Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

ΕΝΟΡΙΑ : ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Του Πρεσβυτέρου π.Ιωάννη Νικόπουλου
Στην παλιά αγροτική κοινωνία,οι ανθρωποι ταύτιζαν τον εαυτό τους με το πατροπαράδοτο χωριό και τη γειτονιά και η ταύτιση αυτή είχε αμμεση σχέση με την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Κέντρο της κοινωνικής ζωής ηταν ο Ναός και η Ενορία. Ολη η Ενορία,ολο το χωριό,μια οικογένεια,μια Εκκλησία. Γιορτές και πανηγύρια,οι γιορτές της Εκκλησίας. Η εκκλησιαστική ζωή διαπερνούσε ολη την κοινωνική ζωή,ενώ η κοινωνική ζωή διαποτιζόταν από το φιλάνθρωπο και φιλόθεο πνεύμα της εκκλησιαστικής ζωής.
Αποτέλεσμα αυτού του τρόπου ζωής,ηταν η κοινωνία,η φιλοξενία,η φιλανθρωπία,η συμμετοχή στα κοινά. Οι ανθρωποι γενικά επικοινωνούσαν και συμμετείχαν στη χαρά και στη λύπη του αλλου,στην ευτυχία και στην δυστυχία,στη ζωή και στο θάνατο.
Με το πέρασμα όμως στην αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαιτέρως με τον εκδυτικισμό της από τους Βαυαρούς(1830),όλα τα αυτονόητα αρχισαν να γκρεμίζονται ένα-ένα : -Κέντρο της κοινωνικής ζωής επαψε να είναι ο Ναός και η Ενορία. Η πολιτική και κοινωνική ζωή,η ψυχαγωγία,ο χορός,το τραγούδι,η παιδεία,όλα αποδεσμεύθηκαν από την εκκλησιαστική ζωή. -Ενώ παλαιότερα ο Ναός αποτελούσε ένα ορατό κέντρο αναφοράς,σήμερα ο Ναος χάθηκε μέσα στις πολυκατοικίες. Για να τον βρείς δεν αρκεί να ξέρεις την περιοχή που βρίσκεται,πρέπει να ξέρεις οδό και αριθμό!
-Ενώ παλαιότερα η Ενορία ηταν ο χώρος απασχόλησης και το κέντρο αναφοράς, σήμερα με την μεγάλη τεχνολογική πρόοδο διαμορφώθηκαν αλλα κέντρα αναφοράς που απομάκρυναν τον ανθρωπο από το χώρο της Ενορίας :Το εργοστάσιο-το πανεπιστήμιο- το internet-καφέ.
Το αποτέλεσμα ηταν να διαμορφωθούν νέες ιδέες,νέες αξίες και νέος τρόπος ζωής. Ολοι γνωρίζουμε ότι ζούμε σε απρόσωπες,σκληρές και απάνθρωπες κοινωνίες,που καταχρηστικά μπορούν να ονομασθούν κοινωνίες,αφού στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κοινωνία. Η σύγχρονη κοινωνία είναι ατομοκεντρική. Οι ανθρωποι εχασαν την μεταξύ τους επαφή και επικοινωνία. Ζούν στους ιδιους χώρους,αλλά οι καρδιές τους είναι απομακρυσμένες.
Η νέα αντίληψη δόμησης των πόλεων και ο νέος τύπος κατοικίας που επινοήθηκε εκφράζει όχι μόνο κακογουστιά και ελλειψη πολιτισμού, αλλά και το βαθύ αίσθημα μοναξιάς του σημερινού ανθρώπου. Η πολυκατοικία παρότι αποτελεί εξωτερικά μια κτιριακή ενότητα,εν τούτοις χωρίζει και αποξενώνει τους κατοίκους της. Στην πολυκατοικία χάθηκε η γειτονιά,οι σχέσεις των γειτόνων, οι πόρτες οι ανοιχτές. Στην πολυκατοικία,κάτω από το σίδερο και το τσιμέντο θάφτηκε το γέλιο και το παιχνίδι των παιδιών. Στο ασανσέρ το χαμόγελο εγινε βιαστικό και τυποποιημένο. Στο δρόμο,στο λεωφορείο,στο σχολείο,στο κα-τάστημα,παντού,ο ανθρωπος κουβαλάει την μοναξιά,την πλήξη και την ανία.
Οι ανθρωποι σήμερα εχουν απογοητευτεί από τον δυτικό τρόπο ζωής,που κυριαρχείται από τον ατομισμό και τη φιλαυτία και γ’αυτό αναζητούν την οργανωμένη κοινό-τητα,τον παραδοσιακό τρόπο ζωής,την γαλήνη και την ηρεμία.
Και αυτή η αναζήτηση φαίνεται :
α) Από το ότι εκατομμύρια νέοι ζητούν καταφύγιο σε διάφορες κοινότητες της μη- χριστιανικής Ανατολής,οπου αναζητούν τη χαμένη οικογένεια,τη πραγματική κοινωνία,την εσωτερική ισσοροπία,μια οαση μέσα στην ερημο της απάνθρωπης κοινωνίας.
β) Οι ανθρωποι ιδίως στις μεγαλουπόλεις συγκροτούν διάφορους συλλόγους για να εχουν κάποια επικοινωνία με τον τόπο καταγωγής τους και να ξαναθυμηθούν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής.
γ) Η αναζήτηση του παραδοσιακού τρόπου ζωής φαίνεται επίσης από το ότι οι ανθρωποι σήμερα : -Θέλουν να βλέπουν παλιές κινηματογραφικές ταινίες,οι οποίες βγάζουν ένα ιδιαίτερο ηθος και παρα-πέμπουν σε μια άλλη εποχή -Θέλουν και μαθαίνουν παραδοσιακά οργανα και παραδοσιακούς χορούς -Είναι της μόδας σήμερα η βυζαντινή μουσική και η βυζαντινή αγιογραφία -Οι ανθρωποι σήμερα γέμισαν τα σπίτια τους με βυζαντινές εικόνες,παραδοσιακά επιπλα και παλαιά αντικείμενα.
δ) Οι ανθρωποι σήμερα προσπαθούν να ξανα-συνδεθούν με το χωριό : -Γ’αυτό και ανακαινίζουν τα πατρικά τους σπίτια η κτίζουν κάποιο εξοχικό οπου καταφεύγουν τα Σαββατο-κύριακα και τις μεγάλες γιορτές -Αν όμως δεν εχουν αυτή τη δυνατότητα,τότε ταξιδεύεουν πολλά χιλιόμετρα για να αγοράσουν χωριάτικο ψωμί,κρασί και γιαούρτι.
Όλα αυτά δείχνουν,εκφράζουν την ανάγκη των ανθρώπων να αυτοεπιβεβαιώσουν : -Ότι υπάρχει και κάτι άλλο πέρα και εξω από την κόλαση της τσιμεντούπολης -Ότι υπάρχει και κάτι άλλο εκτός από ασυνάρτητη,ασχετη ασύνδετη και ακοινώνητη αστική κοινωνία στην οποία ζούμε -Ότι υπάρχει ενας άλλος τρόπος ζωής που ταιριάζει απόλυτα στον ανθρωπο,στη φύση του,στις προδιαγραφές του,στις δυνατότητές του : Ο κοινοτικός τρόπος ζωής.
Με τα πρότυπα της κοινοτικής ζωής προσπαθεί να επανασυνδεθεί σήμερα ο ανθρωπος. Και αυτό γιατί ο ανθρωπος είναι δημιουργημένος για κοινωνία. Δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς κοινότητα. Ο ανθρωπος είναι κοινωνικό ον.
Λέμε στην ορθόδοξη θεολογία ότι ο Θεός εδωσε στον ανθρωπο κάποιες θεοειδείς δυνάμεις,ικανότητες,δυνατο-τητες,ιδιότητες που τις εχει και ο ιδιος ο Θεός : -Ο Θεός είναι ελεύθερος και εδωσε στον ανθρωπο την ελευθερία -Ο Θεός είναι δημιουργικός και εδωσε στον ανθρωπο την ικανότητα να δημιουργεί -Ο Θεός είναι αγάπη και εδωσε στον ανθρωπο την ικανότητα να αγαπάει -Ο Θεος είναι κοινωνικός και εδωσε στον ανθρωπο την ικανότητα να κοινωνεί με τους αλλους.
Τις θεοειδείς αυτές δυνάμεις,τις ικανότητες αυτές,τις δυνατότητες αυτές του «κατ’εικόνα»,τις εχουμε μέσα μας, όχι βέβαια στον απόλυτο βαθμό που τις εχει ο Θεός(Αυτός Ακτιστος εμείς κτιστοί),αλλά τις εχουμε. Εχουν σπαρεί μέσα στη φύση μας,σαν σπόρος που κρύβει μέσα του ολη τη δυναμική του φυτού. Δεν είναι ακόμη φυτό,αλλά κάτω από κατάλληλες συνθήκες μπορεί να αναπτυχθεί. Τώρα τι σημαίνει ότι ο ανθρωπος είναι προικισμένος με την κοινωνικότητα ; Σημαίνει ότι : -Όπως ο Θεός δεν είναι μόνος,μοναξιά,αλλά κοινωνία τριών προσώπων, -Όπως ο Θεός δεν είναι μονάδα αλλά Τριάδα-Τρία Πρόσωπα,οπου το ένα πρόσωπο κατοικεί μέσα στο άλλο αντίστοιχα,χάριν μιάς ακατάπαυστης αμοιβαίας αγάπης, -Ετσι και ο ανθρωπος,που είναι δημιουργημένος «κατ’εικόνα» αυτού του Θεού,είναι κοινωνικός : -Πραγματώνεται,ολοκληρώνεται,γίνεται πρόσωπο,-όταν ζεί μέσα στους αλλους και για τους αλλους.
Αποστολή της Εκκλησίας είναι να δώσει στον ανθρωπο τον κατάλληλο χώρο,τη ζωτική μήτρα, για να μπορέσει ο ανθρωπος να καλλιεργήσει και να αναπτύξει το θείο δώρο της κοινωνικότητος.
Και τα μεγάλα ερωτήματα που τίθενται στο σημείο αυτό είναι : -Η ενορία που είναι το κύτταρο της Εκκλη-σίας,εκπληρώνει σήμερα την αποστολή της; -Προσφέρει τον ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη και καλλιέργεια μιάς κοινοτικής ζωής;
-Βοηθάει τον σύγχρονο ανθρωπο να βγεί από τον εαυτό του,να ανοιχτεί και να αγκαλιάσει τον συνάνθρω-πο,να κοινωνήσει μαζί του και ετσι να ολοκληρωθεί αξιοποιώντας τις δυνατότητές του;
-Συμβάλλει στη μείωση των προβλημάτων που επέφερε η αστικοποίηση;
-Μήπως εχει γίνει «εγκόσμια» στον τρόπο λειτουργίας της και δεν διαφέρει από οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία;
-Μήπως η ενορία σήμερα εχει γίνει μουσείο,οπου μαραζώνει η εκκλησιαστική ζωή; Αυτές οι ερωτήσεις υπογραμμίζουν μια κρίση που διέρχεται η ενοριακή ζωή και μας προσφέρουν κίνητρα για αυτοκριτική,που δυστυχώς σπάνια γίνεται και που όμως μπορεί να μας βγάλει από τα αδιέξοδα. Αυτή η κρίση είναι αποτέλεσμα κάποιων προβλημάτων-αδιεξόδων που παρατηρούνται στη προσπάθεια ανάπτυξης της κοινοτικής ζωής.
ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
1) Το μέγεθος της Ενορίας. Το πρώτο αδιέξοδο στην πορεία για την πραγμάτωση της εκκλησιαστικής-κοινοτικής ζωής μέσα στα ορια της Ενορίας, είναι το μέγεθος της Ενορίας. Η σύγχρονη αστική Ενορία των 20.000,50.000 και ιοο.οοο ψυχών, επιβεβαιώνει τον απρόσωπο και αντιεκκλησιαστικό χαρακτήρα της εκκλησιαστικής μας ζωής. Η Ενορία «μαμούθ»,από τη φύση της,εχει χάσει το χαρακτήρα της κοινότητος,της οικογένειας και εχει μεταβληθεί σε μια θρησκευτική συναγωγή,σε ένα σύνολο απομονωμένων ατόμων,σε μια απρόσωπη ιερή μάζα. Βέβαια δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός,ότι από πλευράς των ποιμενόμενων πιστών, μόνο ένα μέρος απ’αυτούς που θεωρητικά ανήκουν σε μια αστική ενορία,εχει σχέση με την ενορία. Με βάση δε τη διαπίστωση αυτή,θα μπορούσε να πει κανείς,ότι ο αριθμός των ενοριτών περιορίζεται κατά πολύ. Και όμως!!! Η πράξη αποδεικνύει,ότι στα αστικά κέντρα και αυτός ο αριθμός είναι τόσο μεγάλος,ώστε να μη μπορούν να ανταποκριθούν οι πομένες στο πνευματικό τους εργο. Το ποιμαντικό αίτημα της εποχής μας,το οποίο θα επρεπε να είχαμε σεβαστεί πολύ ενωρίτερα, αν η θεολογία μας δεν ειχε χάσει την οργανική της σχέση με τη ζωή των ανθρώπων, είναι η δημιουργία μικρών ενοριών,με μικρούς ιερούς ναούς, υπο την ποιμαντική ευθύνη ενός Πρεσβυτέρου,που δεν θα είναι ο «εφημέριος»,αλλά ο ποιμένας,ο πνευματικός πατέρας,ετοιμος να θυσιαστεί για το ποίμνιο του Κυρίου,ανταποκρινόμενος στις προσωπικές ανάγκες των αδελφών της οικογένειας. Το ευχάριστο είναι,ότι το αίτημα αυτό αρχισε να ωριμάζει και να γίνεται καθολικό,γιατί όπως φαίνεται μας πρόλαβαν οι εξελίξεις. Εφθασε ο καιρός,οπου οι Ενορίες θα λει τουργούν ως μικρές κοινότητες και όχι ως απρόσωπες κρατικές οντότητες-υπηρεσίες. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Ενορία στην ρωμαίικη παράδοσή μας ταυτιζόταν οριακά με το χωριό και την κοινότητα. Ο Επίσκοπος δε, φρόντιζε, ώστε και τα μεγαλύτερα χωριά να εχουν τόσους ιερείς,που να αντιστοιχεί ο καθένας σε 200-300 ψυχές. Η Ενορία δεν μπορεί να πάσχει από γιγαντισμό,γιατί τότε γίνεται δυσκολοποίμαντη. Η Ενορία είναι μια διευρυμένη οικογένεια. Εχει ορια,γιαυτό και λέγεται εν-ορία. Αυτό το αίτημα για επανασυγκρότηση της Ενορίας, σημαίνει αναπόφευκτα πολλαπλασιασμό των ενοριών και ενδεχομένως την κατάργηση της επαγγελματικής ιερωσύνης. Όταν ο Πρεσβύτερος της ευχαριστιακής σύναξης πάψει να αντλεί το βιοπορισμό του από την ιερατική του διακονία, τότε θα είναι αληθινός εκφραστής της αλήθειας και εμπειρίας της λειτουργικής του κοινότητος και όχι επαγγελματικός εκπρόσωπος ενός οργανισμού. Η ιερωσύνη τότε,θα ξαναβρεί τον χαρισματικό της χαρακτήρα και η ευχαριστιακή κοινότητα τον ιεραπο-στολικό δυναμισμό της(Χ.Γιανναράς). Το πείραμα αυτό,αρχισε να εφαρμόζεται στις ενορίες της ορθόδοξης διασποράς στην Ευρώπη. Επιστήμονες, των πιο διαφορετικών κλάδων ,ασκούν το προσωπικό τους επάγγελμα για την συντήρηση των οικογενειών τους και ταυτόχρονα ποιμαίνουν τις ενορίες τους(βλέπε εμπειρίες του Χρ.Γιανναρά στο «Τα καθ’εαυτόν»,σ.σ 91-93).
2) Η διοίκηση της Ενορίας
Ένα άλλο αδιέξοδο στη διαμόρφωση της χριστιανικής κοινότητος είναι εκείνο της διοίκησης. Δυστυχώς ο τομέας της διοίκησης εχει καταντήσει πολύ παγερός,σκληρός και αποπροσωποποιημένος. Κι αυτό γιατί εχασε η εκκλησ.διοίκηση τον προ-σανατολισμό της και τον στόχο της. Αντί η εκκλησ.διοίκηση να διακονεί τον συν-άνθρωπο, να στοχεύει στην πνευματική ανάπτυξη του προσώπου, να καλλιεργεί την αίσθηση της αδελφότητας και να διαμορφώνει την χριστ.οικογένεια, εχει εγκλωβιστεί στον κλοιό της γραφειοκρατίας και προσπαθεί να «διατηρήσει τη μηχανή σε λειτουργία» ,ξοδεύοντας αμέτρητες ωρες : -Για την σύνταξη του προυπολογισμού -Για την εξεύρεση και αύξηση των εσόδων -Για την τακτοποίηση των λογαριασμών -Για διάφορες επιδιορθώσεις και την συντήρηση του κτιρίου του ναού -Χωρίς να αναφερθούμε στη συμπλήρωση των ποιστοποιητικών και την επικόλληση χαρτοσήμων και κληρικοσήμων(θέσεις για νέους ανεργους θεολόγους). Όμως η διοίκηση και η οργάνωση της Ενορίας πρέπει να στοχεύουν στον ανθρωπο και όχι στις εισπράξεις. Χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η συλλογή χρημάτων είναι μέσον και όχι σκοπός για την ανάπτυξη μιάς χριστιανικής κοινότητας. Δεν χρειαζόμαστε χρήματα για να πλησιάσουμε τον συνάνθρωπό μας και να του δείξουμε αγάπη και κατανόηση. Δυστυχώς όμως σήμερα : «επιτυχημένες εν-ορίες»,θεωρούνται αυτές που εχουν μεγάλες εισπράξεις. Ένα μέρος δε του πληθυσμού θεωρεί ποιο « επι-τυχημένο» τον ιερέα που εχει περισσότερα τυχερά. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σας δώσω 2 παραδείγματα,που δείχνουν την ανεπάρκειά μας,τον από-προσανατολισμό μας,την ελλειψη στόχου,κατεύθυνσης.
α) Πελατειακή σχέση Ας ρίξουμε μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε τους ανθρώπους,όταν ερχονται για να ορίσουν ένα μυστήριο η για να πάρουν ένα ποιστοποιητικό.
1) Όταν ένα ζευγάρι ερχεται να μας συναντήσει για μια αδεια γάμου πως το αντιμετωπίζουμε; Εκμεταλευόμαστε την ευκαιρία για να γνωριστούμε με τους αυριανούς γονείς και να τους καθοδηγήσουμε στη καινούργια τους ζωή;
2) Όταν ο πατέρας ερχεται για να ορίσει τη βάπτιση του παιδιού του, πόσοι από μας καθόμαστε να συζητήσουμε μαζί του για τις νέες του εμπειρίες ως γονέα;
3) Όταν η μητέρα η πολύτεκνη ερχεται για να σφραγίσει το ποιστοποιητικό πολύτεκνης οικογένειας, πόσοι από μας δείχνουμε ενδιαφέρον για την εξέλιξη και την πρόοδο αυτών των παιδιών;
4) Πόσοι από μας,αξοιοποιούμε την συνάντησή μας με τους πενθούντες για να ξεδιπλώσουμε τα αισθήματά μας,να πα-ρηγορήσουμε και να ενισχύσουμε τους πονεμένους αδελφούς μας; Όλα αυτά δείχνουν όχι μόνο ελλειψη στόχου και υπευθυνότητας που εμείς ως ποιμένες εχουμε,αλλά και την μεγάλη κρίση ταυτότητας που περνάει η Εκκλησία. Ο πολύς λαός,αυτός που βαπτίζεται,παντρεύεται.-κηδεύει,ασθενεί,κατατρέχεται, συναντά την αδιαφορία της Εκκλησίας : Περιμένει μάταια να κατέλθουμε από το υψος της μακαριότητός μας και να καταδεχθούμε να ασχοληθούμε με την ψυχή του. Κι εγώ αναρωτιέμαι : Για ποιόν άλλο, παρά για τον λαό δεν υπάρχει η Εκκλησία; Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η Εκκλησία μας περνά μια μεγάλη κρίση ταυτότητος : Κι αν εμείς οι ποιμένες αρκεσθούμε σε μια πελατειακή σχέση με το ποίμνιο : «Τι θέλετε;Βάπτιση;Γάμο;Μάλιστα,εν τάξει,να ζή-σετε,στο καλό τελειώσαμε», τότε αλλοι χώροι θα αναλάβουν αυτό, που εμείς αρνούμαστε η δεν μπορούμε να δώσουμε.
β) Το εκκλησιαστικό συμβούλιο
Το δεύτερο παράδειγμα που δείχνει την ανεπάρκεια της εκκλησιαστ.διοίκησης και την ελλειψη στόχου, κοινο-τικής ανάπτυξης της Ενορίας είναι : Το εκκλ.συμβούλιο. Ολοι μας αυτό το εκκλ.οργανο το εχουμε ταυτίσει στη συνείδησή μας με τα οικονομικά. Το εκκλ.συμβούλιο θεωρείται ως μια οικονομική επιτροπή ελέγχου και εξισορροπισμού. Βασικός στόχος του εκκλ.συμβουλίου είναι συνήθως οι «εισπράξεις» και οι « οικοδομικές εργασίες»(κτισίματα-αγιογράφιση κ.λ.π. «Χαμένοι μέσα στα διοικητικά και οικονομικά,στις οικοδομικές εργασίες,ακόμη και σε εργα φιλανθρω-πίας, λησμονήσαμε ότι το πρώτιστο εργο της Εκκλησίας είναι ο ανθρωπος. Οι ναοί μας γίνονται ολο και μεγαλύτεροι,ολο και ομορφότεροι,για να στεγάσουν όμως χριστιανούς χωρίς μετάνοια,χωρίς ελπίδα,χωρίς χαρά……….. Πολλοί κληρικοί μας και εκκλ.σύμβουλοι είναι προθυμότατοι να ξοδέψουν για εργα οικοδομικά που θα παραμείνουν,διασώζοντας ετσι τη δική τους μνήμη στους αιώνες, όχι όμως για εργα κατηχήσεως που θα οικοδομήσουν ψυχές. Αυτά δεν φαίνονται ούτε γράφονται πουθενά. Οι πατέρες όμως δια του Αγ Μαξίμου μας υπενθυμίζουν : «Ο ανθρωπος είναι Εκκλησία μυστική». Γι’αυτόν επιτελούνται τα νύν,γι’αυτόν υπάρχουν τα εσχατα.Γι’αυτόν αποφάσισε ο Χριστός ν’αφήσει ιερείς» (π.Βασίλειος Θερμός,Εφημέριος,Ιούλιος Αυγουστος 2002). Το λάθος μας σήμερα είναι ότι κτίζουμε ναούς και όχι κοινότητες,που να εκφράζουν μια κοινή εν Χριστώ ζωή. Και βέβαια,θα ηταν αφελές,εάν αγνοούσαμε τις φυσικές ανάγκες μιας Ενορίας. Όπως ενας πατέρας δεν παραμελεί τις ανάγκες της οικογένειας για τροφή και στέγη,αλλά και δεν περ-ιορίζεται μονο σ’αυτές, ετσι και ο πνευματικός πατέρας που βλέπει πιο μακριά θα καλύψει τις φυσικές ανάγκες της οικογένειάς του, αλλά θα καλύψει και κείνες τις πνευματικές : -Θα καλλιεργήσει τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελλών,την αγάπη και την ευαισθησία προς τον συνάνθρωπο. Με αλλα λόγια : Όπως ακριβώς συμπεριφερόμαστε στις οικογένειές μας, με τον ιδιο τρόπο πρέπει να συμπεριφερόμαστε και στην εκκλησιαστική μας οικογένεια. Χρειάζεται να δείξουμε ότι τα οικονομικά είναι μέσον και όχι σκοπός. Για να αναπτύξουμε μια χριστ.κοινότητα δεν χρεια-ζόμαστε χρήματα,αλλά αγάπη και κατανόηση προς τον συνάνθρωπο. Ετσι,αν η Εκκλησία είναι μια κοινότητα προσώπων που εχουν κοινή ζωή, αν η Εκκλησια είναι μια οικογένεια, τότε το εκκλ.συμβούλιο θα επρεπε να εκφράζει αυτή την οικογενειακή ζωή. Θα επρεπε δηλ. το εκκλησιαστικό συμβούλιο κυρίως και προ παντός να ασχολείται με τα προβλήματα της οικογένειας-Ενορίας : -Με την φροντίδα των ασθενών -Με τη βοήθεια των αδυνάτων -Με την παρηγοριά των πενθούντων -Με τα προβλήματα της νεολαίας κ.λ.π. Αυτό ακριβώς τονίζει και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.Χριστό-δουλος σε μια εγκύκλιό του προς τους εκκλ.επιτρόπους : «Δεν πρέπει να λησμονήσετε ότι δεν διορισθήκατε απλώς και μόνον για να εισπράτετε η για να καταμετράτε τα χρήματα………. Η ενορία είναι κυρίως κέντρο πνευματικής,λατρευτικής,ιεραποστολικής και κοινωνικής ζωής και προσφοράς… πρέπει να μελετήσετε τρόπους για την πνευματική αναβάθμιση της ενορίας σας-(Εφημέριος,Ιούλιος-Αύγουστος,2002).
3) Θεία Ευχαριστία και Ενορία
Τρίτο σοβαρό πρόβλημα που οδηγεί την ενοριακή ζωή σε αδιέξοδο είναι : -Η αποξένωση της Θ.Ευχαριστίας από την κοινότητα. Η Θ.Ευχαριστία δεν είναι μια κάθετη επικοινωνία του πιστού με το Θεό, αλλά είναι και οριζόντια μεταξύ των μελών της κοινότητος. Η Θ.Ευχαριστία δεν είναι μια πράξη ατομική,αλλά σύναξη «επί το αυτό», ολων οσων κατοικούν και ζούν σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.
Η Ενορία νοείται πάντα σε γεωγραφικά ορια(εν-ορίοις) και ποτέ κοινωνιολογικά. Γι’αυτό και είναι απαράδεκτες οι Θ.Λειτουργίες για μαθητές,επισήμους,εργαζόμενους,κυρίες κ.λ.π. Η Θ.Εχαριστία είναι σύναξη ολων των μελών της κοινότητας : Αυτών που ζούν στην ιδια γειτονιά και συναναστρεφόμαστε. Είναι συνάντηση του πλησίον.Ειναι συνάντηση αδελφών,όχι αγνώστων και ανωνύμων. Ειναι συνάντηση συγκεκριμένη,σε συγκεκριμένο χώρο,ποτέ αφηρημένη. Κι αυτό γιατί : Αποκλειστικός στόχος της Θ.Λειτουργίας είναι να κάνει εκείνους που συμμετέχουν μια ευχαριστιακή κοινότητα,Σώμα Χριστού,που σημαίνει : -Να εχουν ένα ουσιαστικό σύνδεσμο μεταξύ τους -Να είναι μια οικογένεια -Να μοιράζονται τη ζωή τους -Να συμμεέχουν ο ενας στις ταλαιπωρίες,στις αγωνίες,στις θλίψεις αλλά και στις χαρές του αλλου -Να ζούν ως εν Χριστώ αδελφοί. Στην καθημερινή ζωή ως γνωστόν δημιουργούνται μεταξύ των ανθρώπων της Ενορίας-συνοικίας-γειτονιάς,-προβλήματα : Εχθρότητες,ανταγωνισμοί,ψυχρότητες. Στη Θ.Λειτουργία όμως της Ενορίας,μας δίνεται η δυνατότητα να δούμε τον γείτονά μας ως εν Χριστώ αδελφό,να του ξαναούμε καλημέρα,να ζεσταθούν οι καρδιές μας. Με αυτούς που συναναστρεφόμεθα στην καθημερινή μας ζωή, μ’αυτούς πρέπει να αδελφωθούμε στη Θ.Λει-τουργία, για να μπορέσουμε ολη τη εβδομάδα να τους βλέπουμε και να τους αισθανόμαστε : -όχι ως εχθρούς -όχι ως ανταγωνιστές -όχι ως αντικείμενα εκμετάλευσης -όχι ως σκεύη ηδονής -όχι ως νούμερα -αλλά ως εικόνες του Θεού και μέλη του ιδίου σώματος. Να μπορούμε να χαιρόμαστε μ’ αυτούς όταν χαίρο-νται και να κλαίμε όταν κλαίνε. Αυτός είναι ο λόγος που στην Ενορία πρέπει να συνάγωνται χριστιανοί,όχι από αλλα μέρη, αλλά από τη γειτονιά που συζούν καθημερινά. Η χριστιανική αγάπη,είναι αγάπη κυρίως προς τον πλησίον και όχι προς τον αγνωστο και αφηρημένο ανθρωπο.
Και ενώ ετσι εχουν τα πράγματα εκκλησιο-λογικώς, αυτό που συμβαίνει σήμερα αποτελεί μια κραυγαλέα διαστροφή και ουσιαστικά κατάργηση της Λειτουργίας : α) Οι εκκλησιαζόμενοι είναι αγνωστοι μεταξύ αγνώ-στων.Ειναι τόσο αγνωστοι,οσο και στις κερκίδες των γηπέδων β) Όχι μόνο δεν εχουν μεταξύ τους κανένα σύνδε-σμο,αλλά συνήθως αδιαφορούν επιδεικτικά ο ενας για τον άλλο.
Και αυτό συμβαίνει γιατί,με την πάροδο των αιώνων η Θ.Λειτουργία από διαδικασία κοινωνίας και αγάπης, εχει μεταβληθεί σε μια τελετουργική παράσταση : Η Λειτουργία εγινε τελετουργία. Εφυγε η εμφαση από το βίωμα της κοινωνίας μεταξύ των μελών της κοινότητας και πήγε στη δεξιοτεχνία και την επιβλητικότητα της παράστασης. Λησμονήσαμε ότι στη Λειτουργία πάμε για να γίνουμε Σώμα Χριστού,με ότι αυτό συνεπάγεται και : -όχι για να απολαύσουμε την ικανότητα του ψάλτη -όχι για να δούμε τα χρυσοκέντητα αμφια του δεσπότη -όχι για να απολαύσουμε το θησαυρό μιας ενδοξης παράδοσης -όχι για να ικανοποιήσουμε κάποια ψυχολογική και συναισθηματική ανάγκη.
Όταν πιστεύουμε ότι με τη Θ.Λειτουργία θα επιτύχουμε τη δική μας σωτηρία,ερήμην του αδελφού μας, τότε βλασφημούμε γιατί αντιλαμβανόμαστε μαγικά,δηλαδή λανθασμένα το μυστήριο του Χριστού. Γατί πείτε μου : Μπορεί,κάποιος, που παρακολουθεί τη Θ.Λειτου-ργία να κοινωνήσει με το θεό, εάν δεν λέει ουτε καλημέρα σ’αυτόν που βρίσκεται δίπλα του; Κατά την σαφή δήλωση του Ευαγ.Ιωάννη : Εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Θεό που δεν βλέπει και δεν αγαπάει τον συνάνθρωπο που βλέπει είναι ψεύτης(Α Ιωαν.3,20-21). Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να κοινωνεί κανείς με το Θεό, χωρίς να κοινωνεί με τον συνάνθρωπο.
Ο σύγχρονος ανθρωπος,φορτωμένος με την απόγνωσή του,με μια τρομακτική ανασφάλεια,-από-κομένος,μόνος μέσα στη κοινωνία,αλλά και μέσα στην ιδια του την οικογένειά του, εχει αρχίσει και εξοργίζεται με τα ωραία μας λόγια.
Αυτά που του λέμε ψάχνει και δεν τα βρίσκει :
α) Του λέμε ότι η Θ.Ευχαριστία είναι το μυστήριο της ενότητος,της αγάπης,της αδελφωσύνης,αλλά μετά την απόλυση -ο ενας αδιαφορεί για τον αλλον -παγωμένες σχέσεις και επιφανειακοί χαιρετισμοί
β) Του λέμε ότι είναι μέλος τίμιο του Σώματος του Χριστού και τον κρατάμε σε απόσταση : -δεν επιτρέπεται κάν να εχει γνώμη -Η μόνη περίπτωση που μιλάει είναι όταν θελήσει να εξομολογηθεί,για να δεχθεί τότε κεραυνούς και ισωπε-δωτική αντι μετώπιση. Όχι ο σύγχρονος ανθρωπος δεν ονειρεύτηκε ετσι την επαφή του με το Θεό. Γι’ αυτό και απομακρύνεται από την Εκκλησία : -Καταφεύγει στις προτεσταντικές και ανατολικές παραφυάδες, γιατί εκεί θα συναντήσει το ανθρώπινο περι-βάλλον,την ανάληψη πρωτοβουλιών και την αμεσότητα της λατρευτικής γλώσσας -Πάει αλλού για να μιλήσει,με τους υμνους των αιρέσεων,με τις κραυγές των γηπέδων,με τα ουρλιαχτά της ρόκ μουσικής.Εκεί μπορεί να μιλήσει,σε μας παραμένει βουβός.
4) Οι ενοριακοί τουρίστες
Ο ενοριακός τουρισμός,είναι πολύ συνηθισμένος στις μέρες μας,κυρίως στις μεγαλουπόλεις και αποτελεί πληγή για το Σώμα του Χριστού. Οδηγεί σε αδιέξοδο κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης κοινοτικής ζωής. Ο ενοριακός τουρισμός είναι ξένος προς την πραγμα-τικότητα της Εκκλησίας και παραμπέμπει σε εξυπηρέτηση ψυχολογικών και θρησκευτικών αναγκών. Αυτό,όμως,που σώζει τον ανθρωπο, είναι η δέσμευσή του σε μια οικογένεια εκκλησιαστική, στην οποία ανταποκρίνεται σταθερά και όχι ως τουρίστας ευχαριστιακών συνάξεων. Τι θέλω να πώ : Δεν εχουμε αντιληφθεί ότι ενοριακή ζωή σημαίνει κοινή ζωή και σταθερή παρουσία προσώπων. Η Εκκλησία όπως είπαμε είναι μια κοινότητα,εχει μια κοινή ζωή και επομένως οι ανθρωποι που μετέχουν σ’αυτήν την κοινότητα μοιράζονται ότι εχουν και ότι είναι. [Η Εκκλησία είναι μια οικογένεια με ανθρώπους οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς αγάπης, αισθάνονται ο ενας τον άλλο σαν αδελφο και προσπαθούν να μοιρασθούν τη ζωή τους. Να διαβάσετε πως περιγράφει την Εκκλησία ο Λουκάς στις πράξεις(κεφ.β), που οι πρώτοι χριστιανοί προσπαθούν να μοιρασθούν ο,τι εχουν και ο,τι είναι : Αυτό είναι Εκκλησία.] Απέναντι λοιπόν σ’αυτή την οικογένεια καλούμαστε να αναλάβουμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί. Καλούμαστε να δεσμευτούμε και να ξετυλίξουμε δεσμούς αγάπης και φιλανθρωπίας μέσα στην οικογένεια. Ως ενοριακοί τουρίστες όμως δεν θέλουμε να δεσμευτούμε : -Γυρίζουμε τις Κυριακές ως τουρίστες από ενορία σε ενορία,αγνωστοι μεταξύ αγνώστων -Στην πρώτη ενορία συμπαθούμε τον Ιερέα,αλλά μας ενοχλεί ο ψάλτης -Στην δεύτερη ενορία μας αρέσει ο ψάλτης,αλλά μας πειράζει ο ναός -Στην Τρίτη ενορία αγανακτούμε με τους Ιερείς η τους επιτρόπους και πάει λέγοντας. Σε κάθε Ενορία υπάρχει κάτι που μας γοητεύει και κάτι που μας ενοχλεί. Δεν αναλαμβάνουμε όμως να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα,να μιλήσουμε,να τους πούμε τι μας ενοχλεί,να κάνουμε τα παράπονά μας. Εξ ορισμού όμως δεν είναι δυνατόν να αλλάζουμε ενορίες,όπως δεν είναι δυνατόν να αλλάζουμε οικογένειες. Η θα εχουμε μια οικογένεια η θα είμαστε ορφανοί. Το να μην μένουμε πουθενά φαίνεται εύκολο και ανώδυνο,γιατί κρυβόμαστε,δεν εκθέτουμε τον εαυτό μας στη σχέση. Παραμένουμε ανεύθυνοι απέναντι σε ολους,αφού με κανένα δεν ζούμε μαζί. Παραμένουμε χωρίς εστία,μόνοι και ερημοι. Η δεσμευση μάς τρομάζει,γιατί μέσα στην κοινότητα οι αλλοι λειτουργούν ως καθρέφτης μας. Δίνουν μια εικόνα του εαυτού μας λιγώτερο τέλεια και αυτάρεσκη από τη δική μας,αρα και ανεπιθύμητη. Η ουσιαστική συνύπαρξη σημαίνει να ζήσουμε με τα σφάλματα και τις αδυναμίες τις δικές μας και των αλλων. Σημαίνει να περιορίσουμε το δικό μας θέλημα για να συγ-χωρέσουμε και το θέλημα του διπλανού μας. Με αλλα λόγια νομίζουμε ότι η δέσμευση(η προσφορά,το ανοιγμα προς τον άλλο), απειλεί το εγώ μας από μια ενδεχόμενη αποτυχία η ανεπάρκεια. Δεν συνειδητοποιούμε όμως πως εξω από την κοινότητα, ο εαυτός μας δεν γίνεται φτωχότερος η πλουσιώτερος,αλλά ανύπαρκτος. Και αυτό γιατί εγώ υπάρχω, επειδή πρώτα συνυπάρχω :Εάν δεν συναντήσω το Σύ, τότε Εγώ δεν υφίσταμαι. Στην έξοδό μας για να συναντήσουμε τον άλλο, είναι απαραίτητη η δέσμευση σ’ένα πλέγμα σχέσεων, μέσα σε συγκεκριμένη κοινότητα, οπου οι αγαπητικές σχέσεις μπορούν να θεραπεύσουν τον ανθρωπο,να τον αναγεννήσουν και να τον μεταβάλλουν από ατομο σε πρόσωπο.
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
Το θέμα Ενορία και τα προβλήματά της δεν είναι θέμα………ενοριακό, αλλά κυρίως και προ παντός θέμα εκκλησιαστικό,εχει σχέση με τη γενικώτερη συνάντηση Εκκλησίας και κόσμου.
Γι’ αυτό μέσα στα πλαίσια αναζήτησης διεξόδων, ως πρώτο βήμα πιστεύουμε,πρέπει να δοθεί ο λόγος στη θεολογία. Πρίν από την υιοθέτηση και εφαρμογή των οποιων πρακτικών λύσεων,πρέπει να διαπιστωθεί η αιτία του προβλήματος. Πως θα γνωρίσει ο σημερινός Ελληνας ποια είναι η αυθεντική ορθόδοξη ζωή,που οδηγεί στη θέωση, αν δεν εχει πρόσβαση στην πατερική θελογική σκέψη; Μόνο μέσα από τη θελογία θα βρούμε ανόθευτη την παράδοσή μας. Μόνο μέσα από τη θελογία μπορεί να συνειδητοποιήσουμε, ότι κύριος σκοπός της Ενορίας δεν είναι να εξαντλείται σε «τελετές» και «πανυγήρια», αλλά να αποτελεί «εργαστήριο» σωτηρίας-θεώσεως,δηλαδή θεραπείας του ανθρώπου. Όταν η Ενορία καταλάβει τον λόγο για τον οποίο υπάρχει, τότε θα πάψει να είναι τόπος περιπτωσιακής συνάντησης και θα γίνει κέντρο ολης της ζωής. Τότε ο Ναός δεν θα είναι αποκλειστικά και μόνο χώρος τελετών η κέντρο λατρείας,αλλά θα λειτουργεί όπως ακριβώς το «Καθολικό» μέσα στο Μοναστήρι. Όπως στο μοναστικό κοινόβιο η λειτουργία του Ναού συνεχίζεται στη λειτουργία της κοινής Τράπεζας και του Κελλιού, ετσι και σε μια αυθεντική ορθόδοξη Ενορία,η λειτουργία του Ναού προεκτείνεται στα σπίτια των ενοριτών,που γίνονται «κατ’οίκον» Εκκλησίες. Η «επιστροφή» στην Ενορία,στην κοινότητα είναι με τη Χάρη του Θεού δυνατή. Γιατί ο Θεός θέλησε να παραμείνει ζωντανό στη ζωή μας το πρότυπο της ενοριακής ζωής,που είναι το κοινοβιακό Μοναστήρι. Οσο υπάρχουν Μοναστήρια δεν χάνεται η ελπίδα. Το πρώτο συνεπώς βήμα μας είναι η επανασύνδεσή μας με την πατερική θελογία, για να μπορέσουμε να απελευθερωθούμε από την τρομερή σύγχυση που στοιβάζεται επι αιώνες μέσα μας.

Ως δεύτερο βήμα,θα προτείναμε την επανα-συγκρότηση της Ενορίας.
Σήμερα οι πολυάνθρωπες ενορίες είναι ανάγκη να διασπασθούν σε υποενορίες, ώστε ο ενορίτης να μπορεί να πομαίνεται,να μην είναι ξένος και αγνωστος μεταξύ αγνώστων. Το μικρό και ευκίνητο οργανωτικό σχήμα της ενοριακής κοινότητας είναι το βασικώτερο αίτημα της εποχής μας,για την ενότητά μας,τη συναδέλφωσή μας,την επιβίωσή μας. Με βάση τις μικρές ενορίες θα ξαναβρεί η εκκλησιαστική μας ζωή την αληθινή της σημασία. Αυτό όμως απαιτεί κατάργηση των ενοριών – Μαμούθ, οι οποίες χάνονται μέσα στο γιγαντισμό τους, γιατί ακριβώς δεν λειτουργούν ως αδελφότητες και κοινότητες.
Και ως τρίτο βήμα για την έξοδο από τα αδιέ-ξοδα,θεωρούμε κάποιες πρακτικές λύσεις : 1. Mετά την βίωση του Μυστηρίου της Θ.Ευχαριστίας,θα μπορούσαν οι ενορίτες, βασισμένοι στο γεγονός του Μυστηρίου,να μοιράζονται λίγες ωρες μαζί. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ : «Θυμάμαι προ ετών,ενας πολύ καλός Επίσκοπος που ειχε πολλές δραστηριότητες, μετά από μια διάλεξη μου λέει :Κύταξε βρε παιδάκι μου,η μητρόπολή μας εκλεισε 100 δραστηριότητες πριν ένα μήνα,τι άλλο να κάνω; -Λέω : «Γέροντα,να βάλετε μια 101η:Μετά τον εκκλησιασμό,τη Θ.Λειτουργία,οι ανθρωποι να πίνουν ένα καφέ». Τουλάχιστον να ξεκινήσουμε από αυτό που μπο-ρούμε,να σας ξέρω και να με ξέρετε,να γνωριζόμαστε μεταξύ μας…….. Υπήρχε στην Οξφόρδη ενας καθηγητής Ρώσος,ο οποίος όταν οργάνωνε οικουμενικές συναντήσεις στην δεκαετία του 70 – ηταν πολύ της μόδας αυτά – και τρώγανε μαζί διάφοροι, εστρωνε ο ιδιος το τραπέζι και επίτηδες εβαζε δύο πηρούνια στον ένα και δύο μαχαίρια στον άλλο,ώστε να αναγκαστούν να τα ανταλλάξουν και να πιάσουν συζήτηση». Αν μοιραστούμε λίγο καφέ η κάποιο γλυκό μέσα στην Εκκλησία,μετά τη Λειτουργία,είναι ενας τρόπος να σπάσει ο πάγος και να γνωριστούμε με τον γείτονα,κάτω από τον Παντοκράτωρα,με παρούσα την Μεσίτρια και συνδαι-τημόνες τους Αγίους. 2. Μέσα από αυτή τη γνωριμία και τη συζήτηση : -Ο Ιερέας θα γίνει οικείος -Θα συνηθίσει ο ενας το πρόσωπο του αλλου -Θα πάρουμε αφορμή για να επισκεφθούμε το γείτονα,η γιορτή του Αγίου του θα εχει νόημα και για μας -Θα συνειδητοποιήσουμε τη νέα μας οικογένεια,ότι εκτός από πατέρα εχουμε και αδέλφια -Στα μυστήρια όλα τα πρόσωπα θα μας είναι οικεία -Θα αποκτήσει πρόσωπο η απρόσωπη και ανώνυμη φιλανθρωπία του κουτιού και του εράνου κ.λ.π. Αγαπητοί αδελφοί, Με όλα οσα ανέφερα σήμερα,δεν θέλω να αφήσω ένα αίσθημα απαισιοδοξίας. Δεν αγνοώ τη θεολογική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών. Λόγω αυτής της προόδου μπορούμε εμείς σήμερα να ασκούμε αυτοκριτική,γιατί εχουμε κριτήρια. Η αυτοκριτική δεν πρέπει να μας οδηγεί σε με-λαγχολία, αλλά σε μετάνοια και δημιουργία. Ειμαι αισιόδοξος γιατί ελπίζω ότι αυτή η κρίση την οποία διέρχετασι η Ενορία,θα εχει θετικά αποτελέσματα. Κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού στην ελεύθερη πλέον «αγορά» των θρησκειών, η ενοριακή κρίση θα γεννήσει νέους ποιμένες,με γνώση και ηθος, που θα πατούν στα πόδια τους και θα λαχταρούν την αναβάθμιση της ενοριακής ζωής. Σε μας δεν μένει τίποτε άλλο από το να προσευχόμαστε καθημερινώς με θέρμη στον εν Τριάδι Θεό, ώστε να επενέλθει στην Ενορία η οικογενειακή-κοινοτική ζωή. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!!!!!!!!!!

1 σχόλιο:

Konstantinos είπε...

Καλημέρα, αγαπητέ πατήρ Ιωάννη, έχεις προχωρήσει πολύ μπροστά πιστεύω όσο αφορά την τεχνολογία.
Δυσκολεύομαι να σε παρακολουθήσω :)