Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Του π.Βασιλείου Θερμού

Λειτουργοί η Μάγοι;

Ένα από τα σοβαρώτερα δεινά που η πάροδος του χρόνου επεσώρευσε στην Εκκλησία μας ήταν και η μετατροπή της στις συνειδήσεις των ανθρώπων από Σώμα Χριστού σε θρησκειοποιημένο οργανισμό. Πρόκειται για μία αλλοίωση που συντελέσθηκε βαθμιαία και πολύ αργά, έτσι ώστε να γίνεται αντιληπτή πολύ δύσκολα. Σαν ένας οργανισμός να έρχεται σε επαφή με δηλητήριο σε πολύ μικρές δόσεις και σταδιακά να το συνηθίζει και να μην το αναγνωρίζει ως κίνδυνο. Όπως το έγραψε ο ποιητής, «α, όταν έκτιζαν τα τείχη πως να μην προσέξω / αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον / ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω» (Κ. Καβάφη, Τα Τ ε ίχη).

Θεώρησα την μικρή αυτή εισαγωγή απαραίτητη προκειμένου να περιγράψω το φαινόμενο της εκπτώσεως του λειτουργικού μας λόγου σε μαγικό λόγο. Πράγματι, τα λόγια των κληρικών - λειτουργών στη συνείδηση των περισσοτέρων πιστών έχουν αποκτήσει μαγική λειτουργικότητα και έχουν χάσει τη δύναμη τους να εκφράζουν το Σώμα και να καλούν το Σώμα σε προσευχή.

Ας ξανασκεφθούμε για λίγο το περιεχόμενο των διακονικών και ιερατικών λόγων. Όταν λέμε «του Κυρίου δεηθώμεν» δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να καλούμε το λαό σε προσευχή, η οποία θα ακολουθήσει αμέσως μετά με το στόμα του λειτουργού, πάντοτε σε πληθυντικό αριθμό ακριβώς επειδή εκφράζει όλο το Σώμα. Δηλαδή ο λαός προσεύχεται με τα λόγια των ευχών διά του λειτουργού του (γι' αυτό και πρέπει να τα ακούει). Είναι αυτή ακριβώς η δύναμη της κοινής προσευχής η οποία (κατά το ανθρώπινο σκέλος της) καθιστά την παρουσία μας στο ναό Λατρεία · κατά το θείο σκέλος είναι η Χάρη που συμπληρώνει τον θεανθρώπινο λειτουργικό «διάλογο». Χωρίς αυτή τη συνεργία η λατρεία μας καθίσταται μαγεία.

Τι είναι η μαγεία δηλαδή; Είναι μία «λατρευτική» πράξη κατά την οποία ο λειτουργός απευθύνει κάποια λόγια προς την θεότητα ως εντολοδόχος του ενδιαφερομένου, δια των οποίων λόγων «υποχρεώνει» την θεότητα να πράξει αυτό που της ζητά. Στην πραγματικότητα διασώζονται στη μαγική θρησκευτικότητα προχριστιανικές αντιλήψεις αυτοματισμού: λέγοντας τα καθορισμένα λόγια ο λειτουργός υποχρεώνει την θεότητα σε συμμόρφωση με κάποια κοσμική τάξη στην οποία και αυτή υπόκειται. Παύουν να υπάρχουν δύο πρόσωπα, του ανθρώπου και του Θεού, τα οποία διαλέγονται ελεύθερα και αγαπητικά · τα πρόσωπα εξαφανίζονται υπακούοντας στη νομοτέλεια της μαγικής υποχρέωσης. Δεν έλκεται το έλεος του Θεού ως προσώπου αλλά εκβιάζεται η απρόσωπη ενέργεια Του · χάνεται η χαρά της συναντήσεως και έρχεται η μιζέρια της συναλλαγής. Ίσως αυτά να ηχούν αρκετά απωθητικά (και είναι πράγματι), αλλά πρέπει να έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε ότι δυστυχώς έχουν εισχωρήσει και στην αγιασμένη Λα­τρεία μας. Διότι τι άλλο φανερώνει ο τρόπος με τον όποιο τελούνται τα μνημόσυνα στους να­ούς και τα τρισάγια στα κοιμητήρια μας; Έκτος ελαχίστων εξαιρέσεων των συνειδητά πιστών χριστιανών, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας «αναθέτει» στους ιερείς να τελέσουν το μνημόσυνο ή το τρισάγιο «επειδή είναι καλό για την ψυχή»· Βέβαια παρευρίσκονται και οι ίδιοι σωματικά, αλλά η φυσική τους παρουσία είναι άψυχη και μηχανική · δεν διανοούνται πως η προσευχή τους θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα στην κατάσταση του κεκοιμημένου. Απλώς αναθέτουν στον «ειδικό» να διεκπεραιώσει το επιβεβλημένο καθήκον που τους επιβάλλει μια «παράδοση» από την οποία είναι αποξενωμένοι.

Άλλη πτυχή της Λατρείας κατά την οποία θριαμβεύει η μαγική θρησκευτικότητα αποτελεί η προσκομιδή, η μνημόνευση των ονομάτων πριν από την Θεία Λειτουργία. Ενώ ξεκίνησε ως η κοινή προσευχή της Εκκλησίας για τους αναγραφόμενους στα δίπτυχα, καθ' ην στιγμήν ο πρεσβύτερος αφαιρούσε μερίδα για να την τοποθετήσει στο δισκάριο προφέροντας τα ονόματα, ελλείψει χρόνου η διαδικασία μεταφέρθηκε στην διάρκεια του όρθρου και εκτελείται σιωπηλά, μετατραπείσα έτσι σε ατομική πράξη του λειτουργού. Αν σε αυτό προσθέσουμε το πλήθος των ονομάτων που διαμορφώθηκε με τον καιρό, αντιλαμβανόμαστε πολύ καθαρά πως η συλλογική αυτή προσευχητική διαδικασία έφθασε να τελείται μηχανικά και μαγικά. Αν κάποιος από τους αγαπητούς συλλειτουργούς μου διαμαρτυρηθεί γι' αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς, θα τον παρακαλέσω να απαντήσει στο ερώτημα: πόσοι από εμάς εκτελούμε την προσκομιδή προσευχητικά;

Στο μυαλό των περισσοτέρων από εμάς η προσκομιδή τελείται σωστά αν τελετουργικά είναι έγκυρη- ναι, εκεί εξαντλείται το ενδιαφέρον μας! Όπως τονίζει και ο μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν, τα ερωτήματα περί εγκυρότητας αντικατέστησαν το ενδιαφέρον για την ουσία των λεγομένων και πραττομένων. Αυτό είναι ενδεικτικό της θρησκειοποιήσεως την οποία ανέφερα στην αρχή. Αρκεί να βγάλουμε μερίδα και να προφέρουμε το όνομα. Τι κατάντημα για τη λογική Λατρεία του Σώματος του Χριστού!

Παρόμοια λησμοσύνη και παραφθορά συναντούμε και κατά τη χειροτονία. Δύο συνθήκες είναι απαραίτητες: η επίθεση των χειρών του επισκόπου και η προσευχή της Εκκλησίας. Η αρχαία φράση του επισκόπου είναι σαφέστατη: «Ευξώμεθα ουν υπέρ αυτού ίνα έλθη επ' αυτόν η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος». Καλεί όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας σε προσευχή προκειμένου να επιφοιτήσει η Θεία Χάρη επί τον χειροτονούμενο. Δεν καλεί ο επίσκοπος, αφού τελέσει την χειροτονία, σε προσευχή τους πιστούς ώστε να αναδειχθεί άξιος ο χειροτονούμενος. Όχι! Καλεί το Χώμα σε προσευχή ώστε να συντελεσθεί η χειροτονία! Εκπληκτικά σοφή και θεολογημένη η αρχαία πρακτική, σε άμεση συμφωνία με την εκκλησιολογία: δεν είναι χωρίς σημασία ότι δεν μπορεί να τελεσθεί χειροτονία έκτος Θείας Λειτουργίας και ερήμην του λαού. Ακατανόητο όμως το μήνυμα της σήμερα για όσες διάνοιες διαβρώθηκαν από την λαίλαπα του κληρικαλισμού.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλα παραδείγματα αλλά δεν το επιτρέπει ο χώρος. Εκείνο που έχει σημασία να καταδειχθεί είναι ότι έχουμε σε ανεπίτρεπτο βαθμό απομακρυνθεί από την αίσθηση της λατρείας ως προσευχής, με καταστροφικά αποτελέσματα. Η εξάλειψη του ευκτικού χαρακτήρα της Λατρείας ολοκλήρωσε, όπως είναι φυσικό, την αλλοίωση της εκκλησιολογικής συνειδήσεως όλων μας. Πάσχει πλέον δραματικά η αντίληψη μας για το τι είναι η Εκκλησία. Συνακόλουθα εξουδετερώνεται το Μυστήριο του Χρίσματος το όποιο εγκαινιάζει την ιερατική λειτουργία των πιστών, υποβαθμίζεται η Θεία Ευχαριστία, παύουμε να πιστεύουμε στη δύναμη της προσευχής, μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ κληρικών και λαϊκών (πάντοτε η μαγεία συντελεί σε αναβάθμιση της εξουσίας του ιερατείου) με αποτέλεσμα μείωση των ιερατικών κλίσεων και ποιοτική υποβάθμιση τους.

Κληρικοί και λαϊκοί έχουμε υποστεί διαστρέβλωση της λειτουργικής μας συνειδήσεως σε βαθμό που δεν αντιλαμβανόμαστε πως είναι η κοινή προσευχή που δίνει ιερατική λειτουργία στο Σώμα του Χριστού. Και όταν η προσευχή παραμερισθεί, τότε η Λατρεία εκπίπτει σε μαγεία. Υπάρχει χειρότερος συγκρητισμός;(Εφημέριος,Οκτώβριος 2005)

Δεν υπάρχουν σχόλια: