απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο νά έξηγεις τό γιατί. Όταν βέβαια τό τραγούδι ειναι τετριμμένο η άτεχνο, ή εξήγηση ειναι εύκολη.
Μου συνέβη όμως νά δω τραγούδια όπου οί στίχοι δεν ήταν άσχημοι και ή μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και μέ τους στιχους. Κι όμως, τό τραγούδι συνολικά δέν «κύλαγε» οπως λέμε (οπότε τό επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο μέ διάφορες άσάφειες και ύπεκφυγές. Τό πράγμα μέ άπησχόλησε. "Εφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ώραιες έπιτυχίες, παλιά τραγούδια (...) και τά συνέκρινα μ' αυτά πού απέρριπτα, ώσπου μετά άπό μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ άπλό: Όταν μία μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σέ βραχειες ή όταν ανεβάζει τήν φωνή έκει όπου υπάρχει άπλώς μιά περισπωμένη, ένώ τήν κατεβάζει συστηματικά έκει όπου υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή ή μουσική κινείται αντίθετα - προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό του ποιήματος, άλλά αντίθετα στις άναλογίες τονισμού και αντίθετα στήν ορθογραφία του - τότε όσο έξυπνη και νά 'ναι, κάνει τό τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στά πετυχημένα τραγούδια δέν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανεις πάνω σ' ένα ρυθμό ή σ' ένα μουσικό δρόμο, πρέπει νά ακολουθήσει τά καλούπια τους, οπότε θά υπάρχουν σημεία όπου αύτη ή πείρα πού περιέγραψα, δέν τηρείται. Αυτό ομως θα συμβει μόνον όταν δεν γίνεται αλλοιως. Και πάντα ή βιασμένη λέξη θά τοποθετείται έτσι ώστε νά προηγούνται και νά έπονται επιτυχεις σχιγμές, ώστε να μειώνεται ή εντύπωση της άτασθαλίας, ή οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι τό τραγούδι αλλοιως θά ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δέν τό ειχα προσέξει.
Και ήταν ή πρώτη φορά πού αισθάνθηκα οτι οί τόνοι και τά πνεύματα ισως νά μην ήταν διακοσμήσεις, ισως νά είχαν λόγο. (...)
Μέσα στο στούντιο ειχα και δύο εκπλήξεις.
Νά ή πρώτη: Προσπαθώντας νά ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: «Λυγά πάντα ή γυναίκα». Τό «πάντα» ακούγεται ψηλότερα άπό τό «λυγά» πού παίρνει περισπωμένη. «Λυγά πάντα ή γυναίκα» ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι άπό τό «γυναίκα», πού όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε;
Τηλεφώνησα σ' έναν φίλο και έμαθα ότι ή «γυναίκα» οφείλει νά παίρνει περισπωμένη, διότι είναι της τρίτης κλίσεως, ή οποία όμως καταργήθηκε, γι' αυτό πήρε οξεία ή «γυναίκα». Νά λοιπόν, πού άπό άλλο σημείο όρμώμενος, αναγκάστηκα νά συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε ή τρίτη κλίση άφου στήν φωνή μας εξακολουθεί νά υπάρχει. «Λυγα πάντα ή γυναίκα» λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη.
Ή δεύτερη έκπληξη: "Εδωσα σ' έναν ανύποπτο νέο, πού παρευρισκόταν στο στούντιο, νά διαβάσει λίγες φράσεις. Έκει μέσα ειχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ώς επίρρημα, διότι ειχα πάντα τήν περιέργεια νά διαπιστώσω άν προφέρουμε διαφορετικά τό ωμέγα άπό τό όμικρον. Άκουστε τις φράσεις:
«Ειν' ακριβός αυτός ό αναπτήρας. "As μήν ειν' ωραίος, έχει τήν αξία του. Ναί, ακριβως αυτό ήθελα νά πώ». Ακουστικως δέν παρατήρησα διαφορά.Εκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα τήν μία κατόπιν της άλλης. Άκουστε το! «Ακριβός... ακριβως».
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί· ό ηχολήπτης μόνον επεμενε ότι τό δεύτερο ειναι κάπως πιο φαρδύ."As τό ξανακούσουμε: «Άκριβ0ς... ακριβως». Ασήμαντη διαφορά.
Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Νά τό διάγραμμα του επιθέτου «άκριβ0ς», όπως προέκυψε, και νά τό πολύ πλουσιότερο του έπιρρήματος.
Δέν είναι καταπληκτικό; "Οταν τό είδα, τά μηχανήματα του στούντιο μου φάνηκαν σάν όργανα του παραμυθιού. Ό παλμογράφος μου φάνηκε σάν μιά σκαπάνη πού, κάτω άπό τό έδαφος τής καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό πού δέν έπαψε ποτέ νά υπάρχει, έστω μέσα σέ χειμερία νάρκη, αυτό πού συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν νά μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πρίν. Τίποτε δέν χάθηκε. Όλα υπάρχουν. Άρκει νά προσέξουμε αυτό τό τραγούδι τής καθημερινής όμιλίας πού πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσα μας. Άκουστε πώς ήχουν οί τονισμοί. Άκουστε τά μακρά. Άκουστε τήν λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει τό ωμέγα ή τήν ψιλή οξεία (...).
Δέν περιφρόνησα καμιά άποψη και δέν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα νά πώ τρεις φορές τρεις άλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά ειναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ενα τραγούδι η να το δεί πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Οποιος σταθεί αλλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν δια βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ιδια μπορεί να πάυει ενας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του ειναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδια ειναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τι να γίνει; Σημασία εχει η συνείδηση οτι τα μιλάμε, οχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε ανθρωποι".
1 σχόλιο:
Πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις.
Ταιριάζουν πολύ στην περίπτωση των Παροικιακών Σχολείων της Ομογένειας στη Ελληνική Διασπορά.
Δημοσίευση σχολίου